Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1854 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Απιστία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Μάρτυρες, Δημοσιότητα διαδικασίας.




Περίληψη:
Στοιχεία υπεξαίρεσης και υπεξαίρεσης στην υπηρεσία. Στοιχεία πλαστογραφίας. Στοιχεία απιστίας. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη της αναιρεσείουσας για: α) υπεξαίρεση στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ’ εξακολούθηση σε βάρος ΝΠΔΔ, β) πλαστογραφία και γ) απιστία. Στοιχεία απάτης (κοινής) και κακουργηματικής. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 393 παρ. 2 του ΠΚ. Μεταξύ των προσώπων που δεν επιτρέπεται να εξεταστούν ως μάρτυρες κατ’ άρθρο 211 εδ. α΄ ΚΠΔ συμπεριλαμβάνονται και όσοι άσκησαν προανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Η ένορκη διοικητική εξέταση, μετά την ισχύ του Ν. 3160/2003, εξομοιώνεται με την προκαταρκτική υπόθεση. Η εξομοίωση αυτή αφορά και την απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης εις βάρος του μετέπειτα κατηγορουμένου των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων του ιδίου που έχουν ληφθεί όχι μόνο σε οποιοδήποτε διαδικαστικό στάδιο της ίδιας ποινικής δίκης, όταν αυτός είχε ακόμη την ιδιότητα του μάρτυρα, αλλά και κατά την διενέργεια συναφούς διοικητικής εξέτασης. Δεν εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση η προκαταρκτική πειθαρχική έρευνα και συνεπώς εκείνος που διενήργησε προκαταρκτική έρευνα προς διαπίστωση πειθαρχικού παραπτώματος, δεν κωλύεται να εξεταστεί ως μάρτυρας. Αρχή της δημοσιότητας της δίκης. Η έλλειψη της δημοσιότητας της συνεδριάσεως αποδεικνύεται μόνο από τα σχετικά πρακτικά. Εφόσον στα πρακτικά ή την απόφαση αναφέρεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια, συνάγεται σαφώς ότι και η απόφαση απαγγέλθηκε δημόσια. Το ίδιο και εάν έγιναν επανειλημμένες διακοπές, εφόσον δεν αναφέρεται ότι διατάχθηκε η κεκλεισμένων των θυρών συζήτηση, μη απαιτουμένου όπως μετά κάθε διακοπή να επαναλαμβάνεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια. Απορρίπτει αναίρεση.





Αριθμός 1854/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Τελώνη και 3) Χ3, ο οποίος παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Περσίδου, για αναίρεση της με αριθμό 112Α-137-138-209/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Πατρών ’γιος Ανδρέας", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Αποστολοπούλου. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Ιουνίου 2007, 18 Ιουνίου 2007 και 7 Ιουνίου 2007, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, καθώς και στα από 23 Νοεμβρίου 2007, 23 Νοεμβρίου 2007 και 22 Νοεμβρίου, αντιστοίχως, δικόγραφα προσθέτων επ' αυτών λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1162/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν στο σύνολό τους οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες από 18.6.2007, 18.6.2007 και 7.6.2007 αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3, αντιστοίχως, για αναίρεση της με αριθμ. 112α-137-138-209/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας. Μαζί με τις πιο πάνω αιτήσεις πρέπει να συνεκδικαστούν και οι από 23.11.2007, 23.11.2007 και 22.11.2007 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, αντιστοίχως.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 258 του ΠΚ, όπως η περ. γ' αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5β'του Ν.2721/1999, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή ββ) το αντικείμενο της πράξης έχει αξίας μεγαλύτερη των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα (χρήματα ή άλλο κινητό) είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, με την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο, το οποίο ο υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263α του ΠΚ έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω και αν είναι αναρμόδιος γι'αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει) και ότι το έλαβε ή το κατέχει ο δράστης υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, ως και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του κυρίου ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Για τη στοιχειοθέτηση, εξάλλου, της κακουργηματικής μορφής της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που προβλέπεται από το πρώτο εδάφιο της περιπτώσεως γ' του άρθρου 258 του ΠΚ, απαιτείται να μεταχειρίστηκε ο υπαίτιος ιδιαίτερα τεχνάσματα και επιπροσθέτως, να είναι το αντικείμενο αυτής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ. Ως ιδιαίτερα τεχνάσματα, τα οποία, εφόσον συντρέχουν, καθιστούν την παραπάνω πράξη υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κακούργημα, θεωρούνται ενέργειες και παραλείψεις του δράστη υπαλλήλου, που τείνουν στην εξαπάτηση της Αρχής, όπως ψευδείς εγγραφές σε βιβλία, μη καταχώρηση εισπραττομένων στα βιβλία, αλλοιώσεις αριθμών, έκδοση εικονικών εγγράφων κ.λ.π., με τις οποίες επιδιώκεται να καταστεί δυσχερής ο έλεγχος ή να προκληθεί σύγχυση τους λογαριασμούς και γενικά ό,τι είναι κατά την κοινή πείρα επιτήδειο να συγκαλύψει την παράνομη ενέργεια του υπαλλήλου. Η ως άνω διάταξη (του πρώτου εδαφίου της περιπτώσεως γ' του άρθρου 258 ΠΚ, σε αντίθεση με αυτή του δευτέρου εδαφίου) είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από την αντίστοιχη προηγούμενη, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 5β' του Ν.2721/1999, αφού για τον κακουργηματικό χαρακτήρα του εγκλήματος αυτού απαιτείτο μόνο να μεταχειρίστηκε ο υπαίτιος ιδιαίτερα τεχνάσματα, ενώ με τη νέα διάταξη απαιτείται επιπροσθέτως και το στοιχείο της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου της πράξης, που πρέπει να είναι "συνολικά" ανώτερη των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ, η έλλειψη του οποίου καθιστά την πράξη αυτή πλημμέλημα. Επομένως, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ και για τις πράξεις που έχουν τελεσθεί πριν από την τροποποίησή της με τον άνω νόμο (2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3.6.1999) και δεν έχουν αμετακλήτως εκδικασθεί. Δεν τυγχάνει, όμως, στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την προσθήκη στην ίδια δεύτερης παραγράφου με το άρθρο 14 παρ. 1.1 του Ν.2721/1999, ώστε να υπολογισθεί η αξία του αντικειμένου της πράξης με βάση το αντικείμενο καθεμιάς από τις μερικότερες πράξεις, γιατί τότε δεν εφαρμόζεται αυτούσιος ο νέος νόμος (άρθρο 14 παρ. 5β' Ν.2721/1999), που επέφερε την αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 258 περ. γ' του ΠΚ και αξιώνει "συνολική" αξία, αλλά διασπάται και εφαρμόζεται μόνο κατά το μέρος που ευνοεί τον κατηγορούμενο με την ύπαρξη ορισμένης αξίας. Τέτοια όμως διάσπαση, είναι ανεπίτρεπτη, αφού ο ευμενέστερος νόμος εφαρμόζεται όπως ισχύει στο σύνολό του και δεν διασπάται σε ευμενέστερες και μη για τον κατηγορούμενο διατάξεις, από τις οποίες εφαρμόζονται μόνο οι πρώτες, γιατί με τον τρόπο αυτό καταρτίζεται από το δικαστήριο ίδιος νόμος κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων (άρθρ. 26, 73 επ.) περί διακρίσεως των λειτουργιών. Τα ίδια ακριβώς γίνονται δεκτά και στην όμοια περίπτωση της κακουργηματικής απάτης που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση πριν την τροποποίηση του άρθρου 386 παρ. 3 με το Ν.2721/1999 (Ολ.Α.Π. 5/2008). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστά ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απ' αρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, η οποί μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή θεμελίωση, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως που προστατεύεται από το νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ, είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομο σημασία και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 390 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 2 του Ν.2172/1999 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείρηση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απιστίας, συνίσταται σε οποιαδήποτε, κατά την επιμέλεια ή διαχείρηση της ξένης περιουσίας ενέργεια (πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας) συνεπαγόμενη ζημία στην ξένη περιουσία, η οποία πρέπει να είναι βέβαιη και οριστική. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, με την μορφή που προσέλαβε η εν λόγω διάταξη, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 36 παρ. 2 του Ν.2172/1999 και στην οποία γίνεται χρήσης της λέξεως "με γνώση) (στην αρχική διατύπωση ορίζετο "όποιος με πρόθεση ζημιώνει") απαιτείται άμεσος δόλος (άρθρ. 27 παρ. 2), μη αρκούντος του ενδεχομένου, δηλαδή ο δράστης πρέπει να επιδιώκει τη ζημία ή να προβλέπει αυτή ως αναγκαία συνέπεια των ενεργειών του και να αποδέχεται ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όντος αδιαφόρου αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός και β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος τρίτου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παρ.3 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1.1 του ν.2408/1996 και την εκ νέου αντικατάστασή της με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15.000 ευρώ και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μεν κατά το άρθρο 2 ΠΚ, ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και επί των πράξεων που έχουν τελεστεί πριν από τη θέση σε ισχύ του παραπάνω νόμου 2721/3.6.1999, με την έννοια όμως ότι πρέπει να ερευνάται και να αξιολογείται εφεξής, όταν πρόκειται για πράξεις απάτης που τελέστηκαν πριν από την 3.6.1999 (όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση), αν με τις απάτες αυτές το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Περαιτέρω, από το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης της απάτης "κατ' επάγγελμα" απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του ως άνω εγκλήματος. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. "Κατά συνήθεια τέλεση" υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη αυτής ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού. Περαιτέρω με την παρ.2 του άρθρου 393 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. 4 του Ν.2721/1999, και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του Ν.3346/2005, ορίζεται ότι απαλλάσσεται από κάθε ποινή, εκτός άλλων, ο υπαίτιος της πράξης της απάτης αν συντρέχουν αθροιστικώς οι εξής προϋποθέσεις: α) πλήρης ικανοποίηση του ζημιωθέντος με την καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων υπερημερίας μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, β) η πράξη να είναι πλημμέλημα και γ) να δηλώσει τούτο, δηλαδή την πλήρη ικανοποίηση, ο παθών ή οι κληρονόμοι του. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ'εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Η εν λόγω αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ως τέτοιοι θεωρούνται όσοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν γιατί διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμο, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 112Α - 137 -138 - 209/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών καταδικάστηκαν σε δεύτερο βαθμό οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι: 1) Χ1 για α)υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, β) πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος και γ) απιστία σε βάρος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Πατρών "’γιος Ανδρέας", σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και επτά (7) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς πέντε ευρώ ημερησίως, 2) Χ3 για απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία και 3) Χ2 για απάτη κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, το παραπάνω Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριό του, την ανάγνωση των πρακτικών και της εκκαλούμενης απόφασης (πλην των καταθέσεων των δύο μαρτύρων που εξαιρέθηκαν Γ1 και Γ2) των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, από τα οποία τα πορίσματα δεν λαμβάνονται υπόψη στο μέτρο που στηρίζονται στις καταθέσεις της κατηγορουμένης Χ1 και δέχονται επιβαρυντικά γι'αυτήν στοιχεία, αφού την ιδιότητα αυτή προσέλαβε αργότερα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, αναφορικά με τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους και τις προαναφερόμενες πράξεις τα εξής: "Η πρώτη των κατηγορουμένων Χ1 ήταν Διευθύντρια του φαρμακείου του ΓΠΝΠ "’γιος Ανδρέας", αρμόδια δε ως εκ της θέσεώς της για την παραγγελία και την προμήθεια του υγειονομικού υλικού που απαιτείτο για τη λειτουργία όλων των τμημάτων του νοσοκομείου. Το υγειονομικό υλικό που παρέδιδαν οι προμηθευτές το παραλάμβανε τριμελής επιτροπή που είχε ορισθεί, με επιμέλεια του Τμήματος Προμηθειών και χωρίς καμία απολύτως ανάμειξη της κατηγορουμένης Χ1, από τη διοίκηση του νοσοκομείου, συμμετείχαν δε σ'αυτήν πάντοτε ένας φαρμακοποιός ή βοηθός του φαρμακείου, οι οποίοι γνώριζαν καλά το υγειονομικό υλικό. Η επιτροπή αυτή από το μήνα Σεπτέμβριο 1999 λειτουργούσε κανονικά, με την παρουσία τουλάχιστον δύο εκ των μελών της και οπωσδήποτε του φαρμακοποιού ή του βοηθού φαρμακείου. Μετά την παραλαβή, για την οποία συντασσόταν σχετικό πρακτικό, το υλικό τοποθετείτο στην αποθήκη του φαρμακείου και διατίθετο περαιτέρω στα Τμήματα με ευθύνη της κατηγορουμένης Χ1. Η διάθεση προς τα τμήματα γινόταν με βάση και σε εκτέλεση συνταγολογίου των κλινικών που συντάσσονταν εις τριπλούν, ένα αντίγραφο παρέμεινε στο Τμήμα, ένα παρέμεινε στο Φαρμακείο μετά την εκτέλεση της παραγγελίας και το τρίτο παραδιδόταν στο Τμήμα μηχανοργάνωσης για την καταχώρηση της διάθεσης του υλικού και την ενημέρωση της αποθήκης του φαρμακείου....Από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη Χ1 υπό την ιδιότητα της υπαλλήλου και διευθύντριας του φαρμακείου του νοσοκομείου ήταν η μόνη υπεύθυνη και υπόλογη διαχειρίστρια του φαρμακείου. Ύστερα από επισταμένο και λεπτομερειακό έλεγχο και απογραφή που διενεργήθηκε από τους αρμόδιους Επιθεωρητές την 15.12.2000 και ειδικότερα από την αντιπαραβολή των ποσοτήτων αρτηριακών καθετήρων που εισήχθησαν στο φαρμακείο με εκείνους που διατέθηκαν στα Τμήματα του νοσοκομείου όπως προέκυπτε από τα τηρούμενα παραστατικά έγγραφα και αυτών που βρέθηκαν στο φαρμακείο αδιάθετα, διαπιστώθηκε ότι υπήρχε έλλειμμα 2.395 τεμαχίων (βλ. πόρισμα Γ1 - Γ2, όπου παρατίθενται αναλυτικά οι εισαχθείσες και διατεθείσες κατά Τμήμα ποσότητες). Από αυτά αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη ιδιοποιήθηκε παράνομα και με τη χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων 1450 τεμάχια, συνολικής αξίας 13.003.600 δρχ., όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση και ειδικότερα : α) Την 10-5-1999 ιδιοποιήθηκε 100 τεμάχια συνολικής αξίας 896.800 δρχ. και για να συγκαλύψει την ιδιοποίηση νόθευσε το λευκό στέλεχος του αντίστοιχου συγκεντρωτικού συνταγολογίου που παρέμενε στο τμήμα μηχανοργάνωσης και στο οποίο αναγραφόταν η διάθεση 50 τεμαχίων στη ΜΕΘ, θέτοντας μπροστά από τον αριθμό 50 τον αριθμό 1, ώστε να φαίνεται ότι ζητήθηκαν και διατέθηκαν 150 τεμάχια, β) Την 14-7-1999 κατά τον ίδιο τρόπο ιδιοποιήθηκε 300 τεμάχια συνολικής αξίας 2.690.400 δρχ., αφού αλλοίωσε στο συνταγολόγιο τον αριθμό 1 σε 4, ώστε να φαίνεται ότι ζητήθηκαν και διατέθηκαν στη ΜΕΘ, αντί του ορθού 100 που αναγραφόταν, 400 τεμάχια, γ) την 15-4-1999 ιδιοποιήθηκε 250 τεμάχια συνολικής αξίας 2.242.000 δρχ., με την προσθήκη στο στέλεχος του συνταγολογίου των λέξεων "αρτηριακοί καθετήρες τεμ. 10X25 ", ώστε να φαίνεται ότι ζητήθηκαν και διατέθηκαν στο τμήμα αναισθησιολογίας 250 τεμάχια αρτηριακοί καθετήρες, δ) την 28-4-99 (και όχι 28-7-99 που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και την εκκαλουμένη) ιδιοποιήθηκε 200 τεμάχια, αφού κατά τον ίδιο τρόπο πρόσθεσε στο .... συγκεντρωτικό συνταγολόγιο τις λέξεις "αρτηριακοί καθετήρες τεμ. 200", ώστε να φαίνεται ότι ζητήθηκαν και διατέθηκαν προς το τμήμα αναισθησιολογίας 200 αρτηριακοί καθετήρες και ε) την 3-7-1999 ιδιοποιήθηκε 600 τεμάχια συνολικής αξίας 5.380.800 δρχ., τα οποία φρόντισε να παραλάβει η ίδια χωρίς την παρουσία της αρμόδια επιτροπής παραλαβής που αποτελούσαν οι : α) ....- ...., β) ....-....., γ) ....-....., ώστε ουδείς άλλος να γνωρίζει ότι εισήχθη η ανωτέρω ποσότητα, για την οποία παρέδωσε τα αντίστοιχο τιμολόγιο στην αρμόδια υπάλληλο Γ3 μετά 2 έτη περίπου (βλ. κατάθεση Γ3 και πόρισμα Γ1 - Γ2) Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι η κατηγορούμενη έκανε παραγγελίας 237, 5 τεμαχίων μηνιαίως κατά μέσο όρο ή 2.850 τεμαχίων ετησίως, οι οποίες υπερέβαιναν κατά πολύ τις ανάγκες του νοσοκομείου, αφού το έτος 1997 εισήχθησαν 2.455 και διατέθηκαν 1765, το έτος 1998 εισήχθησαν 1800 και διατέθηκαν 2.494, το 2005 εισήχθησαν 850 και διατέθηκαν 875 και το έτος 2006 εισήχθησαν 920 και διατέθηκαν 940 (βλ. τα .... και ...... έγγραφα του νοσοκομείου). Ο ισχυρισμός της ότι είχαν διατεθεί αρτηριακοί καθετήρες στο 409 νοσοκομείο και στα εξωτερικά ιατρεία, οι οποίοι δεν έχουν καταχωρηθεί στη μηχανοργάνωση και δεν λήφθηκαν υπόψη δεν αποδείχθηκε. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό της ότι στον κωδικό των αρτηριακών καθετήρων έχουν καταχωρηθεί και τα στερεωτικά αυτών. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε σύγχυση μεταξύ αρτηριακών και φλεβικών καθετήρων, οι οποίοι βρέθηκαν πλεόνασμα 2.000 τεμ., διότι το πλεόνασμα αυτό υπήρχε από το έτος 1998 (βλ. Πόρισμα Γ1 -Γ2 σελ.139). Τέλος δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της ότι οι διορθώσεις στα συνταγολόγια δικαιολογούνται και ήταν συνήθεις, επειδή στο χρονικό διάστημα από της αποστολής στο φαρμακείο του συνταγολογίου και μέχρι της εκτελέσεώς του προέκυπταν πρόσθετες ανάγκες του ίδιου υλικού και τα τμήματα αντί να στείλουν πρόσθετο συνταγολόγιο της ζητούσαν να διορθώσει το προς εκτέλεση, χωρίς να μεριμνήσουν να διορθώσουν και το στέλεχος που έμενε στο τμήμα τους. Αποδείχθηκε ότι τα συνταγολόγια εκτελούντο μέσα σε επτά το πολύ ημέρες και ο αριθμός των τεμαχίων που "προστέθηκαν" από την κατηγορούμενη σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα είναι τέτοιος που δεν δικαιολογείται από τις συνήθεις ανάγκες του νοσοκομείου, ούτε αποδείχθηκε ότι προέκυψαν έκτακτες ανάγκες. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της παραπάνω πράξεως της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, αφού για την ιδιοποίηση των πραγμάτων που είχε στην κατοχή της ως υπάλληλος και διαχειρίστρια του νοσοκομείου, που είναι Ν.Π.Δ.Δ., μεταχειρίστηκε τα ανωτέρω ιδιαίτερα τεχνάσματα και το συνολικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης, δηλ. το άθροισμα της αξίας των ιδιοποιηθέντων πραγμάτων με κάθε μερικότερη πράξη, το οποίο κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη λαμβάνεται υπόψη και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν την τροποποίηση του άρθρου 258 Π.Κ. με το Ν. 2721/1999, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Διαφοροποίηση πρέπει να γίνει μόνο για τη μερικότερη πράξη της 10-5-1999, την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε σε πλημμεληματική μορφή, δεσμευτικά για το δικαστήριο τούτο. Πρέπει ακόμη να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της πράξεως της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση για τις μερικότερες πράξεις που τελέστηκαν την 10-5-1999 και 14-7-1999, συνισταμένης στη νόθευση του λευκού στελέχους των οικείων συνταγολογίων που προαναφέρθηκαν με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τα αρμόδια όργανα του νοσοκομείου ότι οι παραπάνω ποσότητες αρτηριακών καθετήρων διατέθηκαν στα αναφερόμενα στα στελέχη που νόθευσε τμήματα του νοσοκομείου. Τα έγγραφα αυτά που νοθεύτηκαν δεν ήταν προορισμένα για εξωτερική χρήση, ώστε να στοιχειοθετείται το έγκλημα της νόθευσης εγγράφου (άρθρο 242 παρ.1 και 2 Π.Κ.), αλλά επρόκειτο για εσωτερικά έγγραφα του νοσοκομείου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ίδια ως άνω κατηγορουμένη κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής της εξουσίας εν γνώσει της ζημίωσε κατ' εξακολούθηση την περιουσία του νοσοκομείου στις ακόλουθες περιπτώσεις, όπως αυτές διαλαμβάνονται ειδικότερα στο διατακτικό : α) προμηθεύ-τηκε 12.000 θερμόμετρα από την εταιρία "....." που εδρεύει στην ... αντί 75 δρχ/τεμ., ενώ έπρεπε να αγοράσει το υλικό αυτό από την εταιρία ".....Ιατρικά Είδη" με την οποία είχε συμβληθεί το νοσοκομείο αντί 69 δρχ. Με την πράξη της αυτή ζημίωσε το νοσοκομείο κατά το ποσό των 89.460 δρχ., που αποτελεί την εκ δρχ.6 ανά τεμάχιο διαφορά της τιμής, β) προμηθεύτηκε την 9-9-99 5.000 δείκτες ατμού κλιβάνου από την εταιρία .... προς 35 δρχ./τεμ., τιμή που αφορούσε δείκτες διαστάσεων 20X169 μμ αντί προς 10, 50 δρχ. που η εταιρία είχε δώσει προσφορά για τους κοινούς δείκτες, με αποτέλεσμα να ζημιώσει το νοσοκομείο κατά το ποσό των 144.500 δρχ., γ) προμηθεύτηκε την 17.9.99 50 τεμάχια επιθεμάτων αλουμινίου 73 εκ Χ 250 εκ. προς 6.000 δρχ./τεμ και 50 τεμ. διαστάσεων 60εκΧ80 εκ. προς 3.000 δρχ./τεμ, αν και η χαμηλότερη τιμή που πρόσφερε η εταιρία για τα συγκεκριμένα μεγέθη ήταν 5.550 και 2.850 δρχ., αντίστοιχα. Επίσης την 8-5-2000 δεν ακύρωσε την παραγγελία 100 τεμαχίων επιθεμάτων αλουμινίου διαστάσεων 60X80 εκ. μολονότι αυτά είχαν τιμολογηθεί προς 3000 δρχ./τεμ, αντί 2.850 δρχ. που είχε προσφέρει η εταιρία. Από τις πράξεις αυτές ζημιώθηκε το νοσοκομείο με το ποσό των 53.100.Στην κατηγορουμένη πρέπει να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α' του Π.Κ., όπως και πρωτοδίκως. Οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί της περί παραγραφής των μερικότερων πράξεων υπεξαίρεσης που έχουν τελεσθεί πριν από οκτώ χρόνια, για το λόγο ότι αυτές, ως τελεσθείσες πριν από την τροποποίηση του άρθρου 258 Π.Κ. με το Ν. 2721/1999 και μη έχουσες η κάθε μία αντικείμενο μεγαλύτερο των 5.000.000 δρχ., έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη η διάταξη του άρθρου 258 του Π.Κ., μετά την τροποποίηση της με το Ν. 2721/1999 είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο στο σύνολο της και συνεπώς εφαρμοστέα, κατ' άρθρο 2 του Π.Κ., στο σύνολο της και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν το Ν. 2721/99. Όσον αφορά τους λοιπούς κατηγορούμενος απεδείχθησαν τα εξής : Α) Ο κατηγορούμενος Χ3, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος με σκοπό να προσπορίσει σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, διέπραξε δε την πράξη αυτή κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και η συνολική ζημιά που προξένησε στο νοσοκομείο Πατρών "Ο ’γιος Ανδρέας" υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Ειδικότερα : 1) ασκώντας ουσιαστικά αυτός τη διαχείριση και εκμετάλλευση της ατομικής επιχείρησης του πατέρα του ....., με τον διακριτικό τίτλο....., πώλησε στο νοσοκομείο με το ..... τιμολόγιο 100 τεμάχια αιμοστατικής γάζας της εταιρίας ....., παριστάνοντας ψευδώς ότι επρόκειτο για αιμοστατικό σπόγγο για τον οποίο είχε λάβει σχετική παραγγελία και είχε τιμολογηθεί, με σκοπό να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα και να πληρωθεί το υλικό που παρέδωσε με την αυξημένη τιμή των 19.500 δρχ., αντίτων 7.000 δρχ/τεμ. που αντιστοιχεί στην αιμοστατική γάζα της παραπάνω εταιρίας. Έτσι ζημίωσε το νοσοκομείο κατά το ποσό των 1.475.000 δρχ. (100 τεμ. Χ 12.500 δρχ. + 18% Φ.Π.Α.). Ο ισχυρισμός του ότι έγινε λάθος από την αποθήκη δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα η μάρτυρας Γ3 κατέθεσε ότι όταν κάλεσε τον κατηγορούμενο και τον ρώτησε αν παρέδωσε με το παραπάνω τιμολόγιο σπόγγο ή γάζα αυτός επέμενε ότι παρέδωσε σπόγγο και μόνο όταν ημάρτυρας του επέδειξε τις σημειώσεις της επιτροπής παραλαβής επί του τιμολογίου αναγνώρισε ότι επρόκειτο για γάζες, διορθώνοντας μόνο τις διαστάσεις του υλικού και 2) ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "..... ΕΕΒΕ" και ως ασκώντας ουσιαστικά τη δαιχείριση και εκμετάλλευση της ατομικής επιχείρισηςτου πατέρα του με τον διακριτικό τίτλο ".....", με τα αναφερόμενα στο διατακτικό τιμολόγια πώλησε στο νοσοκομείο α) 3.904 σεντόνια χάρτινα σε ρολλά διαστάσεων 50 εκ. προς 1970 δρχ./ρολλό και β) 96 ρολλά του αυτού είδους διαστάσεων 60 εκ. προς 2.360 δρχ./ρολλό, παριστάνοντας ψευδώς στα αρμόδια όργανα του νοσοκομείου δια της αναγραφής στατιμολόγια ότι επρόκειτο για αδιάβροχα σεντόνια διαστάσεων 50 εκ. πλάτος Χ 50 μ. μήκος και 60 εκ. πλάτος Χ 50 μ. μήκος, αντίστοιχα, που αντιστοιχούσαν στη σύμβαση και είχαν τις αναγραφόμενες στα τιμολόγια ανωτέρω τιμές, ενώ το αληθές ήταν ότι τα σεντόνια δεν ήταναδιάβροχα και είχαν τις αναφερόμενες στο διατακτικό μικρότερες διαστάσεις, αντιστοιχούσαν δε σ' αυτά κατά τη σύμβαση τιμές 72, 96 και 87, 4 δρχ./μ. Με την πράξη του αυτή ζημίωσε το νοσοκομείο κατά το ποσό των 7.201.586 δρχ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των μερικότερων αυτών πράξεων απάτης σε βαθμό κακουργήματος, δεδομένου ότι ενήργησε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από μεν την επανειλημμένη τέλεση τους και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, από δεν την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Στον κατηγορούμενο πρέπει να ανα-γνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α' και δ' Π.Κ., που του αναγνωρίστηκαν και πρωτοδίκως, η δεύτερη ενόψει και του ότι αποζημίωσε το νοσοκομείο. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί συνδρομής στο πρόσωπο του των άρθρων 379 και 393 του Π.Κ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι πρόκειται για πράξη που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος και αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αποζημίωσε το νοσοκομείο όχι με οικεία βούληση και επειδή μεταμελήθηκε, αλλά μετά την αποκάλυψη των πράξεων του και για να αποφύγει τις συνέπειες της επικείμενης ποινικής σε βάρος του δίωξης. Β) ο κατηγορούμενος Χ2: Αποδείχθηκε ότι με τα .... και ..... τιμολόγια πώλησε στο νοσοκομείο όχι απλές σύριγγες PENTAFΕΡΤΕ στις οποίες αντιστοιχούσε συμβατική τιμή 150 δραχ./τεμ, αλλά 4.000 τεμάχια σύριγγες τύπου MONOJECT με μαλακή συσκευασία, στις οποίες αντιστοιχούσε συμβατική τιμή 190 δραχ./τεμ και τις οποίες εν γνώσει του ψευδώς τιμολόγησε ως MONOJECT με σκληρή συσκευασία και με τιμή 280 δραχ./τεμ, που αντιστοιχεί στο είδος αυτό, με αποτέλεσμα να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα του νοσοκομείου και να πληρώσουν τα τιμολόγια με την αυξημένη τιμή των 280 δραχ./τεμ., αντί 190 δραχ./τεμ. Η συνολική ζημία του νοσοκομείου ανέρχεται μετά του ΦΠΑ 18% στο ποσό των 42.480 δραχ. (4.000 Χ 90 δραχ + 18%). Περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 379 σε συνδυασμό με το άρθρο 393 ΠΚ, δεν συντρέχει, διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε το πιστωτικό σημείωμα από οικεία βούληση, ούτε υπάρχει δήλωση του παθόντος νοσοκομείου περί εντελούς ικανοποιήσεώς του. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος απάτης κατ'εξακολούθηση που αφορά τα 4.000 τεμάχια, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ, που του αναγνωρίστηκε και πρωτοδίκως....". Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τους ως άνω κατηγορουμένους κρίση για τις προαναφερόμενες πράξεις και τους επέβαλε τις αναφερόμενες ποινές φυλάκισης. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27, 94 παρ. 1, 98, 258 περ. γ', 216 παρ. 1 και 390 του ΠΚ, όπως η περ. γ' του άρθρου 258 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5β' του ν.2721/1999 και το άρθρο 390 ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (ως προς την Χ1), 13 περ. στ', 27 παρ. 2, 98 και 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999 (ως προς τον Χ3), 27 παρ. 2, 98 και 386 παρ. 1 του ΠΚ (ως προς τον Χ2) που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας Χ1 ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 258 περ. γ' του ΠΚ, διότι ως προς τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία των οποίων ο χρόνος τέλεσης ανάγεται στο πρό της ισχύος του ν. 2721/1999 διάστημα, δηλαδή αυτών που φέρονται ότι τελέστηκαν στις 10.5.1999 (περίπτωση α' ποσού 846.600 δραχ.) και 15.4.1999 (περίπτωση γ' ποσού 2.242.000 δραχ.) θα έπρεπε το δικαστήριο να εξετάσει για κάθε μία χωριστά αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 258 περ. γ' ΠΚ, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεως της με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. δ'περ. β' του ν.2721/1999 και αφού διαπιστώσει ότι για κάθε μια από τις εν λόγω πράξεις η ζημία δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών να δεχθεί ότι οι μερικότερες αυτές πράξεις φέρουν πλημμεληματικό χαρακτήρα και έχουν υποκύψει σε παραγραφή, είναι αβάσιμη, διότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας, η διάταξη του άρθρου 258 περ. γ' του ΠΚ, μετά την αντικατάστασή της με το ν.2721/1999, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο στο σύνολό της και συνεπώς εφαρμοστέα, κατ' άρθρο 2 ΠΚ στο σύνολό της και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του ν.2721/1999, εφόσον δε το δικαστήριο δέχθηκε ότι η αξία του αντικειμένου και η περιουσιακή βλάβη στο σύνολο των μερικοτέρων πράξεων του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος υπό της άνω κατηγορουμένης εγκλήματος της υπεξαίρεσης, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 2 ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν.2721/1999, δεν ήταν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η εν λόγω κατηγορουμένη απέβλεπε στο συνολικό αποτέλεσμα. Περαιτέρω η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι από την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως έλαβε υπόψη του και "τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριό του" συνάγεται ότι τούτο (δικαστήριο) εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, δεν έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ....., .... και ...., είναι αβάσιμη, καθόσον, εφόσον το δικαστήριο στο προοίμιο του σκεπτικού της απόφασης βεβαιώνει ότι για το σχηματισμό της παραπάνω κρίσεώς του έλαβε υπόψη του, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων "τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο" παρέπεται ότι κατά τρόπο αναμφίβολο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των συγκεκριμένων πιο πάνω μαρτύρων και δεν ήταν απαραίτητο να γίνει διάκριση των μαρτύρων σε μάρτυρες "κατηγορίας" και "υπεράσπισης". Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ήταν απαραίτητο να εκτίθεται σ'αυτή τί προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί ότι αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους και ότι όλα ελήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, γι' αυτό η αιτίαση των αναιρεσειόντων που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμη. Περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται σαφώς και ορισμένως τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ3, αντλούμενα από το σύνολο των συνθηκών τελέσεως της πράξεως που δέχθηκε το Δικαστήριο και την επανειλημμένη τέλεσή της, προσδιορίζεται δε και το συνολικό ύψος της ζημίας του νοσοκομείου ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 8.676.586 δραχμών, γι' αυτό η αιτίαση του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμη. Περαιτέρω καμία ασάφεια ή αντιφατικότητα δεν έχει εμφιλοχωρήσει στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε στο νοσοκομείο από την τέλεση της απάτης από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2 από την αναγραφή στο μεν σκεπτικό αυτής (απόφασης) του ποσού των 42.480 δραχμών, στο δε διατακτικό του ποσού των 1.321.600 δραχμών, καθόσον από τον υπολογισμό των αναφερομένων τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό στοιχείων, ήτοι 4.000 τεμαχίων συρίγγων προς 90 δρχ. που ήταν η διαφορά της αναγραφόμενης στα τιμολόγια τιμής 280 δρχ. ανά τεμάχιο αντί της τιμής των 190 δραχμών, προκύπτει το ποσό των 36.000 δραχμών και μετά την πρόσθεση σ'αυτό του ποσού των 6.480 δραχμών για αναλογούντα Φ.Π.Α. (18%), το ποσό των 42.480 δραχμών, η δε αναγραφή στο διατακτικό του ποσού των 1.321.600 δραχμών οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Γι' αυτό η αιτίαση του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμη. Περαιτέρω η εν μέρει επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της αποφάσεως και η παραπομπή σ' αυτό, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση και περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Γι' αυτό η αιτίαση των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμη. Εξάλλου η αιτίαση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ3 ότι το δικαστήριο της ουσίας χωρίς ειδική αιτιολογία απέρριψε τον εκ του άρθρου 393 παρ. 2 του Π.Κ. προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του περί εξαλείψεως του αξιοποίνου του εγκλήματος της απάτης, λόγω πλήρους ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος Νοσοκομείου Πατρών "ο ’γιος Ανδρέας" εκ της ως άνω πράξεώς του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον η ως άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, που ο άνω κατηγορούμενος καταδικάστηκε για κακούργημα. Εξάλλου η αιτίαση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ2 ότι εσφαλμένως το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον εκ του άρθρου 393 παρ. 2 Π.Κ. αυτοτελή ισχυρισμό του περί εξαλείψεως του αξιοποίνου του αδικήματος της απάτης, λόγω της πλήρους ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος Νοσοκομείου Πατρών "Ο ’γιος Ανδρέας" εκ της ως άνω πράξεώς του, είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπέβαλε αυτός (αναιρεσείων κατηγορούμενος) ή ο συνήγορός του σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό περί εξαλείψεως του αξιοποίνου του αδικήματος της απάτης, λόγω έμπρακτης μετάνοιάς του, ανεξαρτήτως δε τούτου, στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης, διότι ελλείπει η απαραίτητη προϋπόθεση της σχετικής δηλώσεως του νομίμου εκπροσώπου του ζημιωθέντος ως άνω νοσοκομείου. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' και Ε' προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως των κυρίων δικογράφων και των προσθέτων, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με τους οποίους, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στις κρινόμενες αιτήσεις και τους πρόσθετους λόγους αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 211 εδ. α' του ΚΠοινΔ, με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική (άρθρα 170 παρ. 1 και 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καλυπτομένη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ΚΠοινΔ, διαφορετικά ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Λόγω της γενικότητας της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 211, αυτή συμπεριλαμβάνει όλους όσους άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα προανακριτικά, ο λόγος δε της εξαιρέσεως των προσώπων αυτών στηρίζεται στην προκατάληψη την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τους. Περαιτέρω, η ένορκη διοικητική εξέταση μετά την ισχύ του ν.3160/2003, εξομοιούται με την προκαταρκτική εξέταση, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1 εδ. β' και γ' του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν.3160/2003, αφού είναι δυνατόν να μη διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση, όταν τούτο επιβάλλεται για να κινηθεί η ποινική δίωξη, εφόσον έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί η ποινική δίωξη. Το ίδιο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του ν.3160/2003, κατά την οποία ο Εισαγγελέας προβαίνει στην απόρριψη εγκλήσεως, όταν κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, εφόσον έχει διενεργηθεί, εκτός από προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις και ένορκη διοικητική εξέταση. Η εξομοίωση αυτή της διοικητικής εξέτασης με την προκαταρκτική εξέταση, εκτός από τις περιπτώσεις που ειδικώς ορίζονται στις προαναφερόμενες διατάξεις, αφορά και την απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης σε βάρος του μετέπειτα κατηγορουμένου, παρά την εναντίωσή του, των ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων του ίδιου (άρθρο 31 παρ. 2 ΚΠοινΔ), που έχουν ληφθεί, όχι μόνο σε οποιοδήποτε διαδικαστικό στάδιο της ίδιας ποινικής δίκης, όταν αυτός είχε ακόμη την ιδιότητα του μάρτυρα, αλλά και αυτών που έχουν ληφθεί κατά την διενέργεια συναφούς διοικητικής εξέτασης. Τούτο δε, διότι με τον τρόπο αυτό παραβιάζονται τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, όπως δέχθηκε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 1/2004 απόφασή της. Σύμφωνα με τα παραπάνω, συνέπεια της γενομένης μετά τον ν.3160/2003 εξομοίωσης της ένορκης διοικητικής εξέτασης με την προκαταρκτική εξέταση, είναι ότι στην απαγόρευση της εξέτασης ως μαρτύρων, που θεσπίζεται από το άρθρο 211 εδ. α' του ΚΠοινΔ, περιλαμβάνονται και οι διενεργήσαντες ένορκη διοικητική εξέταση, αφού, ανεξάρτητα από την πιο πάνω εξομοίωση, συντρέχει και στην περίπτωση αυτή ο προαναφερόμενος δικαιολογητικός λόγος της εν λόγω απαγόρευσης, δηλαδή της ενδεχόμενης προκαταλήψεως για τον κατηγορούμενο εκείνων που άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα. Όμως δεν εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση ή προκαταρκτική έρευνα που προβλέπεται από το άρθρο 12 του ν.2683/1998 (Υπαλληλικός Κώδικας) και συνίσταται στην άτυπη συλλογή και καταγραφή στοιχείων για να διαπιστωθεί η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος και συνεπώς ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται από την κατάθεση ως μάρτυρα στο ακροατήριο, όποιου είχε προβεί σε προκαταρκτική έρευνα με την με την προεκτεθείσα έννοια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και πριν από την εξέταση των μαρτύρων οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 υπέβαλαν αίτημα να μην εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας Γ1, Γ2 και Γ4 και να μην αναγνωστούν και ληφθούν υπόψη οι καταθέσεις τους στην προδικασία και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για το λόγο ότι είχαν διενεργήσει ένορκη διοικητική εξέταση και είχαν συντάξει σχετικά πορίσματα με βάση τα οποία ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη. Περαιτέρω ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης τούτων (Χ1) υπέβαλε αίτημα να μη ληφθούν υπόψη και να μην αξιολογηθούν αποδεικτικώς σε βάρος της όσα κατέθεσε στο πλαίσιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης καθώς και τα σημεία των πορισμάτων των ΕΔΕ που αναφέρονται στις καταθέσεις της αυτές. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με ταυτάριθμες με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του μετά την παράθεση του νομικού μέρος ως προς το ζήτημα της εξομοίωσης της ένορκης διοικητικής εξέτασης με την προκαταρκτική εξέταση μετά την ισχύ του Ν.3160/2003, έκανε δεκτό το αίτημα των ως άνω αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για τους δύο πρώτους μάρτυρες (Γ1 και Γ2) των οποίων δεν επέτρεψε την εξέταση στο ακροατήριο, ούτε την ανάγνωση και την αποδεικτική αξιολόγηση των καταθέσεών τους στην προδικασία και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Απέρριψε, όμως, το αίτημα τούτων (άνω αναιρεσειόντων κατηγορουμένων) για τη μη εξέταση του τρίτου μάρτυρα Γ4, με την αιτιολογία ότι ο τελευταίος διενήργησε με εντολή του Διοικητή του Νοσοκομείου Πατρών "Ο ’γιος Ανδρέας" προκαταρκτική πειθαρχική έρευνα, η οποία δεν εξομοιώνεται από το ν.3160/2003 με την ποινική προκαταρκτική εξέταση. Περαιτέρω, το πιο πάνω Δικαστήριο με την ίδια παρεμπίπτουσα απόφασή του έκανε δεκτό το αίτημα της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ1 για τη μη λήψη υπόψη και αποδεικτική αξιοποίηση των όσων αυτή κατέθεσε στο πλαίσιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης καθώς και των σημείων των πορισμάτων των ΕΔΕ που αναφέρονται στις καταθέσεις αυτές, αφού δεν είχε αποκτήσει ακόμη την ιδιότητα της κατηγορουμένης. Ενόψει της πιο πάνω παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τη μη απαγόρευση της εξετάσεως του ως άνω μάρτυρα Γ4 και των όσων αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη, δεν κωλύεται ο άνω μάρτυρας εκ του λόγου ότι ενήργησε προκαταρκτική πειθαρχική έρευνα να εξεταστεί ως μάρτυρας και συνακόλουθα το Δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε με το να απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό των ως άνω κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων ως αβάσιμο. Επομένως τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ πρώτο λόγο αναιρέσεως των κυρίων δικογράφων των αιτήσεων των ως άνω αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως των προσθέτων της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ1, εξ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ (σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο) λόγω λήψεως υπόψη και αξιολογήσεως όσων αυτή (αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη) κατέθεσε στο πλαίσιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης καθώς και των σημείων των πορισμάτων των ΕΔΕ, αφού από τα αναφερόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης "επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών και της εκκαλούμενης απόφασης (πλην των καταθέσεων των δύο μαρτύρων που εξαιρέθηκαν...), των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, από τα οποία τα πορίσματα δεν λαμβάνονται υπόψη στο μέτρο που στηρίζονται στις καταθέσεις της κατηγορουμένης Χ1 και δέχονται επιβαρυντικά γι' αυτήν στοιχεία, αφού την ιδιότητα αυτή προσέλαβε αργότερα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχτηκαν τα ακόλουθα" σαφώς συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε οτιδήποτε η εν λόγω αναιρεσείουσα κατηγορουμένη κατέθεσε στο πλαίσιο της ένορκης διοικητικής εξέτασης καθώς και τα σημεία των πορισμάτων των ΕΔΕ που αναφέρονται στις καταθέσεις αυτές.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 329 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο αποτελεί λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έλλειψη δημοσιότητας της συνεδριάσεως, που κατοχυρώνεται και συνταγματικά με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 2, αποδεικνύεται μόνο από τα σχετικά πρακτικά της συγκεκριμένης δίκης. Εξάλλου, εφόσον στα πρακτικά ή την απόφαση αναφέρεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια, συνάγεται σαφώς ότι και η απόφαση απαγγέλθηκε δημόσια, το ίδιο δε και αν έγιναν επανειλημμένες διακοπές, εφόσον δεν αναφέρεται ότι διατάχθηκε η κεκλεισμένων των θυρών συζήτηση, μη απαιτουμένου όπως μετά κάθε διακοπή επαναλαμβάνεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ρητά στη σελίδα "1" ότι "Η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου την 12η Μαρτίου 2007 μετά τις διακοπείσες συνεδριάσεις της 28 Φεβρουαρίου και 6 Μαρτίου 2007, και όταν ήρθε η σειρά της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο". Στη συνέχεια, στα ίδια πρακτικά αναφέρονται τα ακόλουθα: στη σελίδα 8 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι μετά από απόφαση της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Πατρών για αποχή μετά τη λήξη του κανονικού ωραρίου, συμμορφούμενος στην απόφαση αυτή δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 13 Μαρτίου 2007, ημέρα Τρίτη και ώρα 9.30, παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος την άνω ημέρα και ώρα να είναι παρόντες όλοι οι παράγοντες της δίκης στην αίθουσα του Μ.Ο.Ε. Πατρών. Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 13.3.2007 και ώρα 9.30'το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση. Μετά ο Πρόεδρος κάλεσε την επόμενη μάρτυρα, η οποία, αφού ρωτήθηκε για την ταυτότητά της, είπε ότι ονομάζεται....". Στη σελίδα 12 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο....Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 27 Μαρτίου 2007, ημέρα Τρίτη και ώρα 9.00', παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος την άνω ημέρα να είναι παρόντες όλοι οι παράγοντες της δίκης στην αίθουσα του Μ.Ο.Ε. Πατρών. Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 27.3.2007 και ώρα 9.00' το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση. Μετά ο Πρόεδρος κάλεσε το επόμενο μάρτυρα, ο οποίος, αφού ρωτήθηκε για την ταυτότητά του είπε....". Στη σελίδα 17 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο....δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 29 Μαρτίου 2007, ημέρα Πέμπτη και ώρα 9.00' παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος την άνω ημέρα και ώρα να είναι παρόντες όλοι οι παράγοντες της δίκης στην αίθουσα του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Επελθούσης της παραπάνω ημέρα, την 29.3.2007 και ώρα 9.00'το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση...". Στη σελίδα 22 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο.....δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 30 Μαρτίου 2007, ημέρα Παρασκευή και ώρα 9.00', παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος την άνω ημέρα και ώρα να είναι παρόντες όλοι οι παράγοντες της δίκης στην αίθουσα του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 30.3.2007 και ώρα 9.00'το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση και κάλεσε την μάρτυρα...". Στη σελίδα 26 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι....δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 16 Απριλίου 2007, ημέρα Δευτέρα και ώρα 9.00', παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος....Επελθούσης της παραπάνω ημέρας την 16.4.2007 και ώρα 9.00'το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση. Μετά ο Πρόεδρος κάλεσε τον επόμενο μάρτυρα....". Στη σελίδα 30 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε ότι....δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 17 Απριλίου 2007, ημέρα Τρίτη και ώρα 9.00', παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος....Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 17.4.2007 και ώρα 9.00' το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση. Μετά ο Πρόεδρος κάλεσε τον επόμενο μάρτυρα...". Στη σελ. 36 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30'ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο..... δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 18 Απριλίου 2007, ημέρα Τετάρτη και ώρα 9.00', παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος....Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 18.4.2007 και ώρα 9.00'το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση. Κατόπιν κάλεσε την μάρτυρα...". Στη σελίδα 42 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.00'ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι .....δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 26 Απριλίου 2007, ημέρα Πέμπτη και ώρα 9.00', παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος....Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 26.4.2007 και ώρα 9.00' το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση. Μετά ο Πρόεδρος κάλεσε την επόμενη μάρτυρα...". Στη σελίδα 60 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι.... δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 30 Απριλίου 2007, ημέρα Δευτέρα και ώρα 9.00', παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος....Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 30.4.2007 και ώρα 9.00' το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης, διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση και κάλεσε την κατηγορουμένη Χ1 να απολογηθεί....". Στη σελίδα 64 και 65 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι...... δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 2 Μαΐου 2007, ημέρα Τετάρτη και ώρα 9.30' παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος.....Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 2.5.2007 και ώρα 9.30' το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης διέταξε να συνεχιστεί η διακοπείσα συνεδρίαση. Κατόπιν ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο διαδοχικά στους πληρεξούσιους του πολιτικώς ενάγοντος, οι οποίοι....". Στη σελίδα 71 και 72 ότι "Στο σημείο αυτό της δίκης και περί ώρα 15.30' ο Γραμματέας της έδρας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι .... δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως για την 4 Μαΐου 2007, ημέρα Παρασκευή και ώρα 10.00', προκειμένου το Δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του, παρήγγειλε δε ο Πρόεδρος....Επελθούσης της παραπάνω ημέρας, την 4.5.2007 και ώρα 10.00' το Δικαστήριο αφού επανήλθε στην έδρα του και ο Πρόεδρος βεβαιώθηκε για την παρουσία των παραγόντων της δίκης δημοσίευσε, αμέσως, την απόφασή του, με αριθμό 209/2007 η οποία είναι η εξής:.....". Στη σελίδα 182 ότι "
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση". Στη σελίδα 185 ότι "
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση". Βάσει των περικοπών αυτών των πρακτικών και ιδίως της σελίδας 1 που αφορά τη συνεδρίαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών προς εκδίκαση της υπόθεσης, της σελίδας 182 που αφορά το σκέλος της απόφασης για την ενοχή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και της σελίδας 185 που αφορά το σκέλος της απόφασης για την ποινή και όσων εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, καθίσταται σαφές ότι όλες οι συνεδριάσεις του πιο πάνω Δικαστηρίου έγινα δημόσια και επιτρεπόταν στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, οι δε αποφάσεις τούτου (Δικαστηρίου) τόσο για την ενοχή όσο και για την ποινή των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων απαγγέλθηκαν δημόσια και επιτρεπόταν στον καθένα να παρακολουθήσει ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως του Χ3 και των προσθέτων των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από όλα τα παραπάνω, απορριπτομένων, όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως μαζί με τους πρόσθετους λόγους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Πατρών ’γιος Ανδρέας" (άρθρ 176 και 183 ΚΠολΔ), περιοριζομένη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν.3693/1957, όπως ισχύει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 18 Ιουνίου 2007, 18 Ιουνίου 2007 και 7 Ιουνίου 2007 αιτήσεις και τους από 23 Νοεμβρίου 2007, 23 Νοεμβρίου 2007 και 22 Νοεμβρίου 2007 πρόσθετους επ' αυτών λόγους αναιρέσεως των Χ1, Χ2 και Χ3, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 112Α-137-209/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Πατρών ’γιος Ανδρέας" την οποία προσδιορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή