Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2379 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική, Ιατρού κατάχρηση ιδιότητας.




Περίληψη:
Παραδεκτά ασκείται η αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αντιφατική αιτιολογία καθ' οιασδήποτε απόφασης εφόσον ασκήθηκε εντός μηνός από την καθαρογραφή της στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στο δικαστήριο που την εξέδωσε. Αναιρείται α) καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Κακουργοδικείου για κατάχρηση ιδιότητας ιατρού (άρθρο 7 ν. 1729/1987) ως εξ αμελείας τελεσθείσα και β) αθωωτική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά παραδοχή λόγων αναίρεσης για αντιφατική αιτιολογία και εκ πλαγίου παράβαση των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.




Αριθμός 2379/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 62/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο, 2) Χ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουμπιάδη, 3)Χ2, 4) Χ4, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κουτσούκο και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ..., 2) ..., 3) ... και 4) ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σακαλόγλου.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 46/23.09.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1517/2008

Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του νόμου 969/1979, και ορίζει ότι η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση κάθε απόφασης οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, έστω και αν αυτή, όπως απαγγέλθηκε προσβάλλεται με έφεση. Αφετήριο σημείο της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης, δεν είναι η δημοσίευση της απόφασης αλλά η καταχώρηση της καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 573 παρ. 3. Και τούτο για τους παρακάτω λόγους: Ι. Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση", που απαντάται στον ΚΠΔ μόνο στην ανωτέρω διάταξη, χρησιμοποιείται με τη γνωστή έννοια της αποφάσεως, που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από το νόμο τακτικά ένδικα μέσα, και ως τέτοιο ένδικο μέσο προβλέπεται από τον ΚΠΔ μόνο η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διάταξης συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπόμενους από το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας να αποφεύγεται δε η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου. Ενώ όταν πρόκειται για απόφαση εκκλητή δικαιούται να ασκήσει το τακτικό αυτό ένδικο μέσο (έφεση) ανεξαρτήτως "λόγου" για να αποκατασταθεί η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όσο και η ορθή εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως. Περαιτέρω, έχει επικρατήσει από μακρού στην ελληνική νομική ορολογία να χαρακτηρίζονται ως "ανέκκλητες" οι αποφάσεις που από την έκδοσή τους δεν υπόκεινται σε έφεση, οι εν λόγω δε αποφάσεις θεωρούνται ως υποδιαίρεση των υπό ευρεία εννοία τελεσίδικων αποφάσεων. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην έννοια του όρου "τελεσίδικη απόφαση" του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ περιλαμβάνονται και οι δύο κατηγορίες αποφάσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, δηλαδή όχι μόνο οι αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων που έχουν εκδοθεί ύστερα από άσκηση εφέσεως, αλλά και οι αποφάσεις που, όπως απαγγέλθηκαν, δεν προσβάλλονται με έφεση. Τη λύση αυτή επιβάλλει όχι μόνο η γραμματική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, αλλά και η ανάγκη στην οποία στοχεύει, κατά τα προαναφερόμενα, η οποία συντρέχει τόσο για τις αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, όσο και για τις αποφάσεις που έχουν απαγγελθεί ανεκκλήτως. Επομένως, η προθεσμία, περί της οποίας προβλέπουν τα άρθρα 507 παρ. 1α και 473 παρ. 1 ΚΠΔ, για την άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έχει απαγγελθεί ανεκκλήτως, αρχίζει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠολΔ, από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο. (Ολ. Α.Π. 6/2002 πλειοψηφία). Το εκκλητό όμως της απόφασης σκοπείται ως προς τον δικαιούμενο ν' ασκήσει έφεση, ο οποίος δεν επιτρέπεται, παραλείποντας την άσκησή της, να προβάλει με αίτηση αναίρεσης την απόφαση. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τον δικαιούμενο σε αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Από τα άρθρα 505 παρ. 2, 479, 484, 485, 489, 490, 504 ΚΠΔ ο Εισαγγελέας, ανάλογα με τον βαθμό δικαιοδοσίας τους και την καθ' ύλην αρμοδιότητά τους προσδιορίζονται νομοθετικά, καθένας ιδιαιτέρως και διακεκριμένα ως λειτουργός αυτοτελούς και διακεκριμένης υπηρεσιακής μονάδος, με ένα δικαίωμα ασκήσεως επακριβώς προσδιοριζομένων ενδίκων μέσων, μέσα σε συγκεκριμένες ειδικές προθεσμίες. (Σταμάτης "Προκαταρκτική Εξέταση" σελ. 26 σημ. 61 Μπουρόπουλο Ποιν. Χρ. Ε' 425). Έτσι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στερείται του δικαιώματός του προς αίτηση αναίρεσης επειδή μπορεί να παραγγείλει, κατ' άρθρο 24 παρ. 4 ν. 1756/1988, τον Εισαγγελέα Εφετών ή Πλημμελειοδικών για την άσκηση έφεσης διότι στην περίπτωση αυτή, ασκεί αυτός όχι ίδιο δικαίωμα αλλά του Εισαγγελέως Εφετών ή Πλημμελειοδικών.
Συνεπώς αν ήθελε αξιωθεί όπως ασκηθεί προηγουμένως από τους δικαιούμενους εισαγγελείς έφεση, για ν' ασκήσει ακολούθως αναίρεση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, τότε θα είχε αποστερηθεί αυτός του δικαιώματος αναίρεσης, παρόλο που ο νόμος παρέχει σ' αυτόν ρητώς το δικαίωμα αυτό. Επομένως, εφόσον είναι αδιάφορο αν η απόφαση προκειμένου για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι εκκλητή από Εισαγγελέα Εφετών ή Πλημ/κών ή από τον κατηγορούμενο το "ανέκκλητο" της απόφασης για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν καταλύεται εκ του ότι αυτή είναι εκκλητή για τον Εισαγγελέα Εφετών ή Πλημμελειοδικών ή για τον κατηγορούμενο. Η κατά το άρθρο 144 ΚΠΔ συντασσόμενη καθαρογραφημένη τελεσίδικη απόφαση δεν υπάρχει καν ως γραπτό κείμενο από την δημοσίευσή της, ούτε υφίσταται κάποια προνομιακή, νομική ή πραγματική δυνατότητα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να υπερπηδήσει το ανυπέρβλητο κώλυμα που προκύπτει από την ανυπαρξία του κειμένου της αναιρεσιβληθησόμενης απόφασης να ενημερωθεί για το περιεχόμενό της, ενώ η, από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κοινή αναίρεση (άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ) και η αναίρεση υπέρ του νόμου (άρθρ. 505 παρ. 2 εδ. β' ΚΠΔ) προδήλως διαφέρουν μεταξύ τους, προεχόντως διότι η πρώτη επηρεάζει την θέση των διαδίκων, οι οποίοι και προσφεύγουν σ' αυτόν, επισημαίνοντας τα νομικά λάθη των αποφάσεων, επιδιώκοντας να επιτύχουν την επίλυσή τους υπέρ των απόψεών τους, ενώ η δεύτερη όχι. Εν όψει αυτών και δεδομένου ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναίρεσης πρέπει στην δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, δεν μπορεί δε ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με άσκηση προσθέτων λόγων, ενώ ειδικότερα για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή (Ολ. Α.Π. 2/2002) η αποδοχή της άποψης ότι η προθεσμία της άσκησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αρχίζει από τη δημοσίευση της εκκλητής ως προς τους άλλους εισαγγελείς απόφαση (Ολ. Α.Π. 3/2000 και Ολ. Α.Π. 4/2000) θα αδρανοποιούσε το δικαίωμα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ζητεί την αναίρεση των πρωτοβαθμίων αποφάσεων. Την άποψη αυτή ότι δηλαδή, αφετήριο σημείο της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι όχι η δημοσίευση της αναιρεβληθησομένης απόφασης αλλά η καταχώρηση της καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρ. 473 παρ. 3 δέχεται ομόφωνα η θεωρία, αλλά και μεταγενέστερες των ως άνω Ολομελειών του Αρείου Πάγου αποφάσεις των Ποινικών τμημάτων του με την αποδοχή της άποψης της μειοψηφίας ότι η φράση του άρθρου 479 παρ. 2 του ΚΠΔ "από την έκδοσή του" που αναφέρεται στα βουλεύματα και στην οποία παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ, πρέπει να ερμηνευθεί ως έχουσα την έννοια της καταχωρήσεως στο ειδικό βιβλίο και όχι της δημοσιεύσεως της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 23/9/2008 αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητείται η αναίρεση της 62/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό. Με την απόφαση αυτή οι τότε κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι Χ2, β) Χ1, γ) Χ3 και δ) Χ4, κηρύχθηκαν αθώοι της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας ένοχοι εξ αμελείας της αξιόποινης πράξης της κατάχρηση της ιδιότητας, ιατρού κατ' εξακολούθηση που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 2, 11 ν. 1729/1982, όπως η παρ. 2 αντικ. με το άρθρο 12 ν. 2161/93, και επιβλήθηκε στο μεν πρώτο τούτων ποινή φυλάκισης δύο ετών και εξ (6) μηνών στον καθένα δ' από τους λοιπούς ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, αμφότερες δε οι ποινές αυτές ανεστάλησαν επί τριετία. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη η απόφαση αυτή η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, με αύξοντα αριθμ. 200 την 22-8-2008 τόσο κατά το αθωωτικό σκέλος της, όσο και κατά το καταδικαστικό ήταν ανέκκλητη για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, παρά το ότι ήταν εκκλητή από τον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου κατά τον χρόνο της δημοσίευσής της (άρθρο 489 παρ. 1 ΚΠΔ περίπτωση στ' και 490 παρ. 2 του ίδιου κώδικα για το καταδικαστικό μέρος της και 486 παρ. 3 ΚΠΔ για το αθωωτικό μέρος της) και συνεπώς απαράδεκτα άσκησε ο τελευταίος δια του Αντεισαγγελέα Αντωνίου Μύτη την κρινόμενη αναίρεση του κατά της ως άνω απόφασης με δήλωσή του στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου στις 23/9/2008, ήτοι πριν παρέλθει ένας μήνας από την ως άνω καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ.
II.Κατά το άρθρο 4 του Ν. 1729/1987 "Ναρκωτικά", κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι ουσίες τεχνικές ή φυσικές που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές. Οι ουσίες που υπάγονται στα ναρκωτικά περιλαμβάνονται ιδίως στους παρακάτω τέσσερους πίνακες Α', Β', Γ' και Δ'. Στην κατηγορία Γ και με αύξοντα αριθμό 97 περιλαμβάνεται και η φαιντανύλη, η οποία κατετάγη στη κατηγορία αυτή με την Υ6Β/2373/14-2-1995 απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παρ. 1, α του άρθρου 7 του Ν. 1729/1987 με τον υπότιτλο "Κατάχρηση ιδιότητας γιατρών και φαρμακοποιών" ο γιατρός που εκδίδει συνταγή για τη χορήγηση ναρκωτικών, αν και γνωρίζει ότι δεν υπάρχει πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη, τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, ήδη (άρθρο 10 του Ν. 2161/1993), ήτοι με κάθειρξη δέκα ετών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δρχ., ενώ κατά το άρθρο 11 του ίδιου Ν. 1729/1987 αν οι πράξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 και 7 παρ. 1 και 2 τελέσθηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδες (50.000) μέχρι δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δραχμές. Κατά δε την παράγραφο 2, του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 Ν. 2716/1999, το οποίο στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με την παρ. Ε του άρθρου 12 Ν. 2955/2001 (ΦΕΚ Α 256/2.11.2001), "Η χορήγηση ουσιών για υποκατάσταση της εξάρτησης απαγορεύεται. Κατ' εξαίρεση η χορήγηση των ουσιών αυτών επιτρέπεται από: α) δημόσιες, ειδικές προς τούτο μονάδες στις οποίες χορηγείται η σχετική άδεια, με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας μετά από γνώμη του Ο.ΚΑ.ΝΑ., β) του Ο.ΚΑ.ΝΑ., μετά από σχετική άδεια που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας. Στις ανωτέρω αποφάσεις καθορίζονται ειδικώς οι ουσίες των οποίων επιτρέπεται η χορήγηση και οι όροι κάτω από τους οποίους θα χορηγούνται. Όποιος χορηγεί ουσίες για υποκατάσταση της εξάρτησης ή ανταγωνιστικές ουσίες κατά παράβαση αυτής της διάταξης τιμωρείται σύμφωνα με το άρθ. 10 ν. 2161/03. Η διάταξη του άρθρ. 7 § 2 ν. 1729/87, πριν την αντικατάσταση της από το αρθρ. 12 ν. 2161/93, προέβλεπε δύο περιπτώσεις. Την υποκατάσταση της εξάρτησης και την αντιμετώπιση του στερητικού συνδρόμου, η μέθοδος και η διαδικασία αντιμετώπισης του οποίου επραγματοποιείτο σύμφωνα με τους όρους της απόφασης του Υπουργού Υγείας και πρόνοιας, πλην όμως η τελευταία αυτή περίπτωσις δεν διελήφθη στην νεώτερη διάταξη του ν. 2161/93, εξ ου συνάγεται ότι η γενική απαγόρευση της πρώτης περίπτωσης ισχύει και για την δεύτερη και δεν είναι δυνατόν να υπαχθεί ανελέγκτως στην χορήγησή τους για "θεραπευτικούς σκοπούς". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η περιγραφόμενη ως άνω αξιόποινος πράξη της κατάχρησης ιδιότητος Ιατρών, στοιχειοθετείται μεν όταν ο ιατρός, χορήγησε ναρκωτικές ουσίες ως υποκατάστατο της εξάρτησης προς αντιμετώπιση του στερητικού συνδρόμου, αφού τούτο επιτρέπεται, κατ'εξαίρεση, μόνο από ειδικές προς τούτο δημόσιες μονάδες, στις οποίες χορηγείται η σχετική άδεια με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του οργανισμού καταπολέμησης των ναρκωτικών, ή από τον τελευταίο μετά από σχετική άδεια που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, δεν στοιχειοθετείται δε όταν υπάρχει πραγματική και συγκεκριμένη ένδειξη για την χορήγηση ναρκωτικών ουσιών για θεραπευτικό σκοπό, ως επί καρκινοπαθών προς ανακούφιση από τον πόνο περαιτέρω όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ, μεταξύ των όρων της θεμελιώσεως του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι και η ύπαρξη εξ αντικειμένου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εξ αμελείας πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Εάν δε στην επέλευσή του συντέλεσαν πλείονες πράξεις ή παραλείψεις διαφόρων προσώπων, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τον από αμέλεια θάνατο του παθόντος τότε για τον προσδιορισμό της ευθύνης του καθένα, σε σχέση προς το επελθόν αποτέλεσμα, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι εκείνη η πράξη ή η παράλειψη του υποκειμένου είναι δυνατόν να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, το μεν είναι η αμέσως προκαλέσασα και την ενέργεια των άλλων, το δε τελεί αυτή από μόνη της ή μαζί με άλλη άλλου προσώπου σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, κατά την κρατούσα στο ποινικό δίκαιο θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, η συμπεριφορά του υποκειμένου να υπήρξε ένας από τους πολλούς παραγωγικούς του αποτελέσματος όρους, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επέρχονταν, αδιάφορα αν συνέβαλαν σ' αυτό και άλλοι όροι, όπως λ.χ. η αμέλεια του παθόντα ή τρίτου. Διακοπή δε της αιτιώδους αυτής συνάφειας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες η παρεμβαλλόμενη συμπεριφορά του παθόντος ή του τρίτου εξουδετερώνει και καθιστά ανενεργή την αρχική συμπεριφορά του δράστη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη την οποία εφάρμοσε.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 505 § 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση και κατά αθωωτικής απόφασης, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. επομένως και για έλλειψη της απαιτούμενης, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβασης ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Για την αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΝΔ 53/1974) και δεδομένου ότι στην ποινική δίκη αντικείμενο αποδείξεως αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Δωδεκανήσου με την προσβαλλόμενη 62/2007 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Χ2 είναι νευρολόγος - ψυχίατρος και από το έτος 1990 Διευθυντής της Νευρολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου της ... ο δεύτερος Χ1 είναι επιμελητής της Νευρολογικής Κλινικής του ίδιου Νοσοκομείου, στο οποίο ο τρίτος απ'αυτούς Χ3 ήταν ειδικευόμενος ψυχίατρος, ενώ ο τέταρτος Χ4, ο οποίος είναι νευρολόγος, προσλήφθηκε ως Επιμελητής της Νευρολογικής Κλινικής του προαναφερόμενου νοσοκομείου το έτος 1996, όπου και προσέφερε τις υπηρεσίες μέχρι το έτος 1998, οπότε και αποχώρησε, ασκώντας έκτοτε την ιατρική ως ελεύθερος επαγγελματίας. Από το έτος 1999 άρχισε να γίνεται έντονο το πρόβλημα των τοξικομανών χρηστών διαφόρων ναρκωτικών ουσιών και κυρίως ηρωΐνης στο νησί .... Μη έχοντας προφανώς στην κατοχή τους τέτοιες ουσίες, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις προσωπικές τους ανάγκες και ευρισκόμενοι υπό το καθεστώς του στερητικού συνδρόμου, άρχισαν να καταφεύγουν στο Νοσοκομείο της ..., με σκοπό να ζητήσουν τη βοήθεια των εκεί υπηρετούντων ιατρών. Πρέπει να αναφερθεί στο σημείο τούτο, όσον αφορά τους χρήστες ηρωίνης, ότι το στερητικό σύνδρομο αρχίζει να εμφανίζεται περίπου 4 έως 6 ώρες μετά την τελευταία χρήση ηρωίνης και εκδηλώνεται με έντονες διαταραχές στο νευρικό σύστημα, καθώς και με μυδρίαση, ωχρότητα, έντονη εφίδρωση, αύξηση της αρτηριακής πίεσης, διάρροια, ιλίγγους και μυϊκούς σπασμούς. Παράλληλα, ο χρήστης αισθάνεται έντονους πόνους στους μυς και στις αρθρώσεις, ενώ ευρίσκεται σε κατάσταση πανικού και έντασης. Οι επισκέψεις των τοξικομανών στο νοσοκομείο ήταν καθημερινές. Κατά τη διάρκειά τους ήταν ιδιαίτερα επιθετικοί και στην προσπάθειά τους να απαλλαγούν από τα συμπτώματα του στερητικού συνδρόμου και κυρίως από τους πόνους από τους οποίους και υπέφεραν, δημιουργούσαν επεισόδια σε βάρος των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η νοσηλεία και γενικότερα η παροχή υπηρεσιών στους άλλους ασθενείς. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ειδοποιήθηκαν οι αστυνομικές αρχές, προκειμένου να συνδράμουν το προσωπικό του νοσοκομείου και να βοηθήσουν στην τήρηση της τάξης. Μάλιστα ο πρώτος των κατηγορουμένων με άρθρα του στον τοπικό τύπο είχε αναφερθεί στο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν με τους τοξικομανείς. Σημειώνεται εδώ ότι την περίοδο εκείνη δεν υπήρχε στο νησί ... μονάδα του Οργανισμού Καταπολέμησης Ναρκωτικών (Ο.ΚΑ.ΝΑ.). Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι και στο υπ' αριθμ. ... πόρισμα ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Γ.Π.) επισημαίνεται το πρόβλημα και προτείνεται η άμεση λειτουργία παραρτήματος του Ο.ΚΑ.ΝΑ. στη ...για την οριστική επίλυση του. Αρχικά οι ιατροί του νοσοκομείου συνταγογραφούσαν τα οπιοειδή αναλγητικά Lonalgal, Romidon, με τα οποία αντιμετωπίζεται ο έντονος πόνος ποικίλης αιτιολογίας. Από τα μέσα του έτους 2001 άρχισε η συνταγογράφηση του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος Durogesic. Πρόκειται για φάρμακο, το οποίο ανήκει στην κατηγορία των οπιοειδών αναλγητικών και ενδείκνυται για τη θεραπεία του χρόνιου και ανθεκτικού πόνου ήτοι του πόνου, που έχει μεγάλη χρονική διάρκεια, ανεξαρτήτως του αν διαχρονικά αυξομειώνεται ή παραμένει σταθερός και ο οποίος μπορεί να οφείλεται σε πολλές αιτίες. Η δραστική του ουσία είναι η φαιντανύλη, η οποία, δυνάμει της υπ' αριθμ. Υ6Β/2373/14-2-1995 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, έχει περιληφθεί στον Πίνακα Γ' του άρθρου 4 Ν. 1729/1987. Η συγκεκριμένη ουσία είναι ένα συνθετικό οπιοειδές, δραστικότερο της μορφίνης, η οποία σημειωτέον αποτελεί και το μέτρο με το οποίο συγκρίνονται όλα τα οπιοειδή. Το συγκεκριμένο φάρμακο, για το οποίο χορηγήθηκε άδεια κυκλοφορίας με την υπ' αριθμ. 681/2005 απόφαση του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ), διατίθεται με τη μορφή του διαδερμικού εμπλάστρου. Κάθε έμπλαστρο είναι συσκευασμένο σε θερμοσφραγισμένο φάκελο, που αποτελείται από ακρυλονιτρική μεμβράνη, τετραφθαλικό πολυαιθυλένιο (PET), χαμηλής πυκνότητας πολυαιθυλένιο, φύλλο αλουμινίου και κολλητική ουσία. Το έμπλαστρο εφαρμόζεται στο δέρμα του ασθενούς. Το δραστικό του συστατικό, η φαιντανύλη, απελευθερώνεται σταδιακά και σε αργούς ρυθμούς από το σύστημα και εισέρχεται, μέσω του δέρματος, στο αίμα. Οι κατηγορούμενοι - αναιρεσίβλητοι ιατροί πράγματι συνταγογράφησαν τις αναφερόμενες στο διατακτικό ποσότητες του διαδερμικού εμπλάστρου DUROGESIC. Για τη συνταγογράφησή του χρησιμοποιείτο η ειδική συνταγή ναρκωτικών, η οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 8 της υπ' αριθμ. Α6β/6543/της 15 Ιουλίου/1 Αυγούστου 1988 (ΦΕΚ Β' 535) απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως η παράγραφος αυτή αριθμήθηκε με την παράγραφο Β' της υπ' αριθμ. ΔΥΓ3γ/οικ. 7964/2005 απόφαση του ίδιου Υπουργού, είναι διπλότυπη και θεωρημένη από τη Διεύθυνση ή το Τμήμα Υγιεινής της οικείας Νομαρχίας, φέρει στο άνω δεξιό μέρος διπλή κόκκινη γραμμή, αναγράφει ευανάγνωστα τις λέξεις "ειδική συνταγή ναρκωτικών", αύξοντα αριθμό, ονοματεπώνυμο, ειδικότητα, διεύθυνση και τηλέφωνο του ιατρού που την εκδίδει. Στη συνταγογράφηση του εν λόγω φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι προέβησαν παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη. Το γεγονός αυτό, ήτοι της ανυπαρξίας δηλαδή τέτοιας - ιατρικής - ένδειξης επιβεβαιώνεται από τον μεγάλο αριθμό των συνταγών που χορήγησαν οι τελευταίοι στους τοξικομανείς που κατέφυγαν σ' αυτούς. Ειδικότερα, ο πρώτος εξ αυτών εξέδωσε 1351 συνταγές, ο δεύτερος 728, ο τρίτος 361 και ο δέκατος τέταρτος 110. Από κανένα δε αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι με την έκδοση των συγκεκριμένων συνταγών οι κατηγορούμενοι απέβλεψαν ως ιατροί στην αντιμετώπιση των εκτάκτων αναγκών των τοξικομανών, όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι. Το αντίθετο μάλιστα προκύπτει από την επανειλημμένη, όπως έχει ήδη ειπωθεί και για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε κάποιες δε περιπτώσεις καθημερινά ή ακόμη και περισσότερες της μιας φορές την ίδια ημέρα, έκδοση συνταγής για τα ίδια πρόσωπα. ’λλωστε οι τοξικομανείς κατά το στάδιο του στερητικού συνδρόμου αντιμετωπίζουν, όπως ειπώθηκε, οξείς πόνους στους μυς και στις αρθρώσεις, ενώ η χρήση του διαδερμικού εμπλάστρου DUROGESIC δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την άμεση παύση των πόνων, την οποία εκείνοι (τοξικομανείς) επιθυμούσαν, ενόψει του ότι, όπως προέκυψε, το συγκεκριμένο φάρμακο για να ενεργήσει χρειάζεται είκοσι τέσσερις (24) ώρες, αφού η απελευθέρωση της δραστικής του ουσίας γίνεται με πολύ αργούς ρυθμούς και ειδικότερα αρχίζει λίγες ώρες μετά την εφαρμογή του στο δέρμα, κορυφώνεται μετά την πάροδο είκοσι τεσσάρων (24) ωρών και ολοκληρώνεται με τη συμπλήρωση εβδομήντα δύο (72) ωρών, οπότε και το έμπλαστρο πρέπει να αφαιρεθεί και να αντικατασταθεί με άλλο, σύμφωνα με τις υποδείξεις του θεράποντος ιατρού. Έτσι, η μέγιστη αναλγητική δράση του φαρμάκου δεν μπορεί εκδηλωθεί πριν περάσουν είκοσι τέσσερις (24) ώρες από την εφαρμογή του στο δέρμα του τοξικομανούς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι περισσότεροι τοξικομανείς, στους οποίους οι κατηγορούμενοι ιατροί χορήγησαν συνταγές για το διαδερμικό έμπλαστρο, δεν το χρησιμοποιούσαν σύμφωνα με τον προορισμό του, που συνίστατο στην εφαρμογή του επί του δέρματος. Αντίθετα, στην προσπάθειά τους να αισθανθούν ευφορία και να απαλλαγούν από τα συμπτώματα του στερητικού συνδρόμου και κυρίως από τους πόνους, επινοούσαν διάφορους τρόπους χρήσης. Ένας από αυτούς ήταν το κάψιμο του ιδιοσκευάσματος και η εισπνοή των παραγομένων αερίων. Πρέπει να αναφερθεί στο σημείο τούτο, ότι κατά την καύση του σκευάσματος δημιουργείται τοξική αντίδραση μεταξύ της φαιντανύλης και των φύλλων αλουμινίου που περιέχει το έμπλαστρο. Σε άλλες περιπτώσεις έκαναν ενδοφλέβια χρήση του περιεχομένου του σκευάσματος ήτοι της φαιντανύλης. Ο συγκεκριμένος τρόπος χρήσης έχει ως αποτέλεσμα την άμεση είσοδο της στον οργανισμό με κίνδυνο πρόκλησης υπερδοσολογίας (overdose), με κυριότερη συνέπεια την καταστολή της αναπνοής και περαιτέρω το θάνατο του χρήστη. Προέκυψε ακόμη ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι από αμέλειά τους δεν προέβλεψαν το γεγονός ότι δεν υπήρχε πραγματική ένδειξη θεραπείας, που να δικαιολογούσε την έκδοση των συγκεκριμένων συνταγών και ότι το χορηγούμενο, με βάση αυτές, διαδερμικό έμπλαστρο δεν θα χρησιμοποιείτο από τους τοξικομανείς για θεραπευτικούς σκοπούς, αλλά για υποκατάσταση της ηρωίνης και των άλλων ναρκωτικών, των οποίων κατά κανόνα έκαναν χρήση, αφού, όπως προέκυψε από τη διαδικασία η φαιντανύλη, δραστική ουσία του διαδερμικού εμπλάστρου DUROGESIC, έχει φαρμακολογικά παρεμφερή δράση με τα ναρκωτικά, λαμβανομένου υπόψη ότι η επαναλαμβανόμενη χρήση του συγκεκριμένου ιδιοσκευάσματος μπορεί να οδηγήσει σε σωματική και ψυχολογική εξάρτηση (βλ. κατάθεση μάρτυρα ...). Σημειώνεται εδώ ότι η φαιντανύλη, της οποίας η δραστικότητα είναι σημαντικά πολλαπλάσια της ηρωίνης, όταν συνδυαστεί με άλλες ουσίες, κατασταλτικές του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ηρεμιστικά, αλκοόλ, αντισταμινικά) είναι δυνατόν να προκαλέσει καταστολή των κέντρων αναπνοής με περαιτέρω συνέπεια το θάνατο του χρήστη, η δε απότομη διακοπή στη χορήγησή της είναι πολύ πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση συνδρόμου στέρησης με τα γνωστά συμπτώματα. Σε κάθε όμως περίπτωση οι κατηγορούμενοι μπορούσαν να προβλέψουν, αν κατέβαλαν την προσοχή που από τις περιστάσεις όφειλαν, ενόψει της ιδιότητας των προσφευγόντων σε αυτούς ως τοξικομανών, ότι οι τελευταίοι θα χρησιμοποιούσαν το διαδερμικό έμπλαστρο για υποκατάσταση των ναρκωτικών ουσιών και κυρίως της ηρωίνης, των οποίων έκαναν χρήση, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του μεγάλου αριθμού των συνταγών που είχαν εκδώσει και μπορούσαν, ως ιατροί, να καταβάλουν, οπότε και δεν θα εξέδιδαν τις επίμαχες συνταγές. Από τα ίδια όπως παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Στις ...,...,... και .... βρέθηκαν νεκροί στη ... οι Θ1, Θ2, Θ4 και Θ3. Κατά την τοξικολογική εξέταση των βιολογικών τους υγρών διαπιστώθηκαν τα παρακάτω: Όσον αφορά τον Θ1, δεν ανιχνεύθηκε η παρουσία οπιούχων παραγώγων ήτοι αλκαλοειδών του οπίου, συνθετικών και ημισυνθετικών παραγώγων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η φαιντανύλη. Αντίθετα, ανιχνεύθηκε η παρουσία κατασταλτικών του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και συγκεκριμένα νορδιαζεπάμης και οξαζεπάμης, που αποτελούν μεταβολίτες της διαζεπάμης (βλ. την υπ' αριθμ. ....έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως που διενήργησε ο ...., Αναπληρωτής Καθηγητής στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου ...). Ως προς τον Θ2, ανιχνεύθηκε η παρουσία φαιντανύλης, καθώς και κατασταλτικών του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και ειδικότερα, νορδιαζεπάμης και ζιπεπρόλης. Επί πλέον, ανιχνεύθηκε η παρουσία τετραϋδροκανναβινοϊκού οξέος, το οποίο αποτελεί μεταβολίτη της τετραϋδροκανναβινόλης, η οποία είναι δραστικό συστατικό της ινδικής κάνναβης (βλ. την υπ' αριθμ. ...έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως που διενήργησε η ...., Επίκουρη Καθηγήτρια στο ίδιο Εργαστήριο). Ως προς τον Θ4, δεν ανιχνεύθηκε η παρουσία ούτε κατασταλτικών ή διεγερτικών του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος ούτε και οπιούχων παραγώγων και συνεπώς φαιντανύλης (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως που διενήργησε ο Ι1, Επίκουρος Καθηγητής στο πιο πάνω Εργαστήριο). Τέλος, κατά την τοξικολογική εξέταση των βιολογικών υγρών του Θ3, που διενήργησε ο προαναφερόμενος Ι1ανιχνεύθηκε η παρουσία φαιντανύλης (βλ. την υπ' αριθμ. ...Εκθεση του). Ο θάνατος των προαναφερομένων, όπως διαπιστώθηκε, οφείλεται σε οξύ πνευμονικό οίδημα (βλ. τις από ..., ..., ... και ... ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατρού Ι2). Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του τελευταίου το πνευμονικό οίδημα που προκάλεσε το θάνατο του Θ3 ήταν αποτέλεσμα της χρήσης φαιντανύλης, ενώ όσον αφορά τους Θ1 και Θ2 ήταν αποτέλεσμα συνδυασμένης χρήσης ουσιών, μεταξύ των οποίων, ως προς τον Θ2 και φαιντανύλης. Αντίθετα, δεν προσδιορίζεται η αιτία που προκάλεσε τα πνευμονικό οίδημα και κατ' επέκταση το θάνατο του Θ4. Με τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τα αίτια του θανάτου των προαναφερομένων και συγκεκριμένα για το αν το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα DUROGESIC ήταν εκείνο που προκάλεσε στους παθόντες πνευμονικό οίδημα, αιτία από την οποία και επήλθε ο θάνατος αυτών. Τούτο δε διότι ως προς μεν τους Θ1 και Θ2, όπως έχει ήδη ειπωθεί, το πνευμονικό οίδημα που επέφερε το θάνατό τους ήταν αποτέλεσμα της συνδυασμένης χρήσης των ουσιών που ανευρέθηκαν κατά τις διενεργηθείσες τοξικολογικές εξετάσεις, ως προς δε τον Θ3 η φαιντανύλη, η οποία κατά τη σχετική ιατροδικαστική έκθεση προκάλεσε πνευμονικό οίδημα, που επέφερε το θάνατό του, δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τον προορισμό της, ήτοι με εφαρμογή του εμπλάστρου στο δέρμα, αλλά με εισπνοή των αερίων που παρήχθησαν κατά την καύση του σκευάσματος. Τέλος, όσον αφορά τον Θ4 δεν μπορεί να γίνει λόγος για χρήση φαιντανύλης, αφού κατά την τοξικολογική εξέταση δεν ανιχνεύθηκε η παρουσία της. Περαιτέρω, θα μπορούσε να γίνει λόγος για παράβαση εκ μέρους των κατηγορουμένων ιατρών των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, αφού, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν υπήρχε πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη για τη συνταγογράφηση του διαδερμικού εμπλάστρου. DUROGESIC. Όμως, μεταξύ της πράξης των κατηγορουμένων και ειδικότερα της συνταγογράφησης του εν λόγω φαρμάκου και του επελθόντος θανάτου των προαναφερομένων δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος με την έννοια ότι η συγκεκριμένη ενέργειά τους δεν ήταν εκείνη που θα μπορούσε, κατά την κοινή αντίληψη, να προκαλέσει και τελικά προκάλεσε το αποτέλεσμα αυτό, πολύ δε περισσότερο επειδή δεν συνταγογράφησαν το πιο πάνω φάρμακο στους θανόντες, αλλά σε τρίτους και ειδικότερα, στους Φ1 και Φ2, από τους οποίους φέρεται να το προμηθεύτηκαν οι τελευταίοι. Οι κατηγορούμενοι σε περίπτωση και όποιο βαθμό προσοχής και αν είχαν καταβάλει, δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι οι Φ1 και Φ2 θα διέθεταν στους θανόντες τα διαδερμικά έμπλαστρα που τους είχαν συνταγογραφήσει και πολύ περισσότερο ότι εκείνοι δεν θα τα χρησιμοποιούσαν κατά τον προορισμό τους, δηλ. με εφαρμογή επί του δέρματος, αλλά θα τα έκαιγαν και θα εισέπνεαν τα παραγόμενα από την καύση αέρια. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει οι άνω κατηγορούμενοι να κηρυχθούν αθώοι για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε τους αναιρεσείοντες α) ενόχους εξ αμελείας της αξιόποινης πράξης της κατάχρησης της ιδιότητας ιατρού κατ' εξακολούθηση, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 7 § § 1,2, 11 Ν. 1729/1982, όπως η παρ. 2 αντ. με το άρθρο 12 Ν. 2161/1993 και β) αθώους της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος όλων των παραπάνω θανόντων. Με το παραπάνω περιεχόμενο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες τόσον όσον αφορά την καταδικαστική κρίση της για την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης της ιδιότητας ιατρού όσον και όσον αφορά την αθωωτική κρίση της επί της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια των θανόντων Θ3 και Θ2, ενώ όσον αφορά την αθωωτική κρίση της για τον θάνατο από αμέλεια των Θ4 και Θ1, η αιτιολογία της για έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς ενέργειας των αναιρεσιβλήτων και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος ήταν επί τη βάσει των παραδοχών επαρκής. Ειδικότερα: Α) Όσον αφορά την καταδικαστική κρίση της για την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης της ιδιότητας ιατρού, δεδομένου ότι για το δόλο δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, εκτός αν ο νόμος απαιτεί ενδεχόμενο δόλο ή για την ύπαρξη αυτού πρόσθετα περιστατικά, προϋποθέσεις που δεν απαιτεί η διάταξη του άρθρου 7 § 1 του Ν. 1729/1987, βάσει δε των ως άνω εκτιθεμένων πραγματικών περιστατικών προκύπτει αυτός (δόλος), η απόφαση δέχεται περαιτέρω όλως αντιφατικά ότι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι "από αμέλειά τους δεν προέβλεψαν το γεγονός ότι δεν υπήρχε πραγματική ένδειξη θεραπείας, που να δικαιολογούσε στην έκδοση των συγκεκριμένων συνταγών και ότι το χορηγούμενο, με βάση αυτές, διαθερμικό έμπλαστρο δεν θα χρησιμοποιείτο από τους τοξικομανείς για θεραπευτικούς σκοπούς, αλλά για υποκατάσταση της ηρωΐνης και των άλλων ναρκωτικών των οποίων έκαναν χρήση".
Συνεπώς η απόφαση ως προς το μέρος αυτό στερείται της προσήκουσας, κατά τα ως άνω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού με την παραδοχή των ως άνω πραγματικών περιστατικών με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρ. 28 Π.Κ., που εφαρμόσθηκε και την προκύπτουσα ως άνω αντίφαση, δημιουργεί ασάφεια ως προς το στοιχείο αυτό της υποκειμενικής υπόστασης της πράξεως, που είναι κρίσιμο για την πληρότητα της αιτιολογίας και του δυνατού του αναιρετικού ελέγχου. Συνακόλουθα είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε πρώτος λόγος της αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που κήρυξε ενόχους τους αναιρεσιβλήτους για κατάχρηση της ιδιότητας ιατρού από αμέλεια. Β) Η αθωωτική κρίση του Εφετείου όσον αφορά την αποδιδόμενη στους αναιρεσιβλήτους αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια των θανόντων Θ3 και Θ2 είναι ασαφής και αντιφατική όσον αφορά την αιτία που προκάλεσε τον θάνατό του, αφού, 1) ενώ δέχεται, α) ότι οι περισσότεροι τοξικομανείς στους οποίους οι κατηγορούμενοι ιατροί χορήγησαν συνταγές για το διαδερμικό έμπλαστρο, δεν το χρησιμοποίησαν σύμφωνα με τον προορισμό του, που συνίστατο στην εφαρμογή του επί του δέρματος, αλλά προέβαιναν είτε στο κάψιμο του ιδιοσκευάσματος και την εισπνοή των παραγομένων αερίων, είτε έκαναν ενδοφλέβια χρήση του περιεχομένου του σκευάσματος, ήτοι της φαιντανύλης, με κυριότερη συνέπεια την καταστολή της αναπνοής και β) ότι η φαιντανύλη, όταν συνδυαστεί με ουσίες, κατασταλτικές του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ηρεμιστικά, αλκοόλ, αντισταμινικά) είναι δυνατόν να προκαλέσει καταστολή των κέντρων αναπνοής με περαιτέρω συνέπεια τον θάνατο του χρήστη, δέχεται παράλληλα α) το μεν ότι με τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τα αίτια του θανάτου των προαναφερθεισών και συγκεκριμένα για το αν το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα DUROGESIC ήταν εκείνο που προκάλεσε στους παθόντες πνευμονικό οίδημα, αιτία από την οποία και επήλθε ο θάνατος αυτών, το δε ειδικότερα όσον αφορά τον θάνατο του Θ3 ότι δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τον προορισμό της, ήτοι με εφαρμογή του εμπλάστρου στο δέρμα, αλλά με εισπνοή των αερίων που παρήχθησαν κατά την καύση του σκευάσματος και β) ότι από τη συνδυασμένη χρήση της φαιντανύλης με άλλες ουσίες δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι ο θάνατος του ανωτέρω Θ2, οφείλετο σε χρήση του ως άνω φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος. 2ον ενώ δέχεται ότι στη συνταγογράφηση του εν λόγω φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος οι κατηγορούμενοι προέβησαν παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε πραγματική και συγκεκριμένη ένδειξη και ότι ο πρώτος από αυτούς εξέδωσε 1.351 συνταγές, ο δεύτερος 728, ο τρίτος 361 και ο τέταρτος 110 και ότι αποδείχθηκε ότι καθημερινά ή ακόμη και περισσότερες φορές την ίδια ημέρα εξέδιδαν συνταγές για τα ίδια πρόσωπα, δέχεται ότι η πράξη της συνταγογράφησης δεν θα μπορούσε κατά την κοινή αντίληψη να προκαλέσει το θάνατο των ανωτέρω και τελικά τον προκάλεσε επειδή δεν συνταγογράφησαν το πιο πάνω φάρμακο στους θανόντες, αλλά σε τρίτους και ειδικότερα στους Φ1 και Φ2, από τους οποίους φέρεται ότι το προμηθεύτηκαν οι τελευταίοι, ήτοι δέχεται ότι υπάρχει διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ενέργειας των αναιρεσιβλήτων να συνταγογραφήσουν το ιδιοσκεύασμα DUROGESIC και του επελθόντος θανάτου των ανωτέρω θανόντων, εκ του λόγου ότι παρεμβλήθηκαν τα παραπάνω πρόσωπα. Σύμφωνα όμως με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, με βάση τις παραπάνω παραδοχές η παρεμβαλλόμενη συμπεριφορά των ως άνω τρίτων ναρκομανών δεν εξουδετερώνει και δεν καθιστά ανενεργή την αρχική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων και δεν εμποδίζει τον καταμερισμό ευθύνης αυτών, αφού με βάση τις παραδοχές αυτές, ήτοι την συνταγογράφηση την ίδια ημέρα στους ίδιους τοξικομανείς πολυάριθμων συνταγών με το ως άνω ιδιοσκεύασμα σε συνδυασμό με τη γνώση του μεγάλου αριθμού των τοξικομανών της ..., συναγομένης από τις παραδοχές των καθημερινών επισκέψεων ναρκομανών στο Νοσοκομείο, οι αναιρεσίβλητοι μπορούσαν να προβλέψουν ότι οι ναρκομανείς στους οποίους συνταγογραφούσαν το ως άνω ιδιοσκεύασμα υπήρχε κίνδυνος κατά τη κοινή λογική, ενόψει των ιδιαίτερων σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των τοξικομανών φιλίας ή αλληλεξάρτησης να το χορηγήσουν σε άλλους τοξικομανείς. Έτσι όμως κρίνοντας το Εφετείο στέρησε την απόφαση που εξέδωσε από την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αλλά και από τις ως άνω ασάφειες και αντιφάσεις που περιέχουν οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, όσον αφορά την αθωωτική της κρίση για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, αφού δεν αιτιολογεί αυτό με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, ως προς την ενοχή των αναιρεσιβλήτων για την αποδιδόμενη σ' αυτούς και θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 3α ΠΚ αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Αντίθετα, όσον αφορά την αθωωτική κρίση του Εφετείου για τους θανάτους των Θ4 και Θ1 η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την αξιούμενη από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού α) όσον αφορά τον πρώτο απ' αυτούς αιτιολογεί την κρίση του ότι δεν προσδιορίζεται η αιτία του θανάτου του με την παραδοχή ότι κατά την τοξικολογική εξέταση των βιολογικών υγρών που διενήργησε ο Ι1, Επίκουρος Καθηγητής στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, δεν ανιχνεύθηκε η παρουσία ούτε κατασταλτικών ή διεγερτικών του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος ούτε και οπιούχων παραγώγων και συνεπώς φαιντανύλης και β) όσον αφορά τον δεύτερο απ' αυτούς με την παραδοχή ότι όπως διαπιστώσει στην ιατροδικαστική του έκθεση ο ιατρός Ι2 ο θάνατος του από πνευμονικό οίδημα ήταν αποτέλεσμα συνδυασμένης χρήσης ουσιών, χωρίς καμμιά αναφορά, αν σ' αυτές τις ουσίες περιλαμβανόταν και η χρήση φαιντανύλης. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε συναφείς λόγοι της αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όσον αφορά την αποδιδόμενη στους αναιρεσιβλήτους ανθρωποκτονία εξ αμελείας των θανόντων Θ4 και Θ1 με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως της διατάξεως των άρθρων 28 και 302 ΠΚ, με την ειδικότερη αιτίαση της ύπαρξης ασαφειών και αντιφάσεων στις παραδοχές της, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης όσον αφορά την αποδιδόμενη σ' αυτούς ανθρωποκτονία εξ αμελείας των θανόντων Θ2 και Θ3, και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος που κρίθηκε αναιρετέα να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκείμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 62/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου καθό μέρος α) κήρυξε τους αναιρεσιβλήτους - κατηγορουμένους ένοχους καταχρηστικής άσκησης της ιδιότητας ιατρού από αμέλεια και β) κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους Χ2, Χ1, Χ3 και Χ4 της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια των Θ3 και Θ2. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 23/9/2008 αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της προαναφερόμενης αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή