Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1376 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής.




Περίληψη:
Αιτιολογία ως προς την απόρριψη ισχυρισμών του αναιρεσείοντος. Απορρίπτει.





Αριθμός 1376/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Κέρκυρας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Μαυροειδή, περί αναιρέσεως της 765/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.4.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 755/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 2 και 105 Κ.Ποιν.Δ., όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους από τα άρθρα 2 του ν.3160/2003 και 2 παρ. 2α του ν. 2408/1996, αντίστοιχα, προκύπτει ότι οι κατά το στάδιο της προδικασίας λαμβανόμενες ανώμοτες ή ένορκες καταθέσεις των κατηγορουμένων, πρέπει να τίθενται στο αρχείο της αρμόδιας Εισαγγελίας Πρωτοδικών και να μη αποτελούν μέρος της κατά των κατηγορουμένων σχετικής δικογραφίας. Σε αντίθετη περίπτωση, ανάγνωσης δηλαδή και αποδεικτικής αξιοποίησης των καταθέσεων αυτών κατά το μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ατέλεστο μέρος της διαδικασίας, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ Κ.Ποιν.Δ., ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1Α Κ.Ποιν.Δ. σχετικό λόγο αναίρεσης (ολ. ΑΠ 2/1999). Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάστηκε κατ' έφεση ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή κάθειρξης 16 ετών και χρηματική ποινή 2000 ευρώ για ληστεία κλοπή και παράνομη οπλοφορία . Η απόφαση για το σχηματισμό της κρίσης της περί της ενοχής του έλαβε υπόψη και αξιολόγησε, πλην των λοιπών αναφερόμενων σ' αυτήν στοιχείων, και εκείνα που ο συγκατηγορούμενός του Χ2, είπε προφορικά, πριν τη μεταγωγή του στον Εισαγγελέα, στους αστυνομικούς Γ1, Γ2 και στον επ' αδελφή γαμβρό του Γ3. Η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο των ως άνω πληροφοριών (τις οποίες μετέφεραν σ' αυτό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης οι παραπάνω μάρτυρες ) δεν εμπίπτει στις ως άνω διατάξεις καθόσον δεν αποτελούν ανώμοτη ή ένορκη κατάθεση του άνω συγκατηγορουμένου του Χ2, αλλ' απλή αναφορά στην πηγή γνώσεως των πιο πάνω μαρτύρων, χρήσιμη κατά την αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου των καταθέσεών των. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Α' του Κ.Π.Δ. για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που επήλθε εξαιτίας της παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων του Κ.Π.Δ. και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 εδάφ. α' του Κ.Π.Δ., ''Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α') όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση ...''. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται, η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή προανάκρισης. Η από τη διάταξη αυτή απαγγελομένη ακυρότης είναι μεν σχετική, εν τούτοις εκ του ότι δύναται αυτή να προταθεί, κατ' άρθρο 173 παρ.1 σε συνδ. προς άρθρ. 174 παρ.1, μέχρις ότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό και συνεπώς εκ του ότι δύναται να προταθεί για πρώτη φορά κατ' έφεση (όχι όμως και ενώπιον του Αρείου Πάγου) συνάγεται ότι η ακυρότης υφίσταται, καλυπτομένη μόνον εάν δεν επροτάθη, κατά τα ανωτέρω. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 211Α Κ.Π.Δ., μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Από η διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς επίσης και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία, ως μοναδική πηγή πληροφόρησής τους, έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά, συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και στις καταθέσεις των άλλων μαρτύρων, καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, προέβαλε τους κάτωθι ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σε έγγραφο, το οποίο καταχωρήθηκε στα πρακτικά και τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς α) περί μη λήψεως υπόψη των καταθέσεων των Γ1, Γ2, αστυνομικών και Γ3 επ' αδελφή γαμβρού του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Χ2 διότι όσα κατέθεσαν τα είπε προφορικά σ' αυτούς ο ως άνω συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος πριν τη μεταγωγή του στον Εισαγγελέα, και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα εξαιτίας παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 171 παρ.1 δ' Κ.Π.Δ. και άρθρου 6 της ΕΣΔΑ β)περί μη εξετάσεως και μη αναγνώσεως των προανακριτικών και επ' ακροατηρίω στον πρώτο βαθμό καταθέσεων κατ' άρθρο 211 ΚΠΔ, των μαρτύρων αστυνομικών Γ1 και Γ2, γιατί αυτοί είχαν εκτελέσει προανακριτικά καθήκοντα και γ)δεν μπορούν να αξιοποιηθούν αποδεικτικά οι μαρτυρικές καταθέσεις των ως άνω αστυνομικών σε βάρος του αναιρεσείοντος διότι έχουν ως πηγή πληροφόρησή τους τον συγκατηγορούμενό του κατ' άρθρο 211Α Κ.Π.Δ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τους ως άνω, παραδεκτώς, προβληθέντας ισχυρισμούς του εν λόγω αναιρεσείοντος με την αιτιολογία, ότι "Εν προκειμένω κατά τα εκτιθέμενα στον άνω ισχυρισμό του κατηγορουμένου οι άνω μάρτυρες Γ1 Γ2 και Γ3 αρύονται την πηγή των γνώσεών τους κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά από πληροφορίες που έδωσε σ' αυτούς ο πρώτος κατηγορούμενος. Τούτο δεν αποτελεί εξέταση αυτού σύμφωνα με τα άρθρα 105,273 Κ.Π.Δ. Περαιτέρω οι άνω Γ1 και Γ2 από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ασκούσαν προανακριτικά καθήκοντα στην προκειμένη υπόθεση, η δε δικανική κρίση που θα σχηματισθεί προφανώς δεν θα στηριχθεί μόνο στην απολογία του πρώτου, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω". Με αυτά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας αιτιολογημένα απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1Α και Β σε συνδ. με τα άρθρα 171 παρ.1δ', 173 παρ.1 και 174 παρ.1 ΚΠΔ ούτε παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ γιατί 1) όπως αναφέρθηκε στην πρώτη σκέψη της παρούσης, η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο των ως άνω πληροφοριών (τις οποίες μετέφεραν σ' αυτό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης οι παραπάνω μάρτυρες ) δεν εμπίπτει στις ως άνω διατάξεις καθόσον δεν αποτελούν ανώμοτη ή ένορκη κατάθεση του άνω συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Χ2, αλλ' απλή αναφορά στην πηγή γνώσεως των πιο πάνω μαρτύρων, 2) οι μάρτυρες αστυνομικοί Γ1 και Γ2 όπως προκύπτει από τον φάκελλο της δικογραφίας δεν άσκησαν στην ίδια υπόθεση προανακριτικά καθήκοντα και 3) Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, όχι μόνο στις ένορκες καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων, αλλά και στις ένορκες καταθέσεις των υπολοίπων επτά μαρτύρων κατηγορίας και ενός μάρτυρα υπερασπίσεως ως και σε άλλα είκοσι τρία (23) έγγραφα, τα οποία και αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α, Β' και Δ' περί απολύτου και σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο λόγω παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 171 παρ.1δ' 211 και 211Α Κ.Π.Δ. και ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Απριλίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθ. 765/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Μαΐου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ