Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 330 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 330/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1200/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 643/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 442/23-9-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Συμβούλιο Σας την νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα υπ'αριθμ. 6/14-3-2008 αίτηση αναίρεσης του X, κατοίκου ..., οδός ..., κατά του υπ'αριθμ. 1200/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία η με αριθμ. 16/07 έφεση του, κατά του υπ'αριθμ. 35/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμπεται μαζί με το AA στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου (άρθρ. 1, 14-18, 26 § 1, 27 § 1, 51, 52, 60, 63, 79, 375 § § 1-2α' Π.Κ.) και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή (αρ. 473 § 1, 474, 482 § 1 και 3 Κ.Π.Δ.). Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (1) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (άρθρ. 93 § 3 Συντ. 139 και 484 § 1 δ' Κ.Π.Δ.) και (2) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 375 Π.Κ. (βλ. την υπ'αρ. 6/08 έκθεση αναίρεσης X). Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. ε' (ήδη δ') ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ'αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι απ'αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την παραπεμπτική κρίση του. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, έστω και αν ως εκ περισσού αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο πρωτόδικο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση. Η με τον τρόπο αυτό θεμελιούμενη αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που επικυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (αρθρ. 28 παρ. 3 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ. 1 του εβδόμου πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Σύμβασης, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 21-11-1984 και κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, δικαίωμα αυτού που διώκεται για εγκληματική ενέργεια και προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, να μην αποστερηθεί της κρίσης του από εμπειρότερους δικαστές συγκροτούμενου δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου, αφού στην περίπτωση αυτή, η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση ή την προανάκριση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το συμβούλιο προσδίδει στη διάταξη αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτά περιστατικά, καθώς και όταν η εν λόγω διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, όταν δε πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, εκτός των άλλων αναφερόμενων στην άνω παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ περιπτώσεων, συνεπεία της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, αυτός τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της κακουργηματικής, ως άνω, υπεξαίρεσης, απαιτείται: (α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι, ολικά ή μερικά ξένο, υπό την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, (β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, (γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του ή χωρίς να υφίσταται άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη,(δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης, από τις διαλαμβανόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του αρθρ. 375 ΠΚ , μεταξύ των οποίων και εκείνη, που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητας του τελευταίου ως εντολοδόχου και (ε) το πράγμα, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία (ΑΠ 982/02 Π.Χρ. ΝΓ/339, ΑΠ 957/02 Π.Χρ ΝΓ'/328). Υποκειμενικά, προς θεμελίωση της ποινικά αξιόλογης αυτής αδικοπραξίας, απαιτείται δόλος του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησης του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ'άρθρ. 719 ΑΚ (ΑΠ 183/02 Π.Χρ.ΝΒ/895).
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που εξέδωσε το πληττόμενο βούλευμα, με δικές του σκέψεις αλλά και συμπληρωματική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση που είναι ενσωματωμένη σ'αυτό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, κατ'εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής:
Από τη νομίμως διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και τη προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και, συγκεκριμένα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ψ (εγκαλούντος), ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, δηλαδή το φωτοαντίγραφο της από 6-3-2000 σύμβασης παροχής συμβουλών και λήψης-διαβίβάσης εντολών, το φωτοαντίγραφο της υπ' αριθμ. ... λευκής (ασυμπλήρωτης) επιταγής της Αγγλικής Τράπεζας "HSBC" εκδόσεως της εταιρίας "INTERNATIONAL CREATION DEVELOPERS L.T.D.", τα φωτοαντίγραφα των υπ' αριθμ. ... και ... επιταγών της ίδιας Τράπεζας, εκδόσεως της ίδιας παραπάνω εταιρίας, σε διαταγή ΣΤ και το φωτοαντίγραφο της από 21-3-2003 επιστολής του Δικηγόρου Αθηνών ΘΘ, σε συνδυασμό και με την απολογία του εκκαλούντος κατηγορουμένου, προέκυψαν και κατά τη δική μας κρίση (σε βαθμό επαρκών ενδείξεων) τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τις προεκτεθείσες κατηγορίες, για τις οποίες το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης με το υπ'αρ. 35/07 εκκαλούμενο βούλευμα. Οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κρίθηκε (σε πρώτο βαθμό) ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, εναρμονίζονται με το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας (και σε συνολική εκτίμηση και αναφορικά με τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται και ορθά αξιολογούνται στο εκκαλούμενο βούλευμα). Δηλαδή τα προκύψαντα περιστατικά που αναφέρονται στο προεκτεθέν κατηγορητήριο και ακόμη αναλυτικότερα εκτίθενται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ορθώς έχουν υπαχθεί στις ποινικές διατάξεις που σημειώθηκαν. Ειδικότερα, ο εκκαλών X με την υπό κρίση έφεση του ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος Ψ δεν υπήρχε σχέση εντολής (άρθρα 713-728 Α.Κ.), αλλά σχέση συμβουλής και σύστασης (άρθρο 729 Α.Κ.) και ότι αυτό προκύπτει από την μη προκαταβολή εκ μέρους του εγκαλούντος των απαιτουμένων για την εκτέλεση της εντολής δαπανών και από την μη ανάκληση της εντολής από τον εγκαλούντα. Όμως, το ότι ο εγκαλών κατηγορούμενος δεν απαίτησε προκαταβολή των δαπανών εκτέλεσης της εντολής, καθώς και το ότι ο εγκαλών δεν επικαλείται νομότυπη ανάκληση της εντολής, ασφαλώς δεν σημαίνει ότι μεταξύ του εγκαλούντος και του εκκαλούντος κατηγορουμένου δεν καταρτίσθηκε σύμβαση εντολής, η κατάρτιση της οποίας άλλωστε προκύπτει από το κείμενο της από 6-3-2000 σύμβασης παροχής συμβουλών και λήψης-διαβίβασης εντολών που προαναφέρθηκε, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ, ΣΤ και ΖΖ. Ακόμη, ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεση του ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά καταβληθέντα από τον εγκαλούντα ποσά είναι μικρότερα και ότι από κανένα έγγραφο δεν προκύπτει καταβολή των ποσών που αναφέρει ο εγκαλών, όμως η μη επίκληση εγγράφων αποδείξεων σχετικά με τα καταβληθέντα ποσά, δεν αρκεί για να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του εγκαλούντος, όταν μάλιστα αυτοί ενισχύονται από σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των προαναφερομένων μαρτύρων σχετικά με τις καταβολές των συγκεκριμένων ποσών που αναφέρει ο εγκαλών. Άλλωστε, ούτε ο εκκαλών κατηγορούμενος προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με το εάν και με ποιον ακριβώς τρόπο διέθεσε για λογαριασμό του εγκαλούντος τα χρήματα που ο ίδιος δέχεται ότι έλαβε από τον τελευταίο. Περαιτέρω, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι τόσο η Ανακρίτρια κατά την απαγγελία της κατηγορίας όσο και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών θεσσαλονίκης με το παραπεμπτικό βούλευμα δεν εξειδίκευσαν και δεν εξέθεσαν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, με συνέπεια να υπάρχει απόλυτη ακυρότητα του παραπεμπτικού βουλεύματος. Όμως, όπως προκύπτει από την ανάγνωση τόσο του κατηγορητηρίου που απήγγειλε η Ανακρίτρια, όσο και του εκκαλουμένου βουλεύματος, η παράθεση των πραγματικών περιστατικών είναι πλήρης και γίνεται σαφής και ορθή υπαγωγή αυτών στις συγκεκριμένες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, έτσι ώστε να γίνεται απόλυτα κατανοητό και σαφές ποια ακριβώς αξιόποινη συμπεριφορά αποδίδεται στους κατηγορουμένους. Τέλος, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το εκκαλούμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επειδή δεν εκτίθενται σ' αυτό οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο κατέληξε σε παραπεμπτική κρίση. Όμως οι συλλογισμοί αυτοί εκτίθενται (με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, όπου γίνεται πλήρης ανάλυση και αιτιολόγηση) και η παραδοχή τους ή μη από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο ανάγεται στην άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων και στην διαφορετική εκ μέρους του εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού.
Συνεπώς, τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, συνολικά εκτιμώμενα, παρέχουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του ως άνω εκκαλούνιτος κατηγορουμένου και του συγκατηγορουμένου του και αντικρούουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και την άρνηση της κατηγορίας. Επειδή, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν και αφού παραδεκτώς αναφερθούμε ευθέως στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του εκκαλουμένου βουλεύματος (Α.Π. 348/1996 Ποιν. Χρ. ΜΖ' 33), θεωρούμε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ορθώς έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις που επιβάλλουν τον έλεγχο της υποθέσεως με την αποδεικτική διαδικασία του ακροατηρίου και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, αβασίμως δε ο εκκαλών X υποστηρίζει τα αντίθετα (ότι δηλαδή έσφαλε στην κρίση του το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο) με τη κρινόμενη έφεση του, η οποία πρέπει να απορριφθεί στην ουσία και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα. Συνεπώς οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα, αβασίμως προβάλλονται, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά εκτίθενται αναλυτικά και εμπεριστατωμένα, τα δε αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά αναφέρονται αναλυτικά κατ'είδος (βλ. φύλλα 4-6 βουλεύματος). Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς και αποχρώσες ενδείξεις πως ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και ότι συνεπώς, ορθά το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο που αποφάνθηκε ομοίως τον παρέπεμψε με το εκκαλούμενο 35/07 βούλευμά του στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά του βουλεύματος αυτού έφεση του. Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονικης διέλαβε στο προσβαλλόμενο (1200/07) βούλευμά του την απαιτουμένη (αρθρ. 93 παρ. 3 Συντ. και αρθρ. 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της κακουργηματικης υπεξαίρεσης που προβλέπονται από το αρθρ. 375 παρ. 1-2α' ΠΚ ως ισχύει, το οποίο (αρ. 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ) ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και παραθέτει τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές και αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου στο ακροατήριο και γι'αυτό πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι από το αρθρ. 484 παρ. 1 εδ. β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα, καθ'ό μέρος αυτοί αφορούν την άνω κακουργηματικού χαρακτήρα υπεξαίρεση. Κατ'ακολουθία τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Τέλος, όσον αφορά το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας (αρ. 309 § 2 Κ.Π.Δ.) πρέπει ν'απορριφθεί, διότι επαρκώς και διεξοδικώς έχει αναπτύξει την αίτησή του για αναίρεση του εν λόγω βουλεύματος και με πληρότητα και σαφήνεια εξέθεσε τους ισχυρισμούς του επί των λόγων αναίρεσης που επικαλείται.
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω:
(Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 6/14-3-2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., ... κατά του υπ'αρ. 1200/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
(Β) Ν'απορριφθεί το αίτημα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως του αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου Σας και
(Γ) Να επιβληθούν τα νόμιμα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο.
Αθήνα 23 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ'άρθρον 375 παρ.1 και 2 εδ. α' ΠΚ, όπως η παρ. 1 συνεπληρώθη με το άρθρο 14 παρ.3α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 αυτού αντικατεστάθη με το άρθρο 1 παρ.9 του Ν.2408/1996 "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ...". ... "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγο ανάγκης ή λόγω, της ιδιότητος του ως εντολοδόχου... ή διαχειριστού ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ...".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς α) το υλικό αντικείμενο αυτής που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι το χρήμα, να είναι ολικά ή εν μέρει "ξένο", υπό την έννοια ότι βρίσκεται σε ξένη, εν αναφορά με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο β) το ξένο πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστου και να ήτο κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του γ) να έγινε παράνομη ιδιοποίηση αυτού από τον δράστη, δηλαδή να έγινε χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ'αυτόν ως τοιαύτη. Ως ιδιοποίηση θεωρείται κάθε πράξη εκδηλωτική της εκ μέρους του κατέχοντος το πράγμα προθέσεως, να το ενσωματώσει στη δική του περιουσία. Δεν αρκεί δηλαδή, πρόθεση ιδιοποιήσεως, έστω και αν αυτή ανεκοινώθη εις τρίτον, αλλ'απατείται έμπρακτη εκδήλωση εξωτερικής συμπεριφοράς, που να μπορεί να αναγνωριστεί αντικειμενικώς ή πραγμάτωση της θελήσεως για ιδιοποίηση ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο άνω άρθρο (παρ.2) διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστού ξένης περιουσίας. Υποκειμενικώς απαιτείται δολία προαίρεση του υπαιτίου που εμφανίζεται ως προανεφέρθη, με την θέλησή του να το ενσωματώσει το ξένο πράγμα ο δράστης στην δική του περιουσία χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Μετά ταύτα υπαίτιος υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος καθίσταται και ο εντολοδόχος ο οποίος κατά το άρθρο 713 ΑΚ έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση νομικής ή υλικής φύσεως, η οποία του ανετέθη από τον εντολέα και αρκείται να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, που αυτός του ενεπιστεύθη ως και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, δηλαδή για λογαριασμό του, την οποία εξουσία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο, είτε από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής καταστάσεως. Με την έννοια αυτή εάν η πράξη ετελέσθη, από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσεως η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση. Ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής εάν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής.
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες εκρίθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου το ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μόνο μερικά εξ αυτών. Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ'αυτήν και εφ' όσον αυτή είναι σαφής και πλήρης και με αυτή συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήτο άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το τελευταίο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών, ενώ η εισαγγελική πρόταση μπορεί να αναφέρεται και εις τις αιτιολογίες του πρωτοδίκου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του. Η με τον τρόπο αυτό θεμελιουμένη αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης, που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που εκυρώθη με το ΝΔ 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (άρθ. 28 παρ.3 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ.1 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ίδιας Συμβάσεως, που υπεγράφη στο Στρασβούργο στις 22-11-1984 και εκυρώθη. με το Ν.1705/1978, δικαίωμα αυτού που διώκεται για εγκληματική πράξη και προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, να μην αποστερηθεί της κρίσεώς του από εμπειροτέρους δικαστές, διότι στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση, ούτε προς το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, αφού ο αναιρεσείων δεν εστερήθη, του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας από το Δευτεροβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο, στο οποίο μπόρεσε και ανέπτυξε με την ασκηθείσα έφεση του, τα υποβληθέντα υπομνήματα του και τα προσκομισθέντα σ'αυτό έγγραφα, τις απόψεις του.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως στο βούλευμα. Και εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διάφορο εκείνης, την οποία πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του, τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο διατακτικό και ανάγεται στη ταυτότητα και τα στοιχεία του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 1200/2007 βούλευμά του, με αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής εις το πρωτόδικο βούλευμα και την ενσωματωμένη πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέως, εδέχθη με αναφορά κατ'είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής: α) Κατά πιστή εδώ μεταφορά της εισαγγελικής προτάσεως, ενσωματωμένης στο πρωτόδικο βούλευμα, εις την οποία τούτο εξ ολοκλήρου και ο Εισαγγελεύς Εφετών εν μέρει ανεφέρθησαν και δη "Από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα σε συνδυασμό και με την απολογία του πρώτου κατηγορουμένου (είναι ο αναιρεσείων) προέκυψαν τα ακόλουθα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος, X, ο οποίος ασκούσε το επάγγελμα του χρηματιστηριακού συμβούλου, στις 6.3.2000 κατάρτισε με τον εγκαλούντα, Ψ, τον οποίο γνώριζε, σύμβαση περί παροχής συμβουλών, λήψης από τον τελευταίο εντολών για διενέργεια συναλλαγών επί κινητών αξιών και περαιτέρω διαβίβασης αυτών (εντολών) σε ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρίες, πιστωτικά ιδρύματα και γενικά σ'επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) καθώς και σε άλλους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων κατά τους ορισμούς του νόμου 2396/1996, έχοντας προηγουμένως (ο πρώτος κατηγορούμενος) πείσει τον εγκαλούντα ότι το κεφάλαιο, που αυτός (εγκαλών) θα διέθετε προκειμένου ο ίδιος (κατηγορούμενος) να το τοποθετήσει σε κινητές αξίες (ρέπος, μετοχές και παράγωγα του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών) κεφάλαιο, που όπως ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ των ανωτέρω δύο προσώπων, θα το διαχειρίζετο ο πρώτος κατηγορούμενος, κατόπιν σχετικών εντολών του εγκαλούντος που ήταν όμως για λογαριασμό του τελευταίου, θα είχε (το κεφάλαιο) σίγουρη απόδοση (κέρδος) ανώτερη σε κάθε περίπτωση από το νόμιμο επιτόκιο καταθέσεων ταμιευτηρίου. Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία αλλά πάντως εντός του τελευταίου τετραμήνου του έτους 2002, ο εγκαλών κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο σε μετρητά: α) στις 6.3.2000 ποσό 5.000.000 δραχμών ή 14.673,51 ευρώ, β) στις 7.4.2000 ποσό 1.500.000 δραχμών ή 4.402,05 ευρώ, γ) στις 14.8.2000 ποσό 8.500.000 δραχμών ή 24.944,87 ευρώ, δ) στις 30.7.2002 ποσό 14.673,21 ευρώ, ε) στις 13.8.2002 ποσό 10.000 ευρώ και στ) στις 6.9.2002 ποσό 6.000 ευρώ" ήτοι κατέβαλε συνολικά ο εγκαλών στον πρώτο κατηγορούμενο ποσό 72.793,75 ευρώ. Ο πρώτος κατηγορούμενος σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία αλλά πάντως εντός του τελευταίου τετραμήνου του έτους 2002, ενώ είχε λάβει στην κατοχή του, με παράδοση από τον εγκαλούντα, το ανωτέρω ποσό ύψους 72.793,75 ευρώ, με σκοπό, όπως προαναφέρθηκε, να το διαχειρισθεί για λογαριασμό του εγκαλούντος, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη συμβατική μεταξύ τους σχέση, ήτοι να το τοποθετήσει σε κινητές αξίες (ρέπος, μετοχές και παράγωγα του Χρηματιστηρίου Αξίων Αθηνών), κατόπιν προτροπών, συμβουλών καί παραινέσεων του δευτέρου κατηγορουμένου, ΑΑ, με τον οποίο συνεργάζονταν και αμφότεροι ήταν μέλη της συσταθείσης στην Αγγλία εταιρίας με την επωνυμία "International Creation Developers LTD", επιπλέον ο τελευταίος φέρεται να είναι νόμιμος εκπρόσωπος δεν διέθεσε το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, του οποίου σε καμία περίπτωση δεν κατέστη κύριος, όπως ήταν υποχρεωμένος, σ'εκτέλεση της προαναφερομένης από 6.3.2000 σύμβασης τοποθετώντας αυτό σε κινητές αξίες, αλλά παράνομα το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε, ενσωματώνοντας το χωρίς δικαίωμα στην περιουσία του, αρνούμενος να το αποδώσει στον εγκαλούντα παρά τις επανειλημμένως προς τούτο οχλήσεις του τελευταίου, ο οποίος από την πρώτη στιγμή της παράδοσης των χρημάτων στον πρώτο κατηγορούμενο ζητούσε πληροφορίες περί της τύχης αυτών από τον τελευταίο, ο οποίος τον διαβεβαίωνε ότι όλα βαίνουν καλώς και ότι τα χρήματα είχαν τοποθετηθεί σε μετοχές και ρέπος στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, χωρίς όμως να του παρουσιάζει τα σχετικά παραστατικά, όπως πινάκια αγοράς και πώλησης μετοχών. Ο πρώτος κατηγορούμενος, κατόπιν προτροπών, παραινέσεων και συμβουλών, όπως προαναφέρθηκε, του δευτέρου κατηγορουμένου, αγνώστου σήμερα διαμονής, σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί από την Ανακρίτρια του Δ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης το με αριθμό ... ένταλμα σύλληψης, η εκτέλεση του οποίου εκκρεμεί μέχρι σήμερα, εν αγνοία, χωρίς την εντολή και συναίνεση του εγκαλούντος, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (Σεπτέμβριος-Δεκέμβρίος 2002) το ανωτέρω ποσό των 72.793,75 ευρώ παράνομα το διέθεσε προς αγορά για λογαριασμό της άνω εταιρίας με την επωνυμία "Ιnternational Creation Developers LTD" ομολόγου (bond) στην Αγγλία, προκειμένου, μέσω αυτού, χρησιμοποιουμένου ως εγγύηση, να επιτευχθεί η λήψη δανείου από Τράπεζα του Λονδίνου, ενέργεια την οποία αναγκάσθηκε να γνωστοποιήσει περί τα τέλη του έτους 2002 ή αρχές 2003, στον εγκαλούντα, όταν ο τελευταίος επίμονα του ζητούσε αποδείξεις, σχετικά με τις τοποθετήσεις του ποσού που του είχε παραδώσει να το διαθέσει κατά τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, διαβεβαιώνοντας τον συγχρόνως ότι σύντομα μόλις ολοκληρωθεί η είσπραξη του δανείου από την αγγλική τράπεζα θα του απέδιδε στο ακέραιο τα χρήματα του κεφαλαίου του (72.793,75 ευρώ) αλλά και τόκους υπερημερίας, διαβεβαίωση-υπόσχεση η οποία παρέμεινε τελικά ανεκπλήρωτη, αφού ο εγκαλών δεν έλαβε το παραμικρό χρηματικό ποσό από τους κατηγορουμένους. Ο πρώτος κατηγορούμενος με την παραπάνω αναφερόμενη ενέργεια εξεδήλωσε την πρόθεσή του να ιδιοποιηθεί παράνομα το σύνολο των ανωτέρω ποσών που του παρέδωσε για τον προαναφερόμενο σκοπο ο εγκαλών, γεγονός που υποδηλώνει ότι έχουμε μία μόνο πράξη υπεξαιρέσεως και όχι μερικότερες πράξεις αυτής, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι έλαβαν χώρα καταβολές ποσών σε διαφορετικούς χρόνους προγενέστερους της πρόθεσης του πρώτου κατηγορουμένου να ιδιοποιηθεί τα εν λόγω ποσά. Αξίζει να σημειωθεί ότι περί τα τέλη Μαΐου 2003 ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε στον εγκαλούντα μια λευκή-ασυμπλήρωτη ως προς την ημερομηνία έκδοσης, ονοματεπώνυμο λήπτη και πληρωτέο ποσό, τραπεζική επιταγή, την οποία φέρεται να είχε εκδώσει ο δεύτερος, κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "Ιnternational Creation Developers LTD", με πληρώτρια της Αγγλικής Τράπεζας του Λονδίνου "HSBC", τράπεζα στην οποία δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο συνδεδεμένο με την εν λόγω επιταγή λογαριασμό της άνω φερόμενης ως εκδότριας-εταιρίας, λογαριασμός ο οποίος είχε τουλάχιστον από τις αρχές του έτους 2003 κλείσει, γεγονός που γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος σκοπεύοντας με τη συγκεκριμένη, χωρίς όμως αντίκρισμα για τον εγκαλούντα, ενέργεια απλώς να κερδίσει χρόνο σχετικά με την υποσχόμενη εκ μέρους του επιστροφή του ποσού που είχε λάβει από τον εγκαλούντα. Σε βάρος του τελευταίου, εκτός από τον εγκαλούντα, υπέβαλαν εγκλήσεις για υπεξαίρεση και οι ΖΖ και ΣΤ, οι οποίοι καταθέτοντας ενόρκως ως μάρτυρες στην παρούσα υπόθεση δηλώνουν επί λέξει η πρώτη στην από 5.10.2004 κατάθεσή της: "... Το ίδιο χρονικό διάστημα έπεισε και μένα ο X και του έδωσα χρήματα να τα επενδύσει στο Χρηματιστήριο για λογαριασμό μου. Όταν αρχίσαμε να πιέζουμε τον X να επιστρέψει τα χρήματά μας, γιατί αντιληφθήκαμε ότι κάτι δεν πάει καλά, το καλοκαίρι του 2002 ο X μας είπε ότι είχαν επενδυθεί στην Αγγλία σαν κεφάλαιο ... Δώσαμε κάποια προθεσμία στον X . Όταν αυτός δεν τήρησε και πάλι την υπόσχεσή του, ότι θα μας επιστραφεί το κεφάλαιο ... επικοινώνησε με τον μηνυτή και με εμένα ο δεύτερος μηνυόμενος, μας διαβεβαίωσε ότι είναι συνεργάτης του α' μηνυομένου, μας ζήτησε να μην πιέζουμε τον α' μηνυόμενο και μας διαβεβαίωσε ότι τα χρήματά μας θα τα πάρουμε... Μετά από πιέσεις μας μας υποσχέθηκε ο α' μηνυόμενος ότι θα μας δώσει επιταγή για τα χρήματα που μας όφειλε. Μας εξήγησε ότι η επιταγή δεν μπορούσε να ήταν στ'όνομά του και θα εκδοθεί από τον ΑΑ. Έτσι και έγινε ... την εμφάνισα στην ΕΤΕ, η επιταγή στάλθηκε στην Αγγλία στην τράπεζα, από όπου και επιστράφηκε γιατί ο λογαριασμός είχε κλείσει. Αυτά έγιναν αρχές του 2003 ... Οι μηνυόμενοι εξαφανίσθηκαν με αποτέλεσμα ο μηνυτής να χάσει τα χρήματά του και εγώ και πολλά άλλα άτομα. Θεωρώ ότι οι μηνυόμενοι μας εξαπάτησαν διότι και οι δύο μας διαβεβαίωναν ότι θα μας δώσουν στοιχεία που επενδύθηκαν τα χρήματά μας και ποτέ δεν μας έδωσαν. Εκτός από εμάς που έχουμε υποβάλει μήνυση εναντίον τους, υπάρχουν και άλλα πέντε-έξι άτομα που έχουν υποβάλει μήνυση εναντίον τους", και ο δεύτερος στην από 27.9.2004 κατάθεσή του "... ο μηνυτής, εγώ και άλλοι φίλοι απευθυνθήκαμε στο μηνυόμενο, ο οποίος μας έπεισε ότι είναι αξιόπιστος, φερέγγυος, γνωρίζει τις χρηματιστηριακές δραστηριότητες και του δώσαμε χρήματα για να τα επενδύσει για λογαριασμό μας... Ποτέ δεν μου έδωσε ακριβείς πληροφορίες για τις επενδύσεις... Όταν αρχίσαμε να του ζητάμε να μας επιστρέψει τα χρήματα απέφευγε, στη συνέχεια μας είπε ότι επενδύθηκαν σε ομόλογα στην Αγγλία για μεγαλύτερα κέρδη ... Σε κάποια συνάντησή μας μέσα στο έτος 2002 που ήταν παρών ο Ψ και άλλος, του ζήτησα να πάμε μαζί στην Αγγλία να πάρουμε τα χρήματα του ομολόγου και αυτός βέβαια έφερνε διάφορες δικαιολογίες για να μην πάρει. Στη συνέχεια μας είπε ότι αυτά τα χρήματα θα τα χρησιμοποιήσει για να απευθυνθεί σε τράπεζα του Monte Carlo για να επιτευχθεί δανεισμός απ'αυτήν ... Μέχρι σήμερα τα χρήματα δεν μας επιστράφησαν ... Απ'όλες τις συζητήσεις προέκυπτε ότι τα χρήματά μας τα διαχειριζόταν από κοινού και μας έδωσαν την εντύπωση και σχηματίσαμε την πεποίθηση ότι ο β' μηνυόμενος ήταν ανώτερος. Ο α' μηνυόμενος μου έδωσε επιταγές για το κεφάλαιο που είχα δώσει... Φαντάζομαι ότι το ίδιο θα έγινε και με το Ψ. Οι δικές μου επιταγές ήταν της τράπεζας "HSBC" και δεν πληρώθηκαν. Οι επιταγές που έδωσαν στον Ψ δεν πληρώθηκαν και σε πολλούς άλλους. Είμαι βέβαιος ότι έγιναν μελετημένες κινήσεις προκειμένου να μας εξαπατήσουν και οι δύο από κοινού". Ο πρώτος κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία που του αποδίδεται διατεινόμενος ότι δεν οφείλει στον εγκαλούντα και ότι πράγματι επένδυσε σε μετοχές και σε ρέπος στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών αλλά και εκτός του τελευταίου στην Αγγλία, το ποσό των 72.793,75 ευρώ, που του παρέδωσε ο εγκαλών σύμφωνα με τη μεταξύ τους σύμβαση, επενδυτική πρόβλεψη που, κατά τον ίδιο, δεν επαληθεύθηκε, ισχυρισμό όμως που δεν μπόρεσε ν'αποδείξει, καθόσον δεν προσεκόμισε σχετικά παραστατικά δηλωτικά των φερομένων τοποθετήσεων του άνω ποσού σε κινητές αξίες, όπως "πινάκια" αγοράς και πώλησης μετοχών. Ο ανωτέρω ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου περί δήθεν επένδυσης εκ μέρους του προαναφερομένου ποσού που του παρέδωσε ο εγκαλών και μη ύπαρξης οφειλής εκ μέρους του προς τον τελευταίο, αναιρείται από το περιεχόμενο του κειμένου που συνέταξε ο δικηγόρος Αθηνών ΘΘ για λογαριασμό του δευτέρου κατηγορουμένου, έγγραφα από τ'οποίο σαφώς προκύπτει ότι υπήρχε συνεργασία μεταξύ των κατηγορουμένων, κείμενο που απεστάλει με φαξ στις 26.3.2003 προς τον εγκαλούντα με το παρακάτω επί λέξει περιεχόμενο: "Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε το γραφείο μας με τον κύριο X, σας επιβεβαιώνουμε γραπτώς, όπως μας το ζήτησε για λογαριασμό του ο εντολέας μας κύριος AA, ότι βρισκόμαστε σε διαδικασία τελικής έγκρισης δανείου για λογαριασμό του κυρίου AA, από μεγάλη Τράπεζα που εδρεύει στο Monte Carlo. Ήδη υπάρχει μία κατ'αρχήν έγκριση και ακολουθούν διαδικασίες εξασφάλισης της Τράπεζας απαραίτητες για την τελική έγκριση. Θεωρούμε ότι η ευτυχής κατάληξη δεν θα επισυμβεί αργότερα από την παρέλευση είκοσι (20) ημερών από σήμερα ... Τέλος, θα πρέπει να σας υπενθυμίσουμε ότι εργαζόμαστε για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αλλά θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι δεν πρέπει και δεν νομιμοποιείται κανείς εν όψει του κοινού καλού να προβαίνει σε παρακινδυνευμένες πράξεις και προειδοποιήσεις που είναι δυνατόν ν'αποτελέσουν αντικείμενο παρεξήγησης και να οδηγήσουν ή να εξαναγκάσουν την επιδίωξη νομικής προστασίας".
Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά καθίσταται φανερό ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές προς στήριξη δημόσιας κατηγορίας στο ακροατήριο περί του ότι : α) ο πρώτος κατηγορούμενος, X, τέλεσε άπαξ την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο ως εντολοδόχο του παθόντος..." και για την οποίαν, παρεπέμφθη, β) κατά πιστή εδώ μεταφορά της ενσωματωμένης εις το προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εις την οποίαν αυτό αναφέρεται και η οποία αποτελεί αιτιολογία του: "Από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση και, συγκεκριμένα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ψ (εγκαλούντος), ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, δηλαδή το φωτοαντίγραφο της από 6-3-2000 σύμβασης παροχής συμβουλών και λήψης-διαβίβασης εντολών, το φωτοαντίγραφο της υπ' αριθμ. ... λευκής (ασυμπλήρωτης) επιταγής της Αγγλικής Τράπεζας "HSBC" εκδόσεως της εταιρίας "INTERNATIONAL CREATION DEVELOPERS L.T.D.", τα φωτοαντίγραφα των υπ' αριθμ. ... και ... επιταγών της ίδιας Τράπεζας, εκδόσεως της ίδιας παραπάνω εταιρίας, σε διαταγή ΣΤ και το φωτοαντίγραφο της από 21-3-2003 επιστολής του Δικηγόρου Αθηνών ΘΘ, σε συνδυασμό και με την απολογία του εκκαλούντος κατηγορουμένου, προέκυψαν και κατά τη δική μας κρίση (σε βαθμό επαρκών ενδείξεων) τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τις προεκτεθείσες κατηγορίες, για τις οποίες το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης με το εκκαλούμενο βούλευμα. Οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κρίθηκε (σε πρώτο βαθμό) ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι πιο πάνω κατηγορούμενοι, εναρμονίζονται με το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας (και σε συνολική εκτίμηση και αναφορικά με τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται και ορθά αξιολογούνται στο εκκαλούμενο βούλευμα). Δηλαδή τα προκύψαντα περιστατικά που αναφέρονται στο προεκτεθέν κατηγορητήριο και ακόμη αναλυτικότερα εκτίθενται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ορθώς έχουν υπαχθεί στις ποινικές διατάξεις που σημειώθηκαν. Ειδικότερα, ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος δεν υπήρχε σχέση εντολής (άρθρα 713-728 Α.Κ.), αλλά σχέση συμβουλής και σύστασης (άρθρο 729 Α.Κ.) και ότι αυτό προκύπτει από την μη προκαταβολή εκ μέρους του εγκαλούντος των απαιτουμένων για την εκτέλεση της εντολής δαπανών και από την μη ανάκληση της εντολής από τον εγκαλούντα. Όμως, το ότι ο εγκαλών κατηγορούμενος δεν απαίτησε προκαταβολή των δαπανών εκτέλεσης της εντολής, καθώς και το ότι ο εγκαλών δεν επικαλείται νομότυπη ανάκληση της εντολής, ασφαλώς δεν σημαίνει ότι μεταξύ του εγκαλούντος και του εκκαλούντος κατηγορουμένου δεν καταρτίσθηκε σύμβαση εντολής, η κατάρτιση της οποίας άλλωστε προκύπτει από το κείμενο της από 6-3-2000 σύμβασης παροχής συμβουλών και λήψης-διαβίβασης εντολών που προαναφέρθηκε, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ, ΣΤ και ΖΖ. Ακόμη, ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεση του ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά καταβληθέντα από τον εγκαλούντα ποσά είναι μικρότερα και ότι από κανένα έγγραφο δεν προκύπτει καταβολή των ποσών που αναφέρει ο εγκαλών, όμως η μη επίκληση εγγράφων αποδείξεων σχετικά με τα καταβληθέντα ποσά, δεν αρκεί για να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του εγκαλούντος, όταν μάλιστα αυτοί ενισχύονται από σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των προαναφερομένων μαρτύρων σχετικά με τις καταβολές των συγκεκριμένων ποσών που αναφέρει ο εγκαλών. 'Αλλωστε, ούτε ο εκκαλών κατηγορούμενος προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με το εάν και με ποιον ακριβώς τρόπο διέθεσε για λογαριασμό του εγκαλούντος τα χρήματα που ο ίδιος δέχεται ότι έλαβε από τον τελευταίο. Περαιτέρω, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι τόσο η Ανακρίτρια κατά την απαγγελία της κατηγορίας όσο και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το παραπεμπτικό βούλευμα δεν εξειδίκευσαν και δεν, εξέθεσαν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, με συνέπεια να υπάρχει απόλυτη ακυρότητα του παραπεμπτικού βουλεύματος. Όμως, όπως προκύπτει από την ανάγνωση τόσο του κατηγορητηρίου που απήγγειλε η Ανακρίτρια, όσο και του εκκαλουμένου βουλεύματος, η παράθεση των πραγματικών περιστατικών είναι πλήρης και γίνεται σαφής και ορθή υπαγωγή αυτών στις συγκεκριμένες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, έτσι ώστε να γίνεται απόλυτα κατανοητό και σαφές ποια ακριβώς αξιόποινη συμπεριφορά αποδίδεται στους κατηγορουμένους. Τέλος, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το εκκαλούμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επειδή δεν εκτίθενται σ' αυτό οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο κατέληξε σε παραπεμπτική κρίση. Όμως οι συλλογισμοί αυτοί εκτίθενται (με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, όπου γίνεται πλήρης ανάλυση και αιτιολόγηση) και η παραδοχή τους ή μη από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο ανάγεται στην άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων καL στην διαφορετική εκ μέρους του εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού.
Συνεπώς, τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, συνολικά εκτιμώμενα, παρέχουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του ως άνω εκκαλουντος κατηγορουμένου και του συγκατηγορουμένου του και αντικρούουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και την άρνηση της κατηγορίας. Επειδή, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν και αφού παραδεκτώς αναφερθούμε ευθέως στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του εκκαλουμένου βουλεύματος (Α.Π. 348/1996 Ποιν. Χρ. ΜΖ' 33), θεωρούμε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ορθώς έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις που επιβάλλουν τον έλεγχο της υποθέσεως με την αποδεικτική διαδικασία του ακροατηρίου και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, αβασίμως δε ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα (ότι δηλαδή έσφαλε στην κρίση του το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο) με τη κρινόμενη έφεση του, η οποία πρέπει να απορριφθεί στην ουσία και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα". γ) Πέραν αυτών, το προσβαλλόμενο βούλευμα και με δικές του σκέψεις εδέχθη ότι: ο εκκαλών ισχυρίζεται με την έφεσή του ότι δεν έλαβε το χρηματικό ποσό των 25.451.896 δραχμών που μνημονεύεται στην έγκληση. Ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος και τούτο, γιατί απολογουμενος στις 7- 11-2005 στην ως άνω αρμόδια Ανακρίτρια ομολογεί τη λήψη του, ενώ και με το υπό ίδια ημερομηνία, απολογητικό υπόμνημά του που κατέθεσε ενώπιον της τελευταίας, επίσης ομολογεί τουλάχιστον ότι έλαβε από τον εγκαλούντα ποσό 10.000.000 δραχμών. Περαιτέρω δε, πρέπει να σημειωθεί, ότι ο εκκαλών, κατόπιν αντιδράσεων του εγκαλούντος για τη μη απόδοση των χρημάτων που του είχε εμπιστευθεί, του παρέδωσε προς τούτο στις 20-5-2003 μία λευκή επιταγή της αναφερόμενης στην έγκληση και στην εισαγγελική πρόταση αγγλικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERNATIONAL CREATION DEVELOPERS L.T.D.", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο συγκατηγορούμενος του εκκαλούντος ΑΑ και ότι τον σχετικό ισχυρισμό του εγκαλούντος (για παράδοση της επιταγής), η βασιμότητα του οποίου προκύπτει από το προσαγόμενο από εκείνον σε φωτοτυπία σώμα αυτής της επιταγής, ο εκκαλών δεν αντικρούει με οποιοδήποτε τρόπο και γενικότερα δεν αρνείται την αλήθεια του. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω περιστατικά, υφίστανται, κατά την κρίση του Συμβουλίου, επαρκείς ενδείξεις για να παραπεμφθεί ο εν λόγω κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για την άνω αποδιδομένη σ'αυτόν αξιόποινη πράξη". Μετά ταύτα απέρριψε την έφεση. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό, από τις ανωτέρω διακρίσεις, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ.1 και 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει ότι ο αναιρεσείων έλαβε στην κατοχή του το χρηματικό ποσό των 72.973,74 € από τον παθόντα, ότι το ποσό αυτό το έλαβεν ως εντολοδόχος του παθόντος προκειμένου να το διαθέσει για συγκεκριμένη αιτία, αυτή της τοποθετήσεώς του σε κινητές αξίες (ρέπος, μετοχές και παράγωγα του Χρηματιστηρίου Αξιών) και ότι όχι μόνο δεν το διέθεσε για την άνω αιτία, αλλά παρανόμως το ιδιοποιήθηκε, αφού το ενσωμάτωσε στην ατομική του περιουσία, ενώ ως εκ περισσού αναφέρει εν εκτάσει τις επακολουθήσασες ενέργειες του αναιρεσείοντος, μετά την άνω ιδιοποίηση του ποσού των 72.793,75 €, και τις περί αυτών ενδεικτικώς αναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις. Κατά συνέπεια οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. δ' και β' ΚΠΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι υπό την επίκληση των αυτών λόγων και ιδία σχετικές με την μη ύπαρξη εντολής λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ως και ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 375 παρ.1 και 2 ΠΚ, αλλά το του άρθρου 406 ΠΚ παραπλανήσεως σε χρηματιστηριακές συναλλαγές και έπρεπε να υπαλλαγεί, άλλως ότι πρέπει να συνεχισθεί η ανάκριση, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι προσβάλλουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας.
Κατ'ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Τέλος το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, πρέπει να απορριφθεί, διότι, ούτος με το περιεχόμενο της αναιρέσεώς του εξέθεσε πλήρως τις απόψεις του και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του, ώστε δεν υπάρχει ανάγκη διευκρινίσεως ή διασαφήσεως επί της υποθέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Μαρτίου 2008 αίτηση του X για αναίρεση του υπ'αριθμ. 1200/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Και

Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή