Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1495 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Κατοχή - πώληση ναρκωτικής ουσίας (ηρωίνης),κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια κατοχής από κοινού. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για την από κοινού κατοχή και πώληση ναρκωτικής ουσίας με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα τελέσεως και κατά συνήθεια. Πραγματικά περιστατικά για τέλεση από τους κατηγορουμένους με τις επιβαρυντικές άνω περιστάσεις των άνω πράξεων. Αβάσιμοι οι λόγοι των αιτήσεων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί πωλήσεως και κατοχής, καθώς και των περί συναυτουργίας διατάξεων. Απορρίπτει ως αβάσιμες τις αιτήσεις αναιρέσεως.




Αριθμός 1495/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, 1. Χ1, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καυκόπουλο και 2. Χ2, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Διονυσοπούλου, περί αναιρέσεως της 723-724/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Σεπτεμβρίου 2009 και 29 Σεπτεμβρίου 2009 αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1466/2009.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 22 και 29-9-2009 αντίστοιχα, αιτήσεις των κατηγορουμένων: α) Χ1 και β) Χ2 κατά της υπ' αριθμ. 723-724/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 και ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες (22-4-2009), το έγκλημα της κατοχής ναρκωτικών, στα οποία περιλαμβάνεται και η ηρωίνη, το οποίο τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και με χρηματική ποινή 2.099 μέχρι 290.000 ευρώ και αν ο δράστης είναι υπάλληλος, ο οποίος λόγω της υπηρεσίας του ασχολείται με τα ναρκωτικά, με κάθειρξη 15 ετών και χρηματική ποινή 15.000 μέχρι 440.000 ευρώ (άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου νόμου), πραγματώνεται αντικειμενικώς με τη φυσική εξουσίαση των ουσιών αυτών από τον δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί αυτός σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά την βούλησή του, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωση του απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και την θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του ανωτέρω Κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον ως άνω ενδιαφέροντα χρόνο, με τις σ' αυτό προβλεπόμενες (βαρύτερες των ανωτέρω) ποινές τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του ίδιου νόμου, αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά το όρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ιδιαίτερα δε επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεώς της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος (Ολ. ΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι η τελευταία πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, οι επί μέρους ενέργειες καθενός εξ αυτών. Ενόψει αυτών, συναυτουργία στην κατοχή, ειδικότερα, ναρκωτικών ουσιών (συγκατοχή) υπάρχει όταν μεταξύ των δραστών υφίσταται κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας των ουσιών αυτών, καθώς και δυνατότητα ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως από όλους τους συναυτουργούς, κατά τρόπο που να μπορεί καθένας απ' αυτούς να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει κατά τη βούλησή του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στην παραδοχή επιβαρυντικών περιστάσεων, όπως είναι και οι προαναφερθείσες των άρθρων 8 του Ν. 1729/1987 και 13 στοιχ. στ' και ζ' ΠΚ, και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 723-724/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, κατοχής-πώλησης από κοινού ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και τους επιβλήθηκε ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ σε καθέναν από αυτούς. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής:
"Στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών .., περιήλθε πληροφορία ότι στη Χ2 έχει εγκατασταθεί ένα οργανωμένο κύκλωμα διακίνησης μεγάλων ποσοτήτων της ναρκωτικής ουσίας της ηρωίνης, κύκλωμα που λειτουργούσε πολύ προσεκτικά και στεγανά. Μετά από πολλές προσπάθειες ο αστυνομικός της ως άνω Υπηρεσίας Ζ, κατόρθωσε να διεισδύσει στο κύκλωμα αυτό και ήλθε σε επαφή με τον αρχηγό του κυκλώματος Ψ προκειμένου να αγοράσει ηρωίνη. Ο Ζ συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον πρώτο κατηγορούμενο Ψ τέλη Μαρτίου 2005 στην περιοχή του Σιδηροδρομικού Σταθμού και συμφώνησε να αγοράσει απ' αυτόν 2,5 κιλά ηρωίνης έναντι του τιμήματος των 22.000 ευρώ. Ο ως άνω αστυνομικός διαπίστωσε τότε ότι και άλλα άτομα παρακολουθούσαν τη συνάντησή τους. Η συναλλαγή δεν έγινε εκείνη την ημέρα επειδή ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν πολύ προσεκτικός στις κινήσεις του και εδήλωσε ότι το άτομο που είχε τα ναρκωτικά είχε συλληφθεί. Συμφώνησαν να συναντηθούν μεταγενέστερα γι τον ίδιο σκοπό. Στο δεύτερο ραντεβού προσήλθε ο τρίτος κατηγορούμενος Χ2 ο οποίος εδήλωσε στον Ζότι σε λίγο θα ερχόταν και ο πρώτος κατηγορούμενος Ψ και θα γινόταν η αγοραπωλησία. Παρά τις διαβεβαιώσεις και τα τηλεφωνήματα, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε και έτσι δεν συντελέσθηκε η αγοραπωλησία. Αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών ... που παρακολουθούσαν τη συνάντηση πρώτου κατηγορουμένου και Ζ, διαπίστωσαν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος βρισκόταν πλησίον του τόπου της συνάντησης και ήλεγχε αυτή. Πρωινές ώρες στις 4-4-2005 κλείσθηκε άλλο ραντεβού στο οποίο έφθασαν μαζί ο πρώτος και τρίτος κατηγορούμενος. Μετά από τηλεφώνημα που έκανε ο πρώτος κατηγορούμενος, εμφανίσθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1. Ο Ζ επέδειξε το χρηματικό ποσό που θα δινόταν ως τίμημα της αγοραπωλησίας στον πρώτο κατηγορούμενο ο οποίος αμέσως έδωσε εντολή στους δύο συγκατηγορουμένους του να μεταβούν στο αυτοκίνητο του Ζ για να καταμετρηθεί το χρηματικό ποσό. Ο ως άνω αστυνομικός παρέδωσε το ποσό των 22.000 ευρώ στους δεύτερο και τρίτο κατηγορουμένους ως τίμημα της αγοραπωλησίας των 2,5 κιλών ηρωίνης που του επωλούσαν όπως είχε συμφωνηθεί. Καταμετρήθηκαν τα χρήματα από το δεύτερο κατηγορούμενο και στη συνέχεια, μετά την έξοδο των τριών ανδρών από το αυτοκίνητο του Ζ, δόθηκε εντολή από τον πρώτο κατηγορούμενο να παραδοθεί η ως άνω ποσότητα ηρωίνης στον αγοραστή Ζ. Ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος παρέμεινε σε μία καφετέρια, οι λοιποί ξεκίνησαν με το αυτοκίνητο του αστυνομικού και κατευθύνθηκαν στην περιοχή της παλαιάς λαχαναγοράς .... Όταν έφθασαν στην περιοχή αυτή, ο Χ1 είπε να σταματήσουν και ο ίδιος κατέβηκε από το αυτοκίνητο λέγοντας ότι πηγαίνει να φέρει την συμφωνηθείσα προς πώληση ποσότητα ηρωίνης. Μετά από λίγα λεπτά εμφανίσθηκε ο δεύτερος Χ1κρατώντας στα χέρια του μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών μέσα στην οποία περιέχονταν πέντε (5) μικροδέματα που περιείχαν ηρωίνη βάρους αντιστοίχως (520), (520), (520), (515), (515) γραμμαρίων συνολικού βάρους 2.590 γραμμαρίων την οποία και παρέδωσε στον εμφανισθέντα ως αγοραστή αυτής αστυνομικό Ζ. Μετά την παράδοση της ως άνω ποσότητας ηρωίνης, αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών, που παρακολουθούσαν την όλη συναλλαγή, επενέβησαν και ακινητοποίησαν τον εντός του αυτοκινήτου τρίτο κατηγορούμενο Χ2, τον οποίο και συνέλαβαν. Στη συνέχεια συνέλαβαν τον δεύτερο κατηγορούμενο ο οποίος μετά από πρόσκληση των αστυνομικών τους παρέδωσε άλλα δύο (2) δέματα που περιείχαν ηρωίνη βάρους, αντιστοίχως, 300 και 240 γραμμαρίων, συνολικού βάρους 540 γραμμαρίων τα οποία και ήσαν και αυτά αποθηκευμένα στο χώρο της Παλαιάς Λαχαναγοράς .... ’λλοι αστυνομικοί συνέλαβαν τον πρώτο κατηγορούμενο Ψ ο οποίος ανέμενε σε καφετέρια τους συγκατηγορουμένους του μέχρι την τελείωση της συναλλαγής. Σε σωματική έρευνα του τελευταίου βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA με αριθμό κλήσης ..., σε σωματική έρευνα του Χ1 βρέθηκε και κατασχέθηκε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ με αριθμό κλήσης ... και σε σωματική έρευνα του Χ2, βρέθηκε και κατασχέθηκε επίσης ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ με αριθμό κλήσης ..., τηλέφωνα που χρησιμοποιούσαν για τις παράνομες συναλλαγές τους. Οι κατηγορούμενοι ενεργώντας από κοινού καθώς και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς τους κατείχαν στη ... στις 4-4-2005 ναρκωτικές ουσίες ενώ είναι πρόσωπα που κατέχουν ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι από κοινού ενεργώντας στον ως άνω τόπο και χρόνο, μαζί και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς τους, είχαν στη φυσική τους εξουσίαση και μπορούσαν να διαθέσουν κατά την πραγματική τους βούληση οποτεδήποτε, ποσότητα ηρωίνης, συνολικού βάρους 3.130 γραμμαρίων την οποία διαμοιρασμένη σε επτά (7) αυτοτελείς συσκευασίες βάρους (520), (520), (520), (515), (515), (300) και (240) γραμμαρίων αντιστοίχως, απέκρυπταν σε αποθήκη στο χώρο της παλιάς Λαχαναγοράς ... τμήμα της οποίας, ως άνω βάρους 2.590 γραμμαρίων πώλησαν στον Ζ. Είναι δε και οι τρεις κατηγορούμενοι πρόσωπα που τελούν τις πράξεις της κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών, υποδομή που καταφαίνεται από την μεταξύ τους συνεργασία και από τη συνεργασία τους με άλλους ομοεθνείς τους αλβανικής υπηκοότητας για τη διακίνηση σημαντικότατων ποσοτήτων ηρωίνης έναντι υψηλοτάτων τιμημάτων, από την κατοχή κατά τη σύλληψή τους σημαντικότατης ποσότητας ηρωίνης βάρους 3.130 γραμμαρίων, υψηλοτάτης οικονομικής αξίας, από την απόκρυψη των ναρκωτικών σε αποθήκη στην παλαιά Λαχαναγορά έτσι ώστε να είναι δυσχερής η εύρεσή τους από τις διωκτικές Αρχές και η σύνδεσή τους (ουσιών) με αυτούς, από τη λήψη μέτρων προφύλαξης, στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη οργανωμένου κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, προκύπτει αφενός σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες τέλεσαν τις πράξεις τους και δη η βαρύτητα αυτών, ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης σε συνδυασμό με τα αίτια που τους ώθησαν (πορισμός παράνομου εισοδήματος) καθώς και η προσωπικότητά τους όπως καταδεικνύεται από τον τρόπο δράσης τους, μαρτυρούν ότι είναι πρόσωπα ιδιαίτερα επικίνδυνα, αφού μαρτυρούν αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή τους στη διάπραξη νέων εγκλημάτων. Τέλος, ο δεύτερος κατηγορούμενος κατείχε εντός της οικίας του επί της οδού ..., κατά το χρονικό διάστημα από 2 μέχρι 4 Απριλίου 2005, έχοντας στη φυσική του εξουσίαση απροσδιόριστη ποσότητα ινδικής κάνναβης τμήμα της οποίας βάρους 7 γραμμαρίων παρέδωσε στους αστυνομικούς κατά τη σύλληψή του. Πρέπει, επομένως, οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι όπως και πρωτοδίκως. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου και τρίτου κατηγορουμένου για αναγνώριση σ' αυτούς της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2ε ΠΚ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι αυτοί μετά την τέλεση των πράξεών τους και τη σύλληψή τους διετέλεσαν προσωρινά κρατούμενοι κατ' αρχήν και μετέπειτα κατάδικοι, μη δυνάμενοι ως εκ τούτου να επιδείξουν οικειοθελή καλή συμπεριφορά μετά την τέλεση των πράξεών τους υπό καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης και να δικαιούνται του σχετικού ελαφρυντικού. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο αυτοτελής ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 §2α ΠΚ διότι το δικαστήριο, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν πείθεται ότι αυτός, έχοντας φθάσει να εμπλακεί σε κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, συνδεδεμένος με άτομα κινούμενα στο χώρο των ναρκωτικών, έχοντας αποκρύψει μαζί με άλλους ομοεθνείς του ναρκωτικά σε δημόσιο χώρο, έζησε προγενέστερα έντιμο βίο ώστε να δικαιούται του αιτουμένου ελαφρυντικού".
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες των άνω αξιοποίνων πράξεων με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως αυτών και ειδικότερα, τον κατηγορούμενο, Χ1 ένοχο του ότι: "στον παρακάτω τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις, ενεργώντας αφενός από κοινού με τους συγκατηγορουμένους ομοεθνείς του (αλβανικής υπηκοότητας Ψ και Χ2 καθώς και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς του και αφετέρου μεμονωμένα, τέλεσε από πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση περισσοτέρων εγκλημάτων που τιμωρούνται από το νόμο με ποινές στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές.
Ειδικότερα:
Α) Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας αφενός από κοινού με τους συγκατηγορουμένους ομοεθνείς του (αλβανικής υπηκοότητας Ψ και Χ2 καθώς και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς του) και αφετέρου μεμονωμένα, κατείχε ναρκωτικά με σκοπό περαιτέρω διάθεσης-εμπορίας ενώ είναι πρόσωπο που κατέχει ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Συγκεκριμένα στη ... α) ενεργώντας με κοινό δόλο και κοινή απόφαση με τους συγκατηγορουμένους του, στις 4-4-2005 (ημέρα της σύλληψής του), είχαν στη φυσική τους εξουσίαση και μπορούσαν να διαθέσουν κατά την πραγματική βούληση ποσότητα ηρωίνης, συνολικού βάρους 3.130 γραμμαρίων, την οποία διαμοιρασμένη σε επτά αυτοτελείς συσκευασίες, βάρους (520), (520), (520), (515), (515), (300) και (240) γραμμαρίων αντίστοιχα, απέκρυπταν σε αποθήκη στο χώρο της παλιάς Λαχαναγοράς ..., τμήμα δε αυτής βάρους 2.590 γραμμαρίων, πώλησαν όπως περιγράφεται στην υπό στοιχείο Β' πράξη και β) κατά το χρονικό διάστημα από 2 μέχρι 4 Απριλίου 2005 (ημέρα της σύλληψής του), εντός της οικίας του στην οδό ..., είχε στη φυσική του εξουσίαση απροσδιόριστη ποσότητα ινδικής κάνναβης, τμήμα της οποία, βάρους 7 γραμμαρίων, παρέδωσε στους αστυνομικούς μετά τη σύλληψή του και προ επικείμενης έρευνας της οικίας του.
Β) Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας αφενός από κοινού με τους συγκατηγορουμένους ομοεθνείς του (αλβανικής υπηκοότητας) Ψ και Χ2 καθώς και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς του και αφετέρου μεμονωμένα, πώλησε ναρκωτικά ενώ είναι πρόσωπο που πουλά ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Συγκεκριμένα α) ήδη από την 28-3-2005 ο αστυνομικός της Διεύθυνσης Ασφάλειας ..., Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών, Ζ, που, κατ' εντολή της υπηρεσίας του, προσποιήθηκε ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει ηρωίνη, συμφώνησε με το συγκατηγορούμενό του Ψ, που ενεργούσε με κοινό δόλο και κοινή απόφαση με αυτόν, τον Χ2 και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς του, σε συνάντησή τους στην περιοχή του Ν. Σιδηροδρομικού Σταθμού ..., να του πωλήσουν ποσότητα ηρωίνης 2,5 κιλών με συμφωνημένο τίμημα το ποσό των 22.000 Ευρώ, χωρίς να γίνει την ημέρα εκείνη η συναλλαγή. Μετά από δύο ημέρες, ο Ψ του τηλεφώνησε και στο νέο ραντεβού που όρισε, δεν εμφανίσθηκε αυτός αλλά ο συγκατηγορούμενός του Χ2, ενώ αυτός παρέμεινε σε παρακείμενο κατάστημα παρακολουθώντας τις κινήσεις τους, όλες δε οι ανωτέρω ενέργειες έγιναν ώστε να βεβαιωθούν περί της πραγματικής πρόθεσης του φερόμενου αγοραστή για τη συμφωνηθείσα πώληση και περί της ασφάλειας της συναλλαγής. Τελικά ορίσθηκε νέος τόπος συνάντησης στην πόλη της ... στις 4-4-2005 και δη μία καφετέρια, όπου προσήλθε αρχικά οι συγκατηγορούμενοί του Ψ και Χ2 και μεταγενέστερα και αυτός, και παρουσία και των τριών τους που όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 28 Μαρτίου μέχρι 4 Απριλίου ενεργούσαν, όπως προαναφέρθηκε, με κοινό δόλο και κοινή απόφαση, ο ως άνω αστυνομικός επέδειξε το χρηματικό ποσό που είχε ορισθεί ως τίμημα για τη συμφωνηθείσα προς πώληση ποσότητα και αυτός με τον Χ2, μετέβησαν στο αυτοκίνητο του φερόμενου αγοραστή όπου έγινε η καταμέτρηση των χρημάτων. Εν συνεχεία, ενώ ο Ψ, παρέμεινε στο χώρο της καφετέριας, αυτός μαζί με τον Χ2 επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο του αστυνομικού και τον οδήγησαν στο χώρο της παλαιάς Λαχαναγοράς ..., όπου παραδόθηκε από αυτόν ποσότητα ηρωίνης, συνολικού βάρους 2.590 γραμμαρίων, διαμοιρασμένη σε πέντε αυτοτελή δέματα, βάρους αντίστοιχα (520), (520), (520), (515) και (515) γραμμαρίων, μετά δε την παράδοση της ηρωίνης αυτός και ο Χ2 συνελήφθησαν από αστυνομικούς στον ως άνω τόπο ενώ ο Ψ συνελήφθη από άλλους αστυνομικούς που παρακολουθούσαν το χώρο της ως άνω καφετέριας και β) κατά το χρονικό διάστημα από 2 μέχρι 4 Απριλίου 2005 (ημέρα της σύλληψής του), πώλησε σε άγνωστο στην ανάκριση πρόσωπο, απροσδιόριστη ποσότητα ινδικής κάνναβης, λαμβάνοντας τίμημα το ύψος του οποίου δεν προσδιορίσθηκε. Είναι δε πρόσωπο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις της κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεσή τους και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, υποδομή που καταδεικνύεται από τα στοιχεία της συνεργασίας του με τους άνω ομοεθνείς του, αλβανικής υπηκοότητας, συγκατηγορουμένους του και τους άγνωστους ομοεθνείς του για τη διακίνηση σημαντικότατων ποσοτήτων ηρωίνης, από την κατοχή κατά την ημέρα της σύλληψής του σημαντικότατης ποσότητας ηρωίνης, βάρους 3,139 γραμμαρίων, υψηλότατης οικονομικής αξίας, από την απόκρυψη των ναρκωτικών σε αποθήκη στην παλαιά Λαχαναγορά έτσι ώστε να είναι δυσχερής η εύρεσή τους από τις διωκτικές αρχές και η σύνδεσή τους μαζί του, από τη λήψη μέτρων προφύλαξης (οι ανωτέρω περιγραφείσες ενέργειες), στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη οργανωμένου κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, προκύπτει αφενός σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Οι περιστάσεις δε που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις του και δη η βαρύτητα αυτών, ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης, όπως αυτές περιγράφονται ανωτέρω σε συνδυασμό με τα αίτια που τον ώθησαν (πορισμός παράνομου εισοδήματος) καθώς και η προσωπικότητά του έτσι όπως αυτή καταδεικνύεται από τον προπεριγραφόμενο τρόπο δράσης του, μαρτυρούν ότι είναι πρόσωπο ιδιαίτερα επικίνδυνο αφού μαρτυρούν αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων". Επίσης, τον κατηγορούμενο Χ2 ένοχο του ότι: "Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους ομοεθνείς του (αλβανικής υπηκοότητας) Ψ και Χ1 καθώς και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς του, τέλεσε από πρόθεση την αντικειμενική υπόσταση περισσοτέρων εγκλημάτων που τιμωρούνται από το νόμο με ποινές στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές. Ειδικότερα: Α) Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς ομοεθνείς του (αλβανικής υπηκοότητας) Ψ και Χ1 καθώς και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς του, κατείχε ναρκωτικά με σκοπό περαιτέρω διάθεσης - εμπορίας ενώ είναι πρόσωπο που κατέχει ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Συγκεκριμένα ενεργώντας με κοινό δόλο και κοινή απόφαση με τους συγκατηγορούμενούς του, στη ..., στις 4-4-2005 (ημέρα της σύλληψής του), είχαν στη φυσική τους εξουσίαση και μπορούσαν να διαθέτουν κατά την πραγματική του βούληση ποσότητα ηρωίνης, συνολικού βάρους 3.130 γραμμαρίων, την οποία διαμοιρασμένη σε επτά αυτοτελείς συσκευασίες, βάρους (520), (520), (520), (515), (515), (300) και (240) γραμμαρίων αντίστοιχα, απέκρυπταν σε αποθήκη στο χώρο της παλιάς Λαχαναγοράς ..., τμήμα δε αυτής βάρους 2.590 γραμμαρίων, πώλησαν όπως περιγράφεται στην υπό στοιχείο Β' πράξη.
Β) Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορούμενος ομοεθνείς του (αλβανικής υπηκοότητας) Ψ και Χ1 καθώς και με άλλους άγνωστους ομοεθνείς του, πώλησε ναρκωτικά ενώ είναι πρόσωπο που πουλά ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Συγκεκριμένα ήδη από την 28-3-2005 ο αστυνομικός της Διεύθυνσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, Υποδιευθυντής Δίωξης Ναρκωτικών, Ζ, που, κατ' εντολή της υπηρεσίας του, προσποιήθηκε ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει ηρωίνη, συμφώνησε με τον συγκατηγορούμενο του Ψ, που ενεργούσε με κοινό δόλο και κοινή απόφαση με αυτόν και με τον Χ1 καθώς και με άλλους ομοεθνείς του, σε συνάντησή τους στην περιοχή του Ν. Σιδηροδρομικού Σταθμού ..., να του πωλήσουν ποσότητα ηρωίνης 2,5 κιλών με συμφωνημένο τίμημα το ποσό των 22.000 Ευρώ, χωρίς να γίνει την ημέρα εκείνη η συναλλαγή. Μετά από δύο ημέρες, ο Ψ του τηλεφώνησε και στο νέο ραντεβού που όρισε, δεν εμφανίσθηκε ο Ψ αλλά αυτός (Χ2), ενώ ο Ψ παρέμεινε σε παρακείμενο κατάστημα παρακολουθώντας τις κινήσεις τους, όλες δε οι ανωτέρω ενέργειες έγιναν ώστε να βεβαιωθούν περί της πραγματικής πρόθεσης του φερόμενου αγοραστή για τη συμφωνηθείσα πώληση και περί της ασφάλειας της συναλλαγής. Τελικά ορίσθηκε νέος τόπος συνάντησης στην πόλη της ... στις 4-4-2005 και δη μία καφετέρια, όπου προσήλθε αρχικά ο αυτός και ο Ψ και μεταγενέστερα και ο Χ1 και παρουσία και των τριών τους που όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 28 Μαρτίου μέχρι 4 Απριλίου ενεργούσαν, όπως προαναφέρθηκε, με κοινό δόλο και κοινή απόφαση, ο ως άνω αστυνομικός επέδειξε το χρηματικό ποσό που είχε ορισθεί ως τίμημα για τη συμφωνηθείσα προς πώληση ποσότητα και αυτός με τον Χ1 μετέβησαν στο αυτοκίνητο του φερόμενου αγοραστή όπου έγινε η καταμέτρηση των χρημάτων. Εν συνεχεία, ενώ ο Ψ παρέμεινε στο χώρο της καφετέριας, αυτός μαζί με τον Χ1 επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο του αστυνομικού και τον οδήγησαν στο χώρο της παλαιάς Λαχαναγοράς ... όπου του παραδόθηκε από τον Χ1 ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους 2.590 γραμμαρίων, διαμοιρασμένη σε πέντε αυτοτελή δέματα, βάρους αντίστοιχα (520), (520), (520), (515) και (515) γραμμαρίων, μετά δε την παράδοση της ηρωίνης αυτός και ο Χ1 συνελήφθησαν από αστυνομικούς στον ως άνω τόπο ενώ ο Ψ συνελήφθη από άλλους αστυνομικούς που παρακολουθούσαν το χώρο της ως άνω καφετέριας.
Είναι δε πρόσωπο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις της κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια αφού από την επανειλημμένη τέλεσή τους και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, υποδομή που καταδεικνύεται από τα στοιχεία της συνεργασίας του με τους άνω ομοεθνείς του, αλβανικής υπηκοότητας, συγκατηγορουμένους του και τους άγνωστους ομοεθνείς του για τη διακίνηση σημαντικών ποσοτήτων ηρωίνης, από την κατοχή κατά την ημέρα της σύλληψης του σημαντικότατης ποσότητας ηρωίνης, βάρους 3.130 γραμμαρίων, υψηλότατης οικονομικής αξίας, από την απόκρυψη των ναρκωτικών σε αποθήκη στην παλαιά Λαχαναγορά έτσι ώστε να είναι δυσχερείς η εύρεσή τους από τις διωκτικές αρχές και η σύνδεσή τους μαζί του, από την λήψη μέτρων προφύλαξης (οι ανωτέρω περιγραφείσες ενέργειες), στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη οργανωμένου κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, προκύπτει αφενός σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Οι περιστάσεις δε που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις του και δη η βαρύτητα αυτών, ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης, όπως αυτές περιγράφονται ανωτέρω σε συνδυασμό με τα αίτια που τον ώθησαν (πορισμός παράνομου εισοδήματος) καθώς και η προσωπικότητά του έτσι όπως αυτή καταδεικνύεται από τον προπεριγραφόμενο τρόπο δράσης του, μαρτυρούν ότι είναι πρόσωπο ιδιαίτερα επικίνδυνο αφού μαρτυρούν αντικοινωνικότητα και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι παραπάνω πράξεις που τελέσθηκαν με τους παραπάνω περιγραφόμενους τρόπους από τους κατηγ/νους αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', ζ', 18 εδ.α', 26 §1α, 27 §1, 45 και 94 §1 ΠΚ και άρθρα 4 §§1, 3 πίν. Α' 5, 6, άρθρ. 5 §1 στοιχ. β', ζ', 2, 8, 19, 22 Ν.1729/87 (όπως ισχύουν) τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 723-724/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1) Ζ και 2) Π.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις κάθε αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα: 1) του πρώτου από αυτούς, Χ1 ότι με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο και τον κήρυξε ένοχο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ελλιπής και ασαφής, αφού περιορίζεται ουσιαστικά στην παράθεση των τυπικών προαπαιτούμενων της επιβαρυντικής περίσταση και εκ τούτου καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ειδικότερα, η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά τελείως τυπική αφού δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ούτε εκτίθενται οι νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στη διάταξη που εφαρμόστηκε, οι ελλείψεις δε αυτές επαναλαμβάνονται με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο στο διατακτικό αυτής. Αβάσιμα όμως, καθόσον με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, τόσον ως προς την τέλεση εκ μέρους των αναιρεσειόντων των ως άνω πράξεων της κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών από κοινού, όσον και ως προς την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων, υπό τις οποίες οι πράξεις αυτές τελέσθηκαν την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της από κοινού κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα και από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικό αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 περ. β', ζ', 6 και 8 του Ν, 1729/1987 και 13 στοιχ. στ', ζ' και 45 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αυτού και του δεύτερου των αναιρεσειόντων, λεκτέα τα εξής: α) οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως θεμελιώνουν την υπό των αναιρεσειόντων τέλεση κατά συναυτουργία της πράξεως της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, καθόσον η φυσική εξουσίαση, με την έννοια που προεκτέθηκε, δεν πληρούται μόνον με τη σωματική επαφή του δράστη με τη ναρκωτική ουσία, αλλ' αρκεί το γεγονός, όπως εν προκειμένω, ότι οι αναιρεσείοντες βρέθηκαν σε τοπική εγγύτητα προς τη συγκεκριμένη ποσότητα των ναρκωτικών, η οποία τους επέτρεπε, μετά τον έλεγχο της εν λόγω ποσότητας από κάποιον εξ αυτών και τη διαπίστωση της υπάρξεώς της στον καθορισμένο τόπο, να τη διαθέτουν κατά βούληση, όντος αδιάφορου μέχρι πότε την κατείχαν και τι απέγινε η ποσότητα αυτή, β) η κατά συναυτουργία ως άνω κατοχή των ναρκωτικών από τους αναιρεσείοντες αναφέρεται ρητώς στην απόφαση με την ως άνω έννοια της φυσικής εξουσιάσεως τούτων από αυτούς, αιτιολογείται δε πλήρως από την παραδοχή ότι ενήργησαν από κοινού, στον αυτό τόπο και χρόνο και ότι ο καθένας γνώριζε επακριβώς τις ενέργειες και το δόλο του άλλου να τελέσει την ίδια με αυτόν πράξη και ήθελε την εν λόγω σύμπραξη μ' εκείνον, γ) η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους τέλεση της πράξεως αιτιολογείται πλήρως από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως και ιδίως από το λεπτομερώς περιγραφόμενο ευρύτερο εγκληματικό σχέδιο και την ένταξη των αναιρεσειόντων σ' αυτό. Επίσης, αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες παρέλαβαν το συμφωνηθέν τίμημα και παρέδωσαν τη συμφωνηθείσα ποσότητα ναρκωτικής ουσίας συνολικού βάρους 2.590 γραμμαρίων ηρωίνης, στον αγοραστή, κατείχαν δε από κοινού και άλλη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας και μάλιστα, 40 γραμμάρια ηρωίνης, που ήταν αποθηκευμένη σε χώρο της παλαιάς λαχαναγοράς ... και συνεπώς, κατείχαν από κοινού την άνω ναρκωτική ουσία των 3.130 γραμμαρίων (2.590+540 γραμ.) στην άνω αποθήκη. Και 2) του δεύτερου από αυτούς, Χ2, ότι: "η αναιρεσιβαλλόμενη στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι ενώ δέχεται ότι ενεργούσε με κοινό δόλο και κοινή απόφαση με τους συγκατηγορουμένους του, δεν αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, ότι την 4-4-2005 είχε τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίασης και μπορούσε να διαθέτει κατά την πραγματική του βούληση την ποσότητα των 3.130 γραμμαρίων ηρωίνης, επίσης δε, ότι, ενώ η αναιρεσιβαλλομένη κάνει αναφορά στον κοινό δόλο και την κοινή απόφαση όλων των συναυτουργών για την τέλεση της πράξης της πώλησης, δεν αιτιολογεί παντάπασιν γιατί η συμπεριφορά που του αποδίδεται συνιστά συναυτουργική δράση, ειδικότερα δε αν με την συμπεριφορά του πληρούται τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πώλησης ναρκωτικών ουσιών ή τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού.
Συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη στερείται κατά τα ανωτέρω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έτσι όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν αυτός τέλεσε τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πώλησης ναρκωτικών ή τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού και συνεπώς αν πληρούνται τα στοιχεία της συναυτουργίας στην πώληση ναρκωτικών ουσιών με αποτέλεσμα να εμφιλοχωρεί εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 45 ΠΚ και 5 §1 στοιχ. β' Ν.1729/87 (ήδη άρθρου 20 στοιχ.β' Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά Ν.3459/2006), που άγει σε έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης". Αβάσιμα όμως, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση ρητά αναφέρει ότι από κοινού κατείχαν με την έννοια της φυσικής εξουσίας και μπορούσαν να διαθέσουν κατά την πραγματική βούλησή τους οποτεδήποτε την ποσότητα που κατείχαν (στην περιοχή της παλαιάς Λαχαναγοράς), χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται και κάτι άλλο. Ρητά επίσης η αυτή απόφαση δέχεται ότι από κοινού ενεργούσαν όλοι οι κατηγορούμενοι και μάλιστα με κοινό δόλο και κοινή απόφαση και ότι σε εκτέλεση αυτού έλαβε στην κατοχή του το συμφωνηθέν τίμημα και παρέδωσε τη συμφωνηθείσα ποσότητα. Έτσι, τα δεκτά γινόμενα, πληρούν σαφώς την κατά συναυτουργία τέλεση αφενός της κατοχής, αφετέρου της πώλησης. Η καταβολή τιμήματος ποσότητας, σαφώς αποτελεί τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης της πώλησης. Κατά συνέπεια, η αιτίασή του αυτή για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 45 ΠΚ και 20 §1 στοιχ. β', ζ'Ν.3459/2006, διότι με τα γενόμενα δεκτά δεν στοιχειοθετείται συναυτουργία γι' αυτόν, καθώς επίσης ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, σε σχέση με την κατοχή, είναι αβάσιμα.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7450/22-9-2009) και από 29 Σεπτεμβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7575/30-9-2009) ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αιτήσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, αντίστοιχα για αναίρεση της με αριθμό 723-724/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή