Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 263 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Επανάληψη διαδικασίας.




Περίληψη:
Απορρίπτεται αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας κατά αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή καταμήνυση επειδή από τις νέες αποδείξεις, των οποίων γίνεται επίκληση, δεν γίνεται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος.




ΑΡΙΘΜΟΣ 263/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Χαλβαντζή, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 7975/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2008 αίτησή του, καθώς και την αναστολή εκτελέσεως της ποινής με την από 17 Απριλίου 2008 αίτησή του, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 675/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 340/23.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιό σας, κατά τα άρθρα 527 και 528 § 1 Κ.Π.Δ., την από 15-4-2008 αίτηση του καταδικασμένου Χ για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την 7975/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών για ψευδή καταμήνυση κατ'εξακολούθηση και εκθέτω τα εξής:
I. Η αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 7975/2007 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έγινε αμετάκλητη με την έκδοση της 533/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα υπ'αυτού αίτηση αναιρέσεως, στηρίζεται, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντα, σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για την πράξη που καταδικάσθηκε και είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.2, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου σας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 525 παρ.1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα (βλ. ΑΠ 680/2007).
ΙΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 7975/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε με αυτή για την παραπάνω πράξη της κατ'εξακολούθηση ψευδούς καταμήνυσης, γιατί το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: Ο εκκαλών-κατηγορούμενος, με τις από 7-12-1999, 5-4-2000, 8-5-2000 και 7-7-2000 εγκλήσεις-μηνύσεις, τις οποίες υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 13-12-1999, 6-4-2000, 8-5-2000 και 10-7-2000 κατεμήνυσε μεταξύ των άλλων και την Α για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα, της χρήσης πλαστού εγγράφου, ψευδούς βεβαίωσης και της αυτοδικίας. Στις μηνύσεις αυτές ισχυρίσθηκε ότι η εγκαλούσα εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών αλλά και σε δικαστήρια, όπου ήταν κατηγορούμενος, σχετικά με την κυριότητα ακινήτου στην περιοχή ....., κατέθεσε ψευδώς ότι το ακίνητο αυτό δεν του ανήκε αλλά ότι ήταν κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου. Ακόμη ότι αυτή κατέθεσε ψευδώς ότι ο Ιερός Ναός που είναι κτισμένος εκεί βρίσκεται εκτός του ακινήτου που φέρεται να του ανήκει και ότι αυτός ανηγέρθει από τους κατοίκους της περιοχής τα έτη 1993-94,μετά από άδεια της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, αν και γνώριζε ότι αυτός είχε ανεγερθεί από τον ίδιο πριν το έτος 1989. 'Ότι προς υποστήριξη των ψευδών καταθέσεών της προσκόμισε και επικαλέσθηκε πλαστό τοπογραφικό διάγραμμα, που είχε συντάξει ο συγκατηγορούμενός της Χ2, αν και γνώριζε ότι τούτο ήταν πλαστό. Ακόμη ότι επικαλέσθηκε και προσκόμισε ψευδή βεβαίωση ότι ο Ναός ανηγέρθει κατόπιν αδείας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, αν και γνώριζε ότι κατά περιεχόμενο η εν λόγω βεβαίωση ήταν ψευδής καθόσον καμιά τέτοια άδεια δεν είχε εκδοθεί. Τέλος δε ότι αυτή και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί της, τον εμπόδιζαν να χρησιμοποιεί τον Ιερό Ναό και οι λοιποί ανήκοντες στην θρησκευτική κοινότητα των Παλαιοημερολογιτών, καταλαμβάνοντας αυτόν και μη επιτρέποντες την είσοδό τους, χρησιμοποιούντες προς τούτο, πολλές φορές σε βάρος τους βία (ξυλοδαρμούς). 'Όλα τα παραπάνω, που περιλήφθησαν στις μηνύσεις του κατηγορουμένου, ήταν ψευδή και τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους. Ειδικότερα για το συγκεκριμένο τμήμα γης για το οποίο ερίζουν ο κατηγορούμενος και τα αναφερόμενα στις μηνύσεις του πρόσωπα με απόφαση του Νομάρχη Αθηνών έχει κηρυχθεί αναδασωτέο, κατά τις διατάξεις του Δασικού Κώδικα, ενώ και το οικείο Δασαρχείο, έχει εκδώσει σε βάρος του πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής καθόσον αποτελεί τμήμα ευρύτερης δημόσιας δασικής έκτασης. Να σημειωθεί ότι τα ως άνω (ενέργειες Νομάρχη και Δασαρχείου) ουδόλως αμφισβητεί ο κατηγορούμενος στον οποίο μάλιστα έχει απαγγελθεί κατηγορία για κατάληψη δημόσιας δασικής έκτασης και εκχέρσωση αυτής. Το φερόμενο δε ως πλαστό σχεδιάγραμμα ήταν αντίγραφο εκείνων που χρησιμοποίησαν οι προαναφερόμενες αρχές, ενώ αληθής κατά περιεχόμενο ήταν και η χρησιμοποιηθείσα βεβαίωση για το ότι ο Ναός ανεγέρθηκε κατόπιν αδείας της Αρχιεπισκοπής. Από τις καταθέσεις δε των μαρτύρων προκύπτει ότι στην ανέγερση αυτή προέβησαν οι κάτοικοι της περιοχής τα έτη 1993-94. 'Όλα τα παραπάνω ψευδή περιέλαβε ο κατηγορούμενος στις μηνύσεις του αν και γνώριζε το ψευδές αυτών, με μοναδικό σκοπό να πετύχει την καταδίωξη της εκκαλούσης και των λοιπών κατανομαζομένων προσώπων, προκειμένου να απαλλαγεί των οχλήσεων και καταγγελιών τους στις αρχές για τις παράνομες ενέργειές του. Το ψευδές των μηνύσεων αυτών αναγνωρίσθηκε και από τις αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές. Ειδικότερα, με το αριθμ. 1128/01 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά του οποίου η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την αριθμ. 2356/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία, σε βάρος της εγκαλούσης, για τις αποδιδόμενες σε βάρος της πράξεις με την πρώτη των μηνύσεων. Με την 208/2000 Διάταξη του, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών απέρριψε την από 5-4-2000 έγκληση-μήνυση του κατηγορουμένου, ενώ η προσφυγή του τελευταίου απορρίφθηκε με την 46/2001 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών. Με την 134/2000 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 618/2000 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών απορρίφθηκε η από 8-5-2000 έγκληση του κατηγορουμένου, για την καταγγελλόμενη πράξη της αυτοδικίας. Με το 1604/2001 βούλευμα του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητο, μετά την 993/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία και κατά της εγκαλούσης για τη φερόμενη απ'αυτήν πράξη της ψευδορκίας, στις 25-5-2000. Με το 3079/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με το 2345/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος της εγκαλούσης για την πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης την οποία φέρεται να τέλεσε στις 27-6-00. 'Όπως προαναφέρθηκε ο κατηγορούμενος υπέβαλε τις παραπάνω ψευδείς μηνύσεις του μεταξύ άλλων και κατά της εγκαλούσης, εν γνώσει του ψευδούς περιεχομένου τους, με σκοπό να πετύχει την καταδίωξη αυτής για τις καταγγελλόμενες με τις μηνύσεις του πράξεις, γεγονός που θα αποθάρρυνε αυτή αλλά και άλλους ενδιαφερόμενους κατοίκους της περιοχής να συνεχίσουν τις σε βάρος του δίκες, για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της καταληφθείσης έκτασης και για να εξυπηρετήσει έτσι τις επεκτατικές του τάσεις επί της δημόσιας αυτής έκτασης. Ενόψει όλων αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης κατ'εξακολούθηση.
IV. Τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών είναι τα εξής: α) Η 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (σχετ. 4), β) Η από 9-1-2008 αίτηση-μηνυτήρια αναφορά του Χ προς τον Εισαγγελέα Α.Π. (σχ. 5), γ) Η από 5-7-2007 αίτηση του Χ και άλλων προσώπων προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (σχ.6), δ) Η 60611/2005 απόφαση του Τριμ. Πλημ/κείου Αθηνών (σχ. 7), ε) Το 3812/21-9-2007 πιστοποιητικό περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της προηγούμενης απόφασης (σχ. 8), στ) Η 1515/26-9-2003 μήνυση της Δασικής Υπηρεσίας κατά του Ιερέα Γ (σχ. 9), ζ) Το κλητήριο θέσπισμα που συντάχθηκε κατά του ιερέα Γ, συνεπεία της μήνυσης (σχ. 10), η) Η από 25-10-2006 αγωγή του Χ και άλλων προσώπων, ενώπιον του Μον. Πρωτ. Αθηνών για αναγνώριση κυριότητας (σχ. 11), θ') αντίγραφο πρακτικών για τις αναβολές συζήτηση της αγωγής αυτής (σχ. 12), ι) Η από 13-6-2005 έφεση του Χ και άλλων προσώπων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (σχ. 13) και ια) Η από 20-6-2007 μήνυση του Χ κατά της Α (σχ. 14).
V. Από τα παραπάνω στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη μόνα τους και σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο που εξέδωσε την 7975/2007 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση σε βάρος του αιτούντος, δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος. Συγκεκριμένα τα με στοιχεία α', δ', στ' δεν είναι νέες αποδείξεις αφού τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης (βλ. σελ. 13 πρακτικών για στ', σελ. 14 πρακτικών για δ' και σελ. 15 πρακτικών για α'), ενώ τα με στοιχεία β', η', ι', ια' έγγραφα αποτελούν δικόγραφα που έχουν συνταχθεί από τον ίδιο τον αιτούντα και άλλους ομοδίκους του, χωρίς να υπάρχει επ'αυτών αμετάκλητη δικαστική κρίση, ώστε να μη είναι δυνατόν να θεμελιώσουν κρίση περί του ότι ο αιτών είναι αθώος. Τέλος και σε σχέση το κλητήριο θέσπισμα κατά του ιερέως Γ (παραπάνω με στοιχείο ζ') όχι μόνον δεν στηρίζονται από το περιεχόμενο του κλητηρίου αυτού οι ισχυρισμοί του αιτούντος περί ανεγέρσεως του ναού σε έκταση που ανήκε στην οικογένεια του, αλλά αντιθέτως ότι η ανέγερση έγινε σε έκταση που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο.
VI. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο αιτών δεν απέδειξε με νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, ότι ήταν αθώος της πράξης για την οποία καταδικάστηκε αμετακλήτως και συνεπώς η υπό κρίση από 15-4-2008 αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας κατά της 7975/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθούν τα έξοδα στον αιτούντα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.).
VII. Με την από 17-4-2008 αίτηση, που κατατέθηκε στις 16-5-2008, ο Χ ζητά την αναστολή εκτέλεσης της παραπάνω 7975/2007 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (βλ. αίτηση). Η αίτηση είναι νόμιμη (άρθρο 529 Κ.Π.Δ.) και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, πλην όμως θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού προϋπόθεση για την παραδοχή της είναι η πρόβλεψη ευδοκίμησης της αίτησης επαναλήψεως της διαδικασίας, που δεν υφίσταται στη προκειμένη περίπτωση, αφού ήδη προτείνω την απόρριψή της ως ουσιαστικά αβάσιμης (βλ. ΑΠ 187/2007).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω
I. Να απορριφθεί η από 15-4-2008 αίτησή του καταδικασμένου Χ για επανάληψη της διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 7975/2007 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΙΙ. Να απορριφθεί η από 17-4-2008 αίτηση του ίδιου καταδικασμένου για αναστολή εκτέλεσης της ίδιας αυτής αμετάκλητης απόφασης και
ΙΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα.
Αθήνα 13 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξούσια
του αιτούντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρυνιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ'αριθ. 533/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 7975/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών για ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 229 Π.Κ.), για το λόγο ότι, από τα επικαλούμενα νέα έγγραφα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του ανωτέρου δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, παραδεκτώς δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, ως άνω, απόφασης, διαλαμβάνονται για τον αιτούντα τα εξής: Ο εκκαλών-κατηγορούμενος, με τις από 7-12-1999, 5-4-2000, 8-5-2000 και 7-7-2000 εγκλήσεις-μηνύσεις, τις οποίες υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 13-12-1999, 6-4-2000, 8-5-2000 και 10-7-2000 κατεμήνυσε μεταξύ των άλλων και την Α για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα της χρήσης πλαστού εγγράφου, ψευδούς βεβαίωσης και της αυτοδικίας. Στις μηνύσεις αυτές ισχυρίσθηκε ότι η εγκαλούσα εξεταζόμενη ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών αλλά και σε δικαστήρια, όπου ήταν κατηγορούμενος, σχετικά με την κυριότητα ακινήτου στην περιοχή ....., κατέθεσε ψευδώς ότι το ακίνητο αυτό δεν του ανήκε αλλά ότι ήταν κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου. Ακόμη ότι αυτή κατέθεσε ψευδώς ότι ο Ιερός Ναός που είναι κτισμένος εκεί βρίσκεται εκτός του ακινήτου που φέρεται να του ανήκει και ότι αυτός ανηγέρθει από τους κατοίκους της περιοχής τα έτη 1993-94,μετά από άδεια της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, αν και γνώριζε ότι αυτός είχε ανεγερθεί από τον ίδιο πριν το έτος 1989. 'Ότι προς υποστήριξη των ψευδών καταθέσεών της προσκόμισε και επικαλέσθηκε πλαστό τοπογραφικό διάγραμμα, που είχε συντάξει ο συγκατηγορούμενός της Χ2, αν και γνώριζε ότι τούτο ήταν πλαστό. Ακόμη ότι επικαλέσθηκε και προσκόμισε ψευδή βεβαίωση ότι ο Ναός ανηγέρθει κατόπιν αδείας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, αν και γνώριζε ότι κατά περιεχόμενο η εν λόγω βεβαίωση ήταν ψευδής καθόσον καμιά τέτοια άδεια δεν είχε εκδοθεί. Τέλος δε ότι αυτή και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί της, τον εμπόδιζαν να χρησιμοποιεί τον Ιερό Ναό και οι λοιποί ανήκοντες στην θρησκευτική κοινότητα των Παλαιοημερολογιτών, καταλαμβάνοντας αυτόν και μη επιτρέποντες την είσοδό τους, χρησιμοποιούντες προς τούτο, πολλές φορές σε βάρος τους βία (ξυλοδαρμούς). 'Όλα τα παραπάνω, που περιλήφθησαν στις μηνύσεις του κατηγορουμένου, ήταν ψευδή και τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους. Ειδικότερα για το συγκεκριμένο τμήμα γης για το οποίο ερίζουν ο κατηγορούμενος και τα αναφερόμενα στις μηνύσεις του πρόσωπα με απόφαση του Νομάρχη Αθηνών έχει κηρυχθεί αναδασωτέο, κατά τις διατάξεις του Δασικού Κώδικα, ενώ και το οικείο Δασαρχείο, έχει εκδώσει σε βάρος του πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής καθόσον αποτελεί τμήμα ευρύτερης δημόσιας δασικής έκτασης. Να σημειωθεί ότι τα ως άνω (ενέργειες Νομάρχη και Δασαρχείου) ουδόλως αμφισβητεί ο κατηγορούμενος στον οποίο μάλιστα έχει απαγγελθεί κατηγορία για κατάληψη δημόσιας δασικής έκτασης και εκχέρσωση αυτής. Το φερόμενο δε ως πλαστό σχεδιάγραμμα ήταν αντίγραφο εκείνων που χρησιμοποίησαν οι προαναφερόμενες αρχές, ενώ αληθής κατά περιεχόμενο ήταν και η χρησιμοποιηθείσα βεβαίωση για το ότι ο Ναός ανεγέρθηκε κατόπιν αδείας της Αρχιεπισκοπής. Από τις καταθέσεις δε των μαρτύρων προκύπτει ότι στην ανέγερση αυτή προέβησαν οι κάτοικοι της περιοχής τα έτη 1993-94. 'Όλα τα παραπάνω ψευδή περιέλαβε ο κατηγορούμενος στις μηνύσεις του αν και γνώριζε το ψευδές αυτών, με μοναδικό σκοπό να πετύχει την καταδίωξη της εκκαλούσης και των λοιπών κατανομαζομένων προσώπων, προκειμένου να απαλλαγεί των οχλήσεων και καταγγελιών τους στις αρχές για τις παράνομες ενέργειές του. Το ψευδές των μηνύσεων αυτών αναγνωρίσθηκε και από τις αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές. Ειδικότερα, με το αριθμ. 1128/01 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά του οποίου η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την αριθμ. 2356/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία, σε βάρος της εγκαλούσης, για τις αποδιδόμενες σε βάρος της πράξεις με την πρώτη των μηνύσεων. Με την 208/2000 Διάταξη του, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών απέρριψε την από 5-4-2000 έγκληση-μήνυση του κατηγορουμένου, ενώ η προσφυγή του τελευταίου απορρίφθηκε με την 46/2001 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών. Με την 134/2000 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 618/2000 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών απορρίφθηκε η από 8-5-2000 έγκληση του κατηγορουμένου, για την καταγγελλόμενη πράξη της αυτοδικίας. Με το 1604/2001 βούλευμα του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητο, μετά την 993/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία και κατά της εγκαλούσης για τη φερόμενη απ'αυτήν πράξη της ψευδορκίας, στις 25-5-2000. Με το 3079/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με το 2345/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος της εγκαλούσης για την πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης την οποία φέρεται να τέλεσε στις 27-6-00. 'Όπως προαναφέρθηκε ο κατηγορούμενος υπέβαλε τις παραπάνω ψευδείς μηνύσεις του μεταξύ άλλων και κατά της εγκαλούσης, εν γνώσει του ψευδούς περιεχομένου τους, με σκοπό να πετύχει την καταδίωξη αυτής για τις καταγγελλόμενες με τις μηνύσεις του πράξεις, γεγονός που θα αποθάρρυνε αυτή αλλά και άλλους ενδιαφερόμενους κατοίκους της περιοχής να συνεχίσουν τις σε βάρος του δίκες, για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της καταληφθείσης έκτασης και για να εξυπηρετήσει έτσι τις επεκτατικές του τάσεις επί της δημόσιας αυτής έκτασης. Ενόψει όλων αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης κατ'εξακολούθηση.
Ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα αποδεικτικά στοιχεία 1) την υπ' αριθμ.2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 2) την από 9-1-2008 αίτηση-μηνυτήρια αναφορά του Χ και άλλων προσώπων προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, 3) την από 5-7-2007 αίτηση του Χ και άλλων προσώπων προς το Μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών, 4) την από 60611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, 5) το 3812/21-9-2007 πιστοποιητικό περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της προηγούμενης αποφάσεως, 6) την 1515/26-9-2003 μήνυση της Δασικής υπηρεσίας κατά του ιερέα Γ, 7) το κλητήριο θέσπισμα που συντάχθηκε κατά του ιερέα Γ, συνεπεία της μήνυσης, 8) την από 25-10-2006 αγωγή του Χ και άλλων προσώπων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για αναγνώριση κυριότητας, 9) αντίγραφα πρακτικών για τις αναβολές συζήτησης της αγωγής αυτής, 10) την από 13-6-2005 έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας κατά της 760/2004 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας Αττικής με την οποία διέτασσε τη κατεδάφιση του Ι.Ν. Αγίου Σάββα ως ευρισκόμενο σε δασική έκταση και 11) την από 20-6-2007 μήνυση του Χ κατά της Α. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία τα με αριθμό 1,4,6 δεν αποτελούν νέες αποδείξεις αφού τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της αποφάσεως, ενώ τα με αριθμό 2,8,10 και 11 έγγραφα αποτελούν δικόγραφα που έχουν συνταχθεί από τον ίδιο τον αιτούντα και άλλους ομοδίκους του, χωρίς να υπάρχει επ'αυτών αμετάκλητη δικαστική κρίση, από δε το περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος κατά του ιερέως Γ όχι μόνο δεν στηρίζονται οι ισχυρισμοί του αιτούντος περί ανεγέρσεως του Ιερού Ναού σε έκταση που ανήκε στην οικογένεια του, αλλά αντιθέτως ότι η ανέγερση έγινε σε έκταση που ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Κατά συνέπεια, οι επικαλούμενες από τον αιτούντα ως άνω νέες αποδείξεις, τόσο από μόνες τους όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προσκομισθείσες με βάση τις οποίες τούτο έκρινε ότι ο αιτών τέλεσε την προαναφερόμενη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο Χ είναι αθώος της πράξεως αυτής για την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως. Οι άλλες αιτιάσεις της υπό κρίση αίτησης επιδιώκουν τον από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Ακόμη πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και η από 17-4-2008 αίτηση του ιδίου με την οποία ζητά την αναστολή της εκτελέσεως της ποινής, που του επιβλήθηκε, δυνάμει της ως άνω αποφάσεως, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ προϋπόθεση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που εκτίεται δυνάμει αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως, όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, είναι η ευδοκίμηση της τελευταίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 533/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 7975/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών

Απορρίπτει την από 17-4-2008 αίτηση του ιδίου για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που επιβλήθηκε με την παραπάνω απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή