Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1259 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Ακροάσεως έλλειψη, Δικαστηρίου σύνθεση.




Περίληψη:
Α.Ν. 86/67 - ΤΕΒΕ 1. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Όχι κακή σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, όπου δεν επιβάλλεται εκ του νόμου κλήρωση, εκ του ότι δεν αναγράφεται στα πρακτικά: α) ότι η προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης που αναπλήρωσε τον κωλυόμενο Πρόεδρο Πρωτοδικών και την κωλυόμενη αρχαιότερη Πλημμελειοδίκη, όχι και ότι κωλυόταν και ετέρα υπηρετούσα αρχαιότερη αυτής Πλημμελειοδίκης, και β) ότι η συμμετοχή στη σύνθεση Ειρηνοδίκου έγινε με πράξη του Διευθύνοντος το Πρωτοδικείο Προέδρου και όχι όπως απλά αναγράφεται ότι ορίστηκε με πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών, γιατί αυτό δεν είναι αναγκαίο κατά το νόμο. Από τις διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών ποινικών δικαστηρίων, εάν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, οπότε έχει εφαρμογή το άνω άρθρο 17 του ίδιου κώδικα, ο πρόεδρος αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή και αυτός κωλυόμενος από τον αμέσως νεώτερο, η τοιαύτη δε αναπλήρωση είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανισθεί το κώλυμα, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, η διεύθυνση του πρωτοδικείου, πλην των Πρωτοδικείων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, ανήκει στον πρόεδρο του και αν είναι περισσότεροι στον αρχαιότερο (άρθρο 15 περ. α' του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν.2172/1993). Η αναπλήρωση εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο από τον αμέσως επόμενο πρόεδρο πρωτοδικών είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανιστεί το κώλυμα χωρίς έκδοση σχετικής πράξης και χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο. Επίσης νόμιμα συμμετείχε και η Ειρηνοδίκης Σπάρτης, επειδή κωλυόταν ο υπάρχων άλλος Πλημμελειοδίκης, σύμφωνα με την 45/2008 πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών Σπάρτης, η δε πράξη αυτή είναι νόμιμη και εγκύρως κατά τα παραπάνω ορίσθηκε να συμμετάσχει στη σύνθεση η Ειρηνοδίκης, αδιάφορα αν ο ορίσας αυτήν Πρόεδρος Πρωτοδικών, ήταν και ο αρχαιότερος και διευθύνων το Πρωτοδικείο Σπάρτης. Πέραν τούτων, από το ίδιο πρακτικό προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε δια του συνηγόρου που τον εκπροσωπούσε, νομίμως και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας σχετική ένσταση ακυρότητας, λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου. Έτσι, τυχόν υφιστάμενη ακυρότητα καλύφθηκε και ο συναφής πρώτος κύριος και πρόσθετος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ως απαράδεκτος. 2) Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως. 3) Από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας συνιστά, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 εδ. Α΄ του ίδιου Κώδικα, έλλειψη ακροάσεως, η οποία αποτελεί τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας ή ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωση του και το δικαστήριο την αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Περαιτέρω η παράλειψη αναγνώσεως εγγράφων από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, που προσκομίστηκαν από τον συνήγορο υπερασπίσεως και των οποίων ζήτησε την ανάγνωση, δεν συνιστά μόνη αυτή, έλλειψη ακροάσεως κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 ΚΠΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο, σε περίπτωση δε αρνήσεως αποφάσεως ή παρά το νόμο απορρίψεως αυτής, τότε μόνον υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 β΄ ΚΠΔ (ΑΠ 82/2008). Απορρίπτει.




Αριθμός 1259/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της με αριθμό 637/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, καθώς και στο από 22 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.534/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 4 παρ.1 εδ.γ και 5 παρ.1 περ.Α εδ.δ και παρ.2 του Ν.1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 1968/1991, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες. Αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται ένας μόνον πρωτοδίκης πολυμελούς πρωτοδικείου ή τριμελούς πλημμελειοδικείου από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς τους. Οι αναπληρωτές αυτοί ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο.
Περαιτέρω στο άρθρο 17 υπό στοιχ. Β του ίδιου νόμου, όπως οι παρ. 1, 3, 4 αυτού , ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 4 παρ.2 του Ν 2172/1993, και η παρ.7 μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ.2 του Ν. 3327/2005 (ΦΕΚ Α 70/11-3-2005) και την προσθήκη δύο εδαφίων στην παρ.1 με το άρθρο 2 του ν. 3346/2005, (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), ορίζεται " 1. Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση.... 7β. Όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία αν εμφανισθεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα, αντιστοίχως ... 10. Η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης ...". Kατά το άρθρο 5 παρ.1 στοιχ. Α' περ. 5 και 2 του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ.2 του Ν. 1968/1991, αν δεν υπάρχουν ή απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται: α) Ο πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου από άλλο δικαστή, κατά τη σειρά της αρχαιότητος. β) Ένας μόνο πλημμελειοδίκης του τριμελούς πλημμελειοδικείου από ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφερείας του, ο οποίος ορίζεται με πράξη του δικαστή, που διευθύνει το δικαστήριο. Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ίδιου Κώδικα, προβλέπεται η αναπλήρωση των δικαστών, αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, η οποία γίνεται κατά σειρά αρχαιότητας εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, και δη αναπληρώνεται ο Πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου από άλλο δικαστή της ίδιας σύνθεσης ή του ίδιου δικαστηρίου (παρ.1Α' γ'). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών ποινικών δικαστηρίων, εάν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, οπότε έχει εφαρμογή το άνω άρθρο 17 του ίδιου κώδικα, ο Πρόεδρος αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή και αυτός κωλυόμενος από τον αμέσως νεώτερο, η τοιαύτη δε αναπλήρωση είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανισθεί το κώλυμα, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, η διεύθυνση του Πρωτοδικείου, πλην των Πρωτοδικείων Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, ανήκει στον Πρόεδρό του και αν είναι περισσότεροι στον αρχαιότερο (άρθρο 15 περ.α' του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν.2172/1993). Η αναπλήρωση εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο από τον αμέσως επόμενο Πρόεδρο Πρωτοδικών είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανιστεί το κώλυμα χωρίς έκδοση σχετικής πράξης και χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, που είναι ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αυτό συγκροτήθηκε από την προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκη Γεωργία Κηρύκου, (κωλυομένου του Προέδρου και της αρχαιοτέρας Πλημμελειοδίκη), από ετέρα Πλημμελειοδίκη την Αφροδίτη Παπανικολάου και από την Αικατερίνη Ατματζίδου, Ειρηνοδίκη Σπάρτης, ορισθείσα με την υπ'αριθμ. 45/2008 πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών, (κωλυομένου του άλλου Πλημμελειοδίκη). Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως και το πρόσθετο λόγο, προβάλλει ότι υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για κακή σύνθεση, διότι στη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συμμετείχαν, α) ως προεδρεύουσα η Πλημμελειοδίκης Γεωργία Κηρύκου, "ως κωλυομένου του Προέδρου Πρωτοδικών και της αρχαιοτέρας της Πλημμελειοδίκου", ενώ την ημέρα της δικασίμου υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Σπάρτης δύο αρχαιότεροί της Πρωτοδίκες, ο Παναγιώτης Τρυφωνόπουλος και η Ευτυχία Κονταράτου, χωρίς να σημειώνεται στα πρακτικά κώλυμα και των δύο αυτών Πλημμελειοδικών και β) σε αντικατάσταση κωλυόμενου Πλημμελειοδίκη, συμμετείχεν Ειρηνοδίκης, χωρίς να μνημονεύεται, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ.2 του ν. 1756/1988, ότι την άνω πράξη αναπληρώσεως εξέδωσε ο δικαστής που διευθύνει το εν λόγω Πρωτοδικείο. Όπως, όμως προεκτέθηκε, και προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης, που την εξέδωσε, συμμετείχε νόμιμα ως προεδρεύουσα η Πλημμελειοδίκης Γεωργία Κηρύκου, επειδή, όπως αναγράφεται εκ περισσού στα πρακτικά, κωλυόταν ο Πρόεδρος Πρωτοδικών και η αρχαιοτέρα της Πλημμελειοδίκης, η δε αναπλήρωση λόγω κωλύματος και του δευτέρου Πλημμελειοδίκου, ως ζήτημα εσωτερικής λειτουργίας του Πρωτοδικείου, δεν ήταν απαραίτητο να σημειωθεί ειδικά στα πρακτικά. Επίσης νόμιμα συμμετείχε και η Ειρηνοδίκης Σπάρτης, επειδή κωλυόταν ο υπάρχων άλλος Πλημμελειοδίκης, σύμφωνα με την 45/2008 πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών Σπάρτης, η δε πράξη αυτή είναι νόμιμη και εγκύρως κατά τα παραπάνω ορίσθηκε να συμμετάσχει στη σύνθεση η Ειρηνοδίκης Σπάρτης, αδιάφορα αν ο ορίσας αυτήν Πρόεδρος Πρωτοδικών, ήταν και ο αρχαιότερος και διευθύνων το Πρωτοδικείο Σπάρτης. Πέραν τούτων, από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε, δια του συνηγόρου που τον εκπροσωπούσε, νομίμως και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας σχετική ένσταση ακυρότητας, λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου. Έτσι, τυχόν υφιστάμενη ακυρότητα καλύφθηκε και οι συναφείς πρώτος κύριος και πρόσθετος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1α του ΑΝ.86/1967, "όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτών ασφαλιστικών εισφορών ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους κάθε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, στους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δρχ.". Από τις διατάξεις που παρατέθηκαν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών προς το ΤΕΒΕ και για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απαιτείται να προσδιορίζεται η σε συγκεκριμένο χρόνο άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας και τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, τα οποία, όφειλε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, η τυχόν ιδιότητα αυτού ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου ή διευθύνοντος συμβούλου και νόμιμου εκπροσώπου ανώνυμης εταιρείας που υποχρεούται να καταβάλει στο ως άνω Ασφαλιστικό Ταμείο εισφορές ή η άσκηση ατομικής επιχειρήσεως και ότι δεν τις κατέβαλε εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές στον άνω ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένος ο κατηγορούμενος, τα περιστατικά δε αυτά να εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη από τον επαγγελματία της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που ασκείται η δραστηριότητα. Επίσης, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον σε αυτό εκτίθενται όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005).
Όταν δε η αξιόποινη πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος, τιμωρείται μόνον εκ δόλου τελουμένη. Ο δόλος, αντικείμενο του οποίου δεν είναι το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά η αντικειμενική υπόσταση σε στενή έννοια, δηλαδή το σύνολο των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, εξαιρουμένων των εξωτερικών όρων του αξιοποίνου - ως υποκειμενικό στοιχείο ενυπάρχει, κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ΠΚ στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει αυτός από την πραγμάτωσή τους και δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία αυτού, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του ή αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής : "Επειδή από την αποδεικτική διαδικασία, δηλαδή την ένορκη εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας, την ανάγνωση των εγγράφων και γενικά τη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην προκειμένη περίπτωση οφείλει τις ασφαλιστικές εισφορές προς το Ταμείο Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών, για τις οποίες κατηγορείται, ως ασκών ατομική επιχείρηση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει και αποδεικνύεται από την προσκομισθείσα εκ μέρους του ως άνω ασφαλιστικού ταμείου υπ' αριθμ. ... καρτέλλα ασφαλισμένου του Τ.Ε.Β.Ε., ο κατηγορούμενος ενεγράφη ως ασφαλισμένος σ' αυτό με την ιδιότητα του ως διατηρούντος ατομική επιχείρηση με αντικείμενο τις ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις στην πόλη της .... Περαιτέρω, ο μάρτυρας - υπάλληλος του ως άνω ασφαλιστικού ταμείου αναφέρθηκε μεν στην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΦΕΛΜΑΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", πλην όμως από τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές οφείλονται από τον κατηγορούμενο με την ιδιότητα του ως μετόχου ή εκπροσώπου της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και όχι ατομικά. Επομένως, ναι μεν η ανάκληση της άδειας σύστασης Α. Ε. συνεπάγεται τη λύση της από την καταχώρηση της οικείας απόφασης στο Μητρώο Α.Ε. και στην παρούσα περίπτωση αποδείχθηκε η ανάκληση της άδειας σύστασης της προαναφερθείσας εταιρείας και η λύση αυτής κατά το έτος 2000, πλην όμως ο σχετικός ισχυρισμός που προβλήθηκε εκ μέρους του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου τυγχάνει απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, κατά χα ήδη προεκτεθέντα, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές οφείλονται από την άσκηση ατομικής επιχείρησης του κατηγορουμένου.
Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2001 έως Οκτώβριο 2005, έχων ως επαγγελματική δραστηριότητα Ραδιοτηλεοπτικές Επιχειρήσεις, διατηρώντας κατάστημα επ' ονόματι του και υπέχοντας υποχρέωση, σύμφωνα με το ν. 6364/1934, καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν αυτόν προς το Ταμείο Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος, που υπάγεται στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δεν κατέβαλε συνολικό ποσό 14.595,00 ευρώ, καθώς όφειλε, μέσα σ' ένα μήνα αφότου έγιναν απαιτητές.
Επομένως πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος για την πράξη του αυτή".
Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 5 ευρώ την ημέρα, και χρηματική ποινή 800 ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 του ΠΚ, άρθρο 1 παρ.1 του Α.Ν. 86/1967 σε συνδ. προς τις διατάξεις του Ν. 6364/1934, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφαση νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (έγγραφα, μάρτυρας ), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να γίνεται επιλεκτική επιλογή των αποδεικτικών εγγράφων, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται, εκτός των άλλων, το ύψος των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα ραδιοτηλεοπτικής επιχειρήσεως, ατομικά και όχι ως εκπρόσωπος ή μέτοχος ανώνυμης εταιρείας, ο ασφαλιστικός οργανισμός (ΤΕΒΕ) στον οποίον ήταν ασφαλισμένος με αριθμό καρτέλλας στο ΤΕΒΕ ..., σε σχέση δε με το υποκειμενικό στοιχείο του εν λόγω πλημμελήματος, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη, κατά τα προεκτεθέντα, ιδιαίτερης αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση, εξυπακούεται δε η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών, ενώ στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν απαιτούνται για την ύπαρξη του δόλου, πρόσθετα στοιχεία, ούτε πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Επομένως όλες οι σχετικές αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέες και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ, Δ και Ε του ΚΠοινΔ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας συνιστά, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, έλλειψη ακροάσεως, η οποία αποτελεί τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας ή ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το δικαστήριο την αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Περαιτέρω η παράλειψη αναγνώσεως εγγράφων από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, που προσκομίστηκαν από τον συνήγορο υπερασπίσεως και των οποίων ζήτησε την ανάγνωση, δεν συνιστά μόνη αυτή, έλλειψη ακροάσεως κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, αλλά παρέχει στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο, σε περίπτωση δε αρνήσεως αποφάσεως ή παρά το νόμο απορρίψεως αυτής, τότε μόνον υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 β ΚΠοινΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ζήτησε δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου του, μέσω του υποβληθέντος και αναγνωσθέντος από 4-6-2008 υπομνήματός του και παρά ταύτα δεν αναγνώσθηκαν από το Δικαστήριο συγκεκριμένα έγγραφα και δη τα παρακάτω: α) το ΔΒΕ ... του τμήματος εμπορίου και ΑΕ της ΝΑ. Λακωνίας, β) το ΔΒΕ ... της ίδιας υπηρεσίας της Ν. Λακωνίας και γ) το με αρ. πρωτ. ... έγγραφο του ιδίου προς ΟΑΕΕ ... . Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει μεν ότι δεν αναγνώσθηκαν έγγραφα με τα στοιχεία αυτά, πλην όμως, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων από τον παριστάμενο συνήγορο αυτού. Το γεγονός, ότι εντός του περιεχομένου του υποβληθέντος από το συνήγορο στο ακροατήριο και αναγνωσθέντος κατ'αυτόν υπομνήματος του κατηγορουμένου, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά, εμπεριέχεται και αίτημα αναγνώσεως των εν λόγω εγγράφων, δε σημαίνει και δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε ευθέως και αυτοτελώς σαφές ορισμένο αίτημα αναγνώσεως των παραπάνω εγγράφων. Επίσης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, όταν ζήτησε και έλαβε το λόγο ακριβώς μετά την ανάγνωση των λοιπών επτά εγγράφων, "αναφέρθηκε μεν στο από 4-6-2008 υπόμνημα που προσκόμισε", αλλά και πάλιν δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι υπέβαλε αίτημα αναγνώσεως και των άνω τριών εγγράφων που ανέφερε στο υπόμνημά του και προφανώς, αφού δεν προκύπτει από τα πρακτικά, δεν προσκόμισε. Άλλωστε, δεν προκύπτει από τα πρακτικά, ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου, μετά την ανάγνωση του υπομνήματος και τη μη ανάγνωση των εγγράφων αυτών από την διευθύνουσα τη δίκη Πλημμελειοδίκη, προσέφυγε, όπως είχε δικαίωμα κατ'άρθρο 335 παρ.2 του ΚΠοινΔ, στο Δικαστήριο, για την παράλειψη αναγνώσεως και το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Β' του ΚΠοινΔ, περί απόλυτης ακυρότητας και περί ελλείψεως ακροάσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ'ακολουθίαν τούτων, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2008 αίτηση - δήλωση του Χ και τον από 22.9.2008 πρόσθετο λόγο αυτής, για αναίρεση της με αριθ. 637/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ