Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2028 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Παραγραφή υφ' όρο.




Περίληψη:
Άρθρο 524 § 2 ΚΠΔ: Αν αναιρεθεί εν μέρει η απόφαση δεν θίγεται ως προς τις λοιπές διατάξεις της, για τις οποίες έχει καταστεί αμετάκλητη. Ειδικότερα, αν αναιρεθεί για την περί μετατροπής διάταξή της, η περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου έχει καταστεί αμετάκλητη και δεν υπάρχει πεδίο έρευνας της παραγραφής. Εάν αποτήθηκε η ποινή προ της 17-6-2005, όχι εφαρμογή Ν. 3346/2005. Αναίρεση για υπέρβαση εξουσίας, εάν το δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τις προϋποθέσεις αναστολής και προχώρησε στην μετατροπή της. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας εάν δεν αιτιολόγησε ειδικώς την απορριπτική του κρίση για την αναστολή, ούτε ανέφερε τα ειδικά στοιχεία που απαιτούνται για την μετατροπή. Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση δι’ έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απορριπτική της αναστολής διάταξής της και απορρίπτεται ως προς την παραγραφής ένστασή της και εφαρμογής του Ν. 3346/2005 η αναίρεση.




Αριθμός 2028/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Νάκη - Αποστόλου, για αναίρεση της με αριθμό 42.994/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1604/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 Κ.Π.Δ. σαφώς προκύπτει ότι αναιρεθείσης της αποφάσεως, εάν η νέα συζήτηση διετάχθη συνεπεία αιτήσεως αναιρέσεως που έγινε μόνο από ή υπέρ του καταδικασθέντος, το δικαστήριο της παραπομπής έχει δικαιοδοσία να εξετάσει εξ υπαρχής την υπόθεση όταν η απόφαση ανηρέθη εξ ολοκλήρου, εάν όμως η αναίρεση υπήρξε μερική, δεν θίγεται η απόφαση κατά τις λοιπές αυτής διατάξεις, για τις οποίες έχει καταστεί αμετάκλητη. Ειδικότερα εάν αναιρεθεί η απόφαση μόνον όσον αφορά την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της σε χρηματική, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει πριν τις προϋποθέσεις της αναστολής, έχει κριθεί πλέον η ενοχή ως προς την τέλεση της πράξεως αυτής και το δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση περιορίζεται μόνο στην εξέταση του ζητήματος της αναστολής ή μετατροπής της συγκεκριμένης ποινής και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου ως προς το έγκλημα αυτό, για το οποίο η κρίση περί ενοχής έχει καταστεί αμετάκλητη. Περαιτέρω εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 370 εδ. β' και 511 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι ναι μεν η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως που έχει ως συνέπεια την παύση οριστικά της ποινικής διώξεως λαμβάνεται υπ' όψη υυπό του δικαστηρίου σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως, πλην η ενέργεια αυτή του δικαστηρίου προϋποθέτει ότι η απόφαση που καταδικάζει τον κατηγορούμενο δεν έχει καταστεί αμετάκλητη ως προς την καταδίκη αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμ. 74.362/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δικάσαντος ως εφετείου, εκηρύχθη ένοχος των πράξεων της σωματικής βλάβης παρ' υποχρέου από αμέλεια και της παραβάσεως των άρθρων 1 και 3 της υπ' αριθμ. 102124/1983 Υγειονομικής διατάξεως σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παράγραφος 10 του Ν.2307/1995 και του επεβλήθηκαν ποινές φυλακίσεως έξι (6) μηνών και δύο (2) μηνών αντιστοίχως και συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών μετατραπείσα σε χρηματική προς 4,40 € ημερησίως. Με την υπ' αριθμ. 502/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου ανηρέθη εν μέρει η ως άνω απόφαση, ήτοι ως προς την περί μετατροπής διάταξή της, διότι παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής και ούτως υπερέβη την εξουσία του και παρεπέμφθη η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών). Το τελευταίο αυτό, δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 42.994/2007 απόφασή του, ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραγραφής της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου, λόγω παρελεύσεως οκταετίας από της κατά την 26.12.1996 τελέσεώς της, διότι "η αναιρεσιβληθείσα απόφαση κατά το μέρος αυτό" δηλαδή την περί ενοχής για την άνω πράξη κρίση του "είχε καταστεί αμετάκλητη".
Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις περί παραγραφής διατάξεις των άρθρων 111 παράγραφος 3 και 113 παράγραφοι 1 και 3 Π.Κ. και εντεύθεν υπερέβη θετικά την εξουσία του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού μετά την απόρριψη της αναιρέσεως κατά το τμήμα εκείνο της αποφάσεως (74.362/2004) που αφορούσε την τέλεση της σωματικής βλάβης παρ'υποχρέου από αμέλεια, η κρίση περί ενοχής γι' αυτή είχε καταστεί αμετάκλητη και δεν υπήρχε επομένως στάδιο ερεύνης της παραγραφής. Κατ' άρθρο 32 παρ. 1 Ν.3346/17.6.2005 επιβληθείσες ποινές με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι την δημοσίευση του παρόντος διαρκείας μέχρι έξι μηνών, εφ' όσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν εκτιθεί οπωσδήποτε μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου παραγράφονται και δεν εκτελούνται υπό τον όρον ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών και παρ. 2, οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμοδίου εισαγγελέα ή δημοσίου κατηγόρου, κατά περίπτωση.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας παραδεκτώς η επιβληθείσα εις τον αναιρεσείοντα δια της εν μέρει αναιρεθείσης υπ' αριθμ. 74.362/17.12.2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ποινή των έξι (6) μηνών για την σωματική βλάβη εξ αμελείας παρ' υποχρέου και η οποία μετετράπη εις χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, εξηγοράσθη υπ' αυτού την 31.3.2005, ήτοι προ της ημερομηνίας δημοσιεύσεως του Ν.3346/2007, την 17.6.2005, με το υπ' αριθμ. 9684661/31.3.2004 διπλότυπο εισπράξεως της ΙΘ' ΔΟΥ Αθηνών.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, κατά τον οποίον το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 32 Ν.3346/2005 και εντεύθεν υπερέβη θετικά την εξουσία του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού κατά τ' άνω εκτεθέντα, με την ανωτέρω απότιση της ποινής, δεν είχε έδαφος εφαρμογής ο νόμος αυτός. Κατά το άρθρο 99 παρ.1 Π.Κ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 3 Ν.2479/1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές συνολικώς δεν υπερβαίνουν το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι εάν ο κατηγορούμενος καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο υποχρεούται να αποφασίσει συγχρόνως πριν από κάθε μετατροπή για την αναστολή της ποινής, ελέγχον την συνδρομή των προϋποθέσεων αυτής και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, να αιτιολογήσει δε ειδικά την τυχόν αρνητική του κρίση. 'Αλλως, αν το δικαστήριο αποφασίσει την μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και αποκλείσει την αναστολή αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην αναιρετικώς ελεγχομένη πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας εκ της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως. Εάν δε δεν αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την απορριπτική του κρίση ήτοι την περί αναστολής της ποινής υποπίπτει εις την πλημμέλεια της ελλείψεως αιτιολογίας, όπως απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., εκ της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 42.994/2007 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, μετέτρεψε την στερητική της ελευθερίας ποινή των έξι (6) μηνών, που επεβλήθη με την υπ' αριθμ. 74.362/2004 απόφασή του, σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, χωρίς να αιτιολογήσει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά την μη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής και χωρίς να παραθέσει τα ειδικά εκείνα στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η εκτέλεση της ποινής ήτο αναγκαία απολύτως για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Συγκεκριμένα το άνω δικαστήριο, είπε επί λέξει: "Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, ο κατηγορούμενος έχει προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες σε στερητικές της ελευθερίας ποινές, συνολικού ύψους 6 μηνών και 15 ημερών, όπως προκύπτει από το από 12.6.2002 αντίγραφο ποινικού μητρώου, ενώ από το από 21.2.2003 αντίγραφο ποινικού μητρώου προκύπτει ότι έχει ποινές 5 μηνών και 20 ημερών (βλ. τα άνω αντίγραφα ποινικού μητρώου). Επομένως, υπάρχει ασάφεια ως προς το ύψος των στερητικών της ελευθερίας ποινών που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο.
Συνεπώς, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής κατ' άρθρ. 99 ΠΚ και η πιο πάνω ποινή των έξι μηνών, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο με την υπ' αριθ. 74.362/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να μετατραπεί προς 4,40 ευρώ την ημέρα". Ούτω το δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού τρίτου λόγου της αναιρέσεως να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση μόνον όσον αφορά την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, το οποίον εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Χ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 42.994/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνον ως προς την διάταξή της περί μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής των έξι μηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση - κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως. Και

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 16.7.2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ