Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 92 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 92/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών-κατηγορουμένων 1)Ζ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γαλετζά και 2)Χ, που παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, για αναίρεση της 53/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδος, με συγκατηγορούμενο τον Ψ και πολιτικώς ενάγοντα τον Ξ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ορεστιάδος, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαρτίου 2007 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1016/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες με αριθμούς 1 και 2 από 25 Μαΐου 2007 αιτήσεις αναίρεσης των Ζ και Χ κατά της αυτής με αριθμό 53/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδος, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναίρεσης αποτελεί και η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 171). Κατά δε το άρθρο 171 παρ. 1 απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν δ) την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 333, 364 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφων και προκειμένου περί φωτογραφιών η μη επίδειξη και επισκόπηση τούτων δημιουργεί τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του αυτού κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν το έγγραφο ή η φωτογραφία, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης περί ενοχής ή αθωότητας ή της επιβλητέας ποινής στον κατηγορούμενο, γιατί έτσι, δεν παρέχεται δυνατότητα σ' αυτόν να εκθέσει της παρατηρήσεις του για τα αποδεικτικά αυτά μέσα όπως έχει δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρ. 358 του ιδίου κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη με αριθμ. 53/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδος οι αναιρεσείουσες κηρύχθηκαν ένοχες συκοφαντικής δυσφήμησης και καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης δύο μηνών η κάθε μία. Για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του το ως άνω δικαστήριο έλαβε υπόψη του, όπως από το σκεπτικό αυτό προκύπτει μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και την "φωτογραφία που επισκοπήθηκε". Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά αυτής, επιτρεπτά επισκοπούμενα στις σελ. 8 και 9 αυτών αναφέρεται ότι η από τον συνήγορο του πολιτικώς ενάγοντος Ξ επιδειχθείσα στον πολιτικώς ενάγοντα φωτογραφία που απεικόνιζε μια κατοικία, επισκοπήθηκε από τους παράγοντες της δίκης και η Πρόεδρος ρώτησε, εκτός των άλλων παραγόντων της δίκης, και όλους τους κατηγορουμένους αν θέλουν να προβούν σε δηλώσεις εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά μ' αυτήν. Συνεχώς ο από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται ότι δεν επιδείχθηκε στις αναιρεσείουσες η ως άνω φωτογραφία αλλά μόνον στον πολιτικώς ενάγοντα είναι απορριπτέα ως αβάσιμος.
2.- Επειδή, έλλειψη ακρόασης, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. Β' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όταν το δικαστήριο παρέλειψε ν' αποφανθεί επί αιτήματος του κατηγορουμένου ν' ασκήσει δικαίωμα, που του παρέχεται από τον νόμο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 79 ΠΚ, η επιμέτρηση της ποινής μέσα στα όρια, τα οποία διαγράφει ο νόμος, ανήκει στην αποκλειστική και κυριαρχική κρίση του δικάζοντος δικαστηρίου και δεν αποτελεί δικαίωμα του κατηγορουμένου, που του παρέχει ο νόμος. Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 Β' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως, κατά τον οποίο παραβιάσθηκε το δικαίωμα ακρόασης των αναιρεσειουσών καθόσον το δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημά τους για την επιβολή εφέσιμης ποινής, πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά κατ' επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ορεστιάδας με την προσβαλλομένη απόφαση του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού από το διατακτικό, ότι από τα κατά το είδος τους μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ο κατηγορούμενος Ψ και οι κατηγορούμενες και ήδη αναιρεσείουσες Χ και Ζ (θυγατέρα και μητέρα αυτής αντίστοιχα που κατοικούν στο ... σε όμορα ακίνητα, βρίσκονται σε αντιδικία και σε δικαστικούς αγώνες, συνεπεία των ισχυρισμών των Χ και Ζ περί κακοσμίας που αναδύεται από το βόθρο, που βρίσκεται στο ακίνητο, του Ψ. Μετά από κλήση που δέχθηκε ο Ψ, καθώς και ο (μάρτυρας κατηγορίας) .... (ο οποίος επίσης βρίσκεται σε αντιδικία με τις κατηγορούμενες Χ και Ζ για την οσμή των βόθρων), αυτοί προσήλθαν στις 24-10-2005 και περί ώρα 12.00' μεσημβρινή, στο γραφείο της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ορεστιάδας, στην ..., όπου προσήλθαν και οι Χ και Ζ (με πρωτοβουλία των οποίων έγινε η συνάντηση), καθώς και ο δικηγόρος τους Ηλίας Ηλιακόπουλος, του Δ.Σ. Αλεξανδρουπόλεως, προς διευθέτηση του ζητήματος. Κατά τη συνάντηση αυτή, που έλαβε χώρα ενώπιον της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ορεστιάδας Νικολέτας Νικολοπούλου, και κατά τη γενόμενη συζήτηση, οι Χ και Ζ απευθυνόμενοι προς τον Ψ ισχυρίστηκαν ότι όταν κάνουν μπάνιο αυτός τις κρυφοκοιτάζει. Τα όσα παραπάνω ισχυρίστηκαν οι Χ και Ζ σε βάρος του εγκαλούντος Ψ, ότι δηλαδή ενώ αυτές κάνουν μπάνιο αυτός τις κρυφοκοιτάζει, αποδείχθηκαν ότι είναι ψευδή, καθόσον οι δύο κατοικίες (αυτή του εγκαλούντος και αυτή των κατηγορουμένων) απέχουν περίπου οκτώ μέτρα μεταξύ τους, και είναι αδύνατη η οπτική επαφή του μπάνιου των κατηγορουμένων Χ και Ζ από την κατοικία του Ψ, όπως άλλωστε παραδέχθηκε και η Χ κατά την απολογία της. Εξάλλου, και οι δύο κατηγορούμενες δεν επαναλαμβάνουν πλέον τον ισχυρισμό αυτό, αλλά αντίθετα ισχυρίζονται ότι ουδέποτε είπαν κάτι τέτοιο, όμως διαψεύδονται από τον εγκαλούντα (και πολιτικώς ενάγοντα) Ψ και τον μάρτυρα κατηγορίας .... Έτσι είναι φανερό ότι το ψευδές του παραπάνω γεγονότος που ισχυρίσθηκαν, το γνώριζαν οι κατηγορούμενες, το ισχυρίσθηκαν δε ενώπιον της προαναφερθείσας Εισαγγελέα, του δικηγόρου Ηλία Ηλιακόπουλου και του ...., με σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Ξ, η παραπάνω δε πράξη τους συνιστά συκοφαντική δυσφήμηση, όπως τους αποδίδεται και επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχες της εν λόγω πράξεως. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης όπως γι' αυτήν τελικώς καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε πλαγίως παραβίασε. Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση καθορίζεται ο τόπος και ο χρόνος όπως και οι συνθήκες υπό τις οποίες οι κατηγορούμενες τέλεσαν την ως άνω αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης για την οποία καταδικάσθηκαν και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι ο αντίθετος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' τρίτος και τέταρτος λόγοι και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως, ενώ απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του διότι μ' αυτές υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι και ο τρίτος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' λόγος της αναίρεσης της αναιρεσείουσας Χ, με την αιτίαση ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σχετικά με την μεταβολή της κατηγορίας του συγκατηγορουμένου της Ψ από συκοφαντική δυσφήμηση σε εξύβριση εκτιμώντας εσφαλμένα τις μαρτυρικές καταθέσεις προεχόντως για έλλειψη έννομου συμφέροντος διότι, όπως προκύπτει από τη διαταγή του άρθρου 505 § 1 δεν μπορούν να ζητήσει αναίρεση αλλά εκτός από τα περιοριστικώς σ' αυτό αναφερόμενα πρόσωπα. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 § 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθμούς 1 και 2 από 25 Μαΐου 2007 αιτήσεις της Χ και Ζ, για αναίρεση της 53/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για την κάθε μία.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή