Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 394 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Απαράδεκτη αναίρεση κατά βουλεύματος που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη.




ΑΡΙΘΜΟΣ 394/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που δεν παραστάθηκε στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 589/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1080/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 427/15.9.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 589/2008 βούλευμά του κήρυξε ως απαράδεκτη την υπ'αριθμ. 630/22-11-2007 έφεση του ..... κατά του υπ'αριθμ. 3141/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά του άνω (=589/2008) βουλεύματος ο ...., δια του .... και με βάση την από 14-5-2008 εξουσιοδότησή του, στην οποία βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του από δικηγόρο, άσκησε στις 20-5-2008 ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, την υπ'αριθμ. 94/2008 εμπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης προβάλλων ότι "εσφαλμένα το προσβαλλόμενο βούλευμα κήρυξε άκυρο το με αριθμό 3141/2007 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών και απέρριψε σαν απαράδεκτη την με αριθμό 630/22-11-2007 έφεσή του, κατά του βουλεύματος αυτού, ενώ το βούλευμα με αριθμό 3141/2007 του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ήταν έγκυρο και θα έπρεπε να συζητηθεί η ανωτέρω με αριθμό 630/22-11-2007 έφεσή του κατ'αυτού. Κατά συνέπεια με όσα το ανωτέρω με αρ. 589/2008 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών έκανε δεκτά, παραβίασε την επιταγή του νόμου και του Συντάγματος για πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και επικύρωσε το με αριθμό 4033/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παρεπέμφθη να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης (α. 510 παρ. στ Δ' ΚΠΔ).".

ΙΙ) Επειδή, για την έρευνα του παραδεκτού ή μη του άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να σημειωθούν τα εξής:
Με το υπ'αριθμ. 4033/2005 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών ο αναιρεσείων για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ, εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε την υπ'αριθμ. 148/2006 εμπρόθεσμη έφεση. Επ'αυτής το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2101/2006 βούλευμά του, αφού την έκρινε τυπικά δεκτή, διέταξε περαιτέρω κύρια ανάκριση και ανέβαλε ν'αποφανθεί επί της ουσίας (δηλ. της βασιμότητας ή μη της έφεσης αυτής). Αφού διενεργήθηκε η διαταχθείσα κύρια ανάκριση (και συνεπώς θα έδει να επανεισαχθεί στο συμβούλιο Εφετών Αθηνών η δικογραφία προκειμένου τούτο να αποφανθεί επί της ουσίας της άνω έφεσης η οποία ήταν εκκρεμής σ'αυτό), εισήχθη η υπόθεση πλέον και πάλι στο συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο και εξέδωσε το υπ'αριθμ. 3141/2007 βούλευμα το οποίο παρέπεμπε (και πάλιν) τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί για την αυτή πράξη που είχε παραπεμφθεί με το ανωτέρω 4033/2005 βούλευμα του αυτού συμβουλίου (= Πλημμελειοδικών Αθηνών). Κατά του τελευταίου (3141/2007) βουλεύματος άσκησε νομότυπα και παραδεκτά (άρθρα 478, 481 ΚΠΔ) ο άνω κατηγορούμενος την υπ'αριθμ. 630/22-11-2007 έφεση. 'Ετσι στο συμβούλιο Εφετών εισήχθησαν με την υπ'αριθμ. 2679/2007 πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών τόσο η 148/2006 έφεση (κατά του 4033/2005 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) - η οποία ήταν εκκρεμής σ'αυτό - όσο και η υπ'αριθμ. 630/2007 έφεση (κατά του 3141/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), που αφορούσαν την αυτήν υπόθεση. Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο με την υπό κρίση αναίρεση βούλευμά του έκρινε ότι η δεύτερη έφεση ήταν απαράδεκτη διότι το εκδόσαν το προσβαλλόμενο με αυτή (3141/2007) βούλευμα εκδόθηκε καθ'υπέρβαση εξουσίας - αφού δεν είχε τέτοια αρμοδιότητα - και συνεπώς η έφεση κατ'αυτού είναι απαράδεκτη, αφού δεν έχει πλέον αντικείμενο, αφετέρου απέρριψε στην ουσία την πρώτη (=148/2006) έφεση κατά του υπ'αριθμ. 4033/2005 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Καθίσταται συνεπώς φανερόν ότι ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αναίρεση προσβάλλει το υπ'αριθμ. 589/2008 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών μόνο κατά τη διάταξη αυτού που κήρυξε ως απαράδεκτη την 630/2007 έφεσή του κατά του 3141/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. 'Ετσι όμως το βούλευμα αυτό δεν υπόκειται σε αναίρεση - λαμβανομένου υπόψη ότι δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 482 ΚΠΔ, η δε διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ σε σχέση με τα βουλεύματα καταργήθηκε με το άρθρο 38 ν. 3160/2003.
Πρέπει επομένως η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη

ΙΙΙ)'Αλλωστε ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ---------------------
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 94/2008 αίτηση αναίρεσης του .... κατά του υπ'αριθμ. 589/2008 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτού.
Αθήνα 30 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑθανάσιος Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από την επί του φακέλλου της δικογραφίας σχετική σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ειδοποιήθηκε νόμιμα ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος για να προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το παραδεκτό ή μη της κρινόμενης υπ' αριθμ. 94/20.5.2008 αίτησης αναίρεσης Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται. Εξ' άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, που πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003 όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεσης" και μετά την εν λόγω τροποποίησή του απαλείφθηκε η φράση "ή του βουλεύματος" προκύπτει ότι δεν προβλέπεται πλέον αναίρεση κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτουν τα εξής: Με το υπ' αριθμ.4033/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών ο αναιρεσείων για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε την υπ'αριθμ. 148/2006 εμπρόθεσμη έφεση. Επ' αυτής το Συμβούλιο Εφετών με το υπ' αριθμ. 2101/2006 βούλευμά του, αφού την έκρινε τυπικά δεκτή, διέταξε περαιτέρω κυρία ανάκριση και ανέβαλε να αποφανθεί επί της ουσίας. Αφού διενεργήθηκε η διαταχθείσα κυρία ανάκριση (και συνεπώς θα έπρεπε να επανεισαχθεί στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών η δικογραφία προκειμένου τούτο να αποφανθεί επί της ουσίας της άνω έφεσης η οποία ήταν εκκρεμής σ' αυτό), εισήχθη η υπόθεση πλέον και πάλι στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο και εξέδωσε το υπ' αριθμ. 3141/2007 βούλευμα, το οποίο παραπέμπει (και πάλι) τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί για την αυτή πράξη που είχε παραπεμφθεί με το ανωτέρω 4033/2005 βούλευμα του αυτού Συμβουλίου (Πλημμελειοδικών Αθηνών). Κατά του τελευταίου (3141/2007) βουλεύματος άσκησε νομότυπα και παραδεκτά ο άνω κατηγορούμενος την υπ' αριθμ.630/22-11-2007 έφεση. Έτσι στο Συμβούλιο Εφετών εισήχθησαν με την υπ' αριθμ.2679/2007 πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών τόσο η 148/2006 έφεση (κατά του 4033/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) η οποία ήταν εκκρεμής σ'αυτό, όσο και η υπ'αριθμ 630/2007 έφεση (κατά του 3141/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), που αφορούσαν την αυτή υπόθεση. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 589/2008 βούλευμά του έκρινε ότι η δεύτερη έφεση ήταν απαράδεκτη διότι το εκδόσαν το προσβαλλόμενο με αυτή (3141/2007) βούλευμα καθ' υπέρβαση εξουσίας - αφού δεν είχε τέτοια αρμοδιότητα - και συνεπώς η έφεση κατ'αυτού είναι απαράδεκτη, αφού δεν έχει πλέον αντικείμενο. Κατά του ανωτέρω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών και μόνο κατά τη διάταξη αυτού που κήρυξε απαράδεκτη την 630/2007 έφεση ο κατηγορούμενος -αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση 94/20.5.2008 αναίρεση. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, δεν προβλέπεται από το νόμο δυνατότητα άσκησης αναίρεσης κατά του άνω βουλεύματος.
Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 94/20.5.2008, αίτηση του ...., για αναίρεση του 589/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή