Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1439 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.




Περίληψη:
Συνεκδίκαση τριών αιτήσεων. Φοροδιαφυγή δια εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση (19 παρ. 1, 4 Ν. 2523/1997). Λόγος αναίρεσης για αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος. Δεν καθίσταται σαφές αν η εταιρεία που εξέδωσε τα εικονικά τιμολόγια αν ήταν υπαρκτή εταιρεία και αν πραγματοποίησε συναλλαγές. Ασάφεια ως προς την έννοια των πλαστών φορολογικών στοιχείων. Δεν καθίσταται σαφές, αν τα αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία ήταν πλαστά ή εικονικά. Εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατ' εφαρμογή της οποίας κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και για αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχείων, η οποία, δεν αποτελεί αξιόποινη πράξη. Βάσιμος σχετικός λόγος αναίρεσης ενός αναιρεσείοντος. Έρευνα αυτεπαγγέλτως του ίδιου λόγου και ως προς λοιπούς, κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ. Δέχεται αιτήσεις. Αναιρεί και παραπέμπει.




Κ.M.
ΑΡΙΘΜΟΣ 1439/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πατρινό, 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Γεωργία Γκότζη και 3. Χ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βενέτη, περί αναιρέσεως της ΑΤ315/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Μαρτίου 2009, 1 Απριλίου 2009 και 19 Μαρτίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντιστοίχως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 453/2009.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες 1) 8/23-3-2009, 2) από 1/4/2009 (με αρ. πρωτ. 2823/1-4-2009) και 3) 6/19-3-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, για αναίρεση της ΑΤ 315/16-1-2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.

ΙΙ. Ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Περαιτέρω, κατά τις παρ.1α και 6 του άρθρου 20 του ίδιου ν. 2523/1997, "1. Στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται: α) Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.... 6. Οι ανωτέρω αυτουργοί και συνεργοί τιμωρούνται εφόσον κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος είχαν την ιδιότητα αυτή και εφόσον γνώριζαν ή από την ιδιότητά τους και εν όψει των συγκεκριμένων περιστάσεων γίνεται φανερό ότι γνώριζαν για τις πράξεις ή παραλείψεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι των αδικημάτων του παρόντος" . Από τις πιο πάνω διατάξεις, προκύπτει, πλην άλλων, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής, της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Κατά την αυτή διάταξη αδίκημα φοροδιαφυγής διέπραττε και ο αποδέκτης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αντίθετα, κατά το άρθρο 19 του ν. 2523/1997, η αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχείων δεν αποτελεί πλέον τέτοιο αδίκημα και τούτο γιατί κρίθηκε από το νομοθέτη, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, ως μη απαραίτητο, "καθόσον είναι δυνατόν λήπτες πλαστών ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείων, να αγνοούν την πλαστότητα ή τη νοθεία των στοιχείων". Στην περίπτωση δε κατά την οποία η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου , σύμφωνα με τη δικονομικού χαρακτήρα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 40 του Ν. 3220/2004 με την οποία προστέθηκε εδάφιο δ' στην παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου 21 του Ν. 2523/1997. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 315/2009 αποφάσεώς του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".... Οι κατηγορούμενοι στον ... κατά το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 μέχρι 25-11-2002 κατά τη χρήση των ετών 2001 και 2002, οι μεν Χ1 και Χ3, (ως Πρόεδροι του Δ.Σ και διευθύνοντες Σύμβουλοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Πειραϊκή Πετρελαϊκή Ανώνυμη Οικοδομική Βιομηχανική Υγρών Καυσίμων και Λιπαντικών" και δ.τ. "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στον ... και στην οδό ..., ο δε Χ2, ως υποκρυπτόμενο υπεύθυνο πρόσωπο με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποδέχθηκαν και ειδικότερα έλαβαν, χρησιμοποίησαν και καταχώρησαν στα τηρούμενα βιβλία της εν λόγω εταιρείας τα αναφερόμενα κατωτέρω αναλυτικά κατ' αριθμό, ημερομηνία έκδοσης, όνομα εκδότη, αξία, εικονικά, ως προς τον εκδότη και τη συναλλαγή, 148 φορολογικά στοιχεία για τη χρήση του έτους 2001 καθώς και 250 εικονικά φορολογικά στοιχεία ως προς τον εκδότη και τη συναλλαγή και 629 πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για αγορές από την επιχείρηση "... ΕΠΕ", συνολικής αξίας (των τιμολογίων), για τη χρήση του έτους 2001, 2.287.820, 255 ευρώ και για τη χρήση του έτους 2002 13.362.340, 26 ευρώ. Τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία αποδέχθηκαν, αφού ζήτησαν και έλαβαν για λογαριασμό της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας με σκοπό να παρουσιάσουν νομιμοφάνεια στις συναλλαγές με τον αναγραφόμενο σ' αυτά εκδότη με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δηλαδή την κατοχή υγρών καυσίμων χωρίς όμως να έχουν καταβληθεί οι σχετικοί δασμοί για να διαθέσουν αυτοί ως νομίμως κτηθέντα βάσει των συγκεκριμένων εικονικών στοιχείων... (ακολουθεί η περιγραφή των πιο πάνω φορολογικών στοιχείων). Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η εταιρεία "... ΕΠΕ" με αντικείμενο εργασιών το χονδρικό εμπόριο υγρών καυσίμων, με έδρα τις ..., που φερόταν ως βασικός προμηθευτής της εταιρείας "Πειραϊκή -Πετρελαϊκή ΑΕ" ,δε λειτούργησε ποτέ, ενώ μίσθωσε χώρο στη διεύθυνση ... στις ..., προκειμένου να λάβει σχετικό ΑΦΜ και να θεωρήσει φορολογικά στοιχεία ,για να καλύψει συναλλαγές που είχαν γίνει με άλλους, χωρίς αντίστοιχα φορολογικά στοιχεία. Η επιχείρηση αυτή δεν είχε αγορές, ούτε τους απαραίτητους αποθηκευτικούς χώρους, ούτε άδεια μεταπωλητού, ούτε υπέβαλε ποτέ στην αρμόδια Δ.Ο.Υ Αχαρνών περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α, ούτε υπέβαλε φορολογική δήλωση εισοδήματος, ούτε οποιαδήποτε άλλη δήλωση, όπως όφειλε. Ακολούθως από τον έλεγχο που διενεργήθηκε στα γραφεία της εταιρείας "Πειραϊκή- Πετρελαϊκή Α.Ε." από την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση "... ΕΠΕ", παρέδωσε, κατά τα έτη 2001 και 2002 στην πρώτη καύσιμα (πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης, βενζίνη αμόλυβδη και σούπερ), παρουσιάζονται όμως καταχωρήσεις φορολογικών στοιχείων στα βιβλία της εταιρείας "Πειραϊκή-Πετρελαϊκή ΑΕ" με αρίθμηση έως 881, ενώ στην αρμόδια Δ.Ο.Υ έχουν θεωρηθεί φορολογικά στοιχεία της εταιρείας "... ΕΠΕ" έως 500. Τα 500 έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία της Πειραϊκής - Πετρελαϊκής μέχρι την 6-7-2002, ενώ τα υπόλοιπα μέχρι τα 881 που εξέδωσε η παραπάνω εταιρεία είναι πλαστά φορολογικά στοιχεία, αφού δεν έχουν θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., δεν έχουν διατρηθεί και δεν έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής Αρχής σχετική πράξη θεώρησης, ενώ με βάση όσα προαναφέρθηκαν, δεν είχε τη δυνατότητα η εταιρεία ... ΕΠΕ να πραγματοποιήσει τις συναλλαγές που είναι καταχωρημένες στα βιβλία της Πειραϊκής Πετρελαϊκής Α.Ε. Ο κατηγορούμενος Χ1-πρώτος εκκαλών ευθύνεται για τη κατ' εξακολούθηση διάπραξη του αδικήματος της αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικής αξίας 13.054.493,12 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 μέχρι 19-9-2002, οπότε παραιτήθηκε από την εν λόγω εταιρεία (βλ. δήλωση παραιτήσεως). Ο κατηγορούμενος Χ3- τρίτος εκκαλών ευθύνεται για την κατ' εξακολούθηση διάπραξη του αδικήματος της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων ,καθαρής αξίας 2.584.167,40 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 20-9-2002, οπότε εκλέχθηκε Πρόεδρος του Δ.Σ και διευθύνων Σύμβουλος της εν λόγω εταιρείας μέχρι 25-11-2002 (βλ. Τευχ. ΑΕ και ΕΠΕ 9857/26-9-2002), ενώ ο κατηγορούμενος Χ2-δεύτερος εκκαλών ευθύνεται για το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 μέχρι 25-11-2002 για διάπραξη του παραπάνω αδικήματος, συνολικής καθαρής αξίας 15.638.660,52 ευρώ. Η ευθύνη των πρώτου και τρίτου των εκκαλούντων-στηρίζεται στο νόμο και συγκεκριμένα στο αρθρ. 20 του Ν. 2523/1997 ,ενώ αποδείχθηκε ότι υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα τους για το προαναφερόμενο για τον καθένα χρονικό διάστημα, γνώριζαν τις πράξεις, με τις οποίες εκπληρώθηκαν οι όροι του αδικήματος της φοροδιαφυγής. Συγκεκριμένα ο πρώτος εκκαλών είχε ενεργή ανάμειξη στην εν λόγω εταιρεία για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ ο τρίτος εκκαλών συμμετείχε στη διοίκηση της εταιρείας για σύντομο χρονικό διάστημα, είχε όμως άμεση γνώση της δραστηριότητας της εταιρείας, αφού απασχολούνταν ως υπάλληλος σ' αυτήν από τις αρχές του έτους 1999 έως το Μάιο του έτους 2003. Εξάλλου ο δεύτερος εκκαλών, αποδείχθηκε ότι ήταν υποκρυπτόμενο πρόσωπο, το " μεγάλο αφεντικό" (βλ. ιδίως τις καταθέσεις των μαρτύρων και απολογίες στα πρακτικά της εκκαλουμένης) ευθυνόμενος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη κατ' άρθρο 19 παρ. 4 του ν. 2523/1997, μετείχε άμεσα στη διαχείριση και διοίκηση της εταιρείας, είχε πλήρη επίγνωση των δραστηριοτήτων της, εμφανιζόταν δε έναντι τρίτων ως εκπρόσωπος της εταιρείας, ενώ αποκαλύφθηκαν καταθέσεις χρημάτων από πελάτη της εταιρείας στο λογαριασμό του. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί απόλυτης ακυρότητας που προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ3 πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:- Στο άρθρο 21 παρ.2 εδάφια, β" και γ'του Ν.2523/1997 σχετικά με την έναρξη της ποινικής δίωξης επί των περιπτώσεων του άρθρου 19, ορίζεται ότι " κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμοδίας Δ.Ο.Υ ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο.... Στις περιπτώσεις του προηγουμένου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου. Επηκολούθησε η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 40 του Ν. 3220/2004 με την οποία προστέθηκε εδάφιο δ' στην παράγραφο 2 του παραπάνω άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 κατά την οποία " ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγουμένου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου άρθρου". Στην προκειμένη περίπτωση ισχυρίζεται ο παραπάνω κατηγορούμενος ότι για την φερόμενη αποδοχή φορολογικών στοιχείων η μηνυτήρια αναφορά υποβλήθηκε, ενώ ακόμη δεν του είχαν επιδοθεί οι οικείες αποφάσεις επιβολής προστίμων και δεν έχει κληθεί για την διοικητική επίλυση της διαφοράς. Όμως, όπως προαναφέρθηκε η χρηματική αξία των εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων που αποδίδεται στους κατηγορουμένους ανέρχεται στα προαναφερθέντα ποσά, τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ το χρηματικό όριο των 150.000 δραχμών το οποίο τίθεται στο νόμο ως κατώτατο όριο για την άμεση υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς" (βλ. ΑΠ 440/2008 Α' Δημ. ΝΟΜΟΣ). Επομένως απορριπτόμενων των ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τους κατηγορουμένους ,πρέπει να κηρυχθούν αυτοί ένοχοι κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό".
ΙV. Με τις σκέψεις αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για παράβαση των άρθρων 19 παρ.1α,β, 4 και 20 παρ.1α του ν.2523/1997και επέβαλε στον καθένα εξ αυτών ποινή φυλάκισης τριών ετών. Ειδικότερα κήρυξε αυτούς ενόχους του ότι: "Στον ... την 12-12-2005, που κατ' άρθρο 2 παρ. 8. 9 Ν. 2554/01 αποτελεί έναρξη παραγραφής, από έλεγχο που διενεργήθηκε, οι κατηγορούμενοι με την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας Πειραϊκή- Πετρελαϊκή ΑΕ, οικοδομική, βιομηχανική εταιρεία υγρών καυσίμων με έδρα τον ... (...) ο πρώτος και τρίτος και μ' αυτήν του υποκρυπτόμενου προσώπου της προαναφερόμενης εταιρείας ο δεύτερος, διέπραξαν το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα αποδέχθηκαν εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία, δηλ. στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους με σκοπό απόκρυψης φορολογητέας ύλης. Πιο συγκεκριμένα, ζήτησαν, έλαβαν και καταχώρησαν στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησης 398 εικονικά φορολογικά στοιχεία και 629 πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία, εκδόσεως από την επιχείρηση "... ΕΠΕ" στις χρήσεις 2001-2002 καθαρής αξίας 15.638.660,52 ευρώ ποσό ανώτερο των 150.000 ευρώ, με σκοπό απόκρυψης φορολογητέας ύλης, δηλ. κατοχή υγρών καυσίμων χωρίς όμως να έχουν καταβληθεί οι σχετικοί δασμοί για να διαθέσουν αυτοί ως νομίμως κτηθέντα βάσει των συγκεκριμένων στοιχείων. Συγκεκριμένα κηρύσσει ενόχους: 1) Τον 1° κατηγορούμενο (Χ1) για την κατ' εξακολούθηση, ήτοι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με πρόθεση διάπραξη του αδικήματος της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, συνολικής καθαρής αξίας 13. 054.493,12 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 μέχρι 19-9-2002, 2)Τον 2° κατηγορούμενο (Χ2) για την κατ' εξακολούθηση, ήτοι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με πρόθεση διάπραξη του αδικήματος της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, συνολικής καθαρής αξίας 15.638.660,52 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 2-11-2001 έως 25-11-2002. 3) Τον 3° κατηγορούμενο για την κατ' εξακολούθηση, ήτοι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με πρόθεση διάπραξη του αδικήματος της αποδοχής εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, συνολικής καθαρής αξίας 2.584.167,40 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 20-9-2002 έως 25-11-2002, V. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος. Ειδικότερα ενώ δέχθηκε στο σκεπτικό της ότι οι ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι: "Τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία αποδέχθηκαν, αφού ζήτησαν και έλαβαν για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας (δηλαδή της Πειραϊκής Πετρελαϊκής ΑΕ), με σκοπό παρουσιάσουν νομιμοφάνεια στις συναλλαγές με τον αναφερόμενο σε αυτά εκδότη (δηλαδή την "... ΕΠΕ), με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, ...." (σελίδα 15) και στη συνέχεια (στη σελίδα 51) ότι "... διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση "... ΕΠΕ", παρέδωσε, κατά τα έτη 2001 και 2002 στην πρώτη (δηλαδή στην Πειραϊκή Πετρελαϊκή ΑΕ) καύσιμα (πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης, βενζίνη αμόλυβδη και σούπερ),..", ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί ότι αποδείχθηκε ότι η εταιρεία "... ΕΠΕ" "δε λειτούργησε ποτέ, ...δεν είχε αγορές, ούτε τους απαραίτητους αποθηκευτικούς χώρους" και στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι οι αναιρεσείοντες αποδέχθηκαν "... εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία, δηλ. στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους με σκοπό απόκρυψης φορολογητέας ύλης". Ετσι δεν καθίσταται σαφές, αν η εταιρεία ".... ΕΠΕ", ήταν υπαρκτή εταιρεία και πραγματοποίησε συναλλαγές (για τις οποίες εκδόθηκαν τα πιο πάνω φορολογικά στοιχεία) με την εταιρεία Πειραϊκή Πετρελαϊκή ΑΕ (αφού φέρεται να παρέδωσε σ' αυτή καύσιμα κατά τα έτη 2001 και 2002), ή ήταν ανύπαρκτη, και οι επίμαχες συναλλαγές ήταν "ανύπαρκτες στο σύνολο τους", με επακόλουθο την ασάφεια της αιτιολογίας της απόφασης ότι οι φερόμενα φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά διότι αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές. Περαιτέρω υπάρχει ασάφεια ως προς την έννοια των πλαστών φορολογικών στοιχείων. Ειδικότερα, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.3 του ν. 2523/95 "Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του...", με την προσβαλλόμενη απόφαση θεωρούνται πλαστά τα αναφερόμενα σε αυτή φορολογικά στοιχεία (τα αριθμούμενα από 501-881), διότι "δεν έχουν θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., δεν έχουν διατρηθεί και δεν έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής Αρχής", κήρυξε δε ένοχους τους αναιρεσείοντες, διότι "... αποδέχθηκαν εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία". Ειδικότερα, στο μεν διατακτικό φέρονται ότι όλα τα φορολογικά στοιχεία, που αποδέχθηκαν οι αναιρεσείοντες, ήταν "εικονικά και πλαστά", ενώ στο σκεπτικό ως "εικονικά και πλαστά" χαρακτηρίζονται 629, χωρίς να καθίσταται σαφές, αν τα εξ αυτών με αριθμούς 501-881 ήταν πλαστά και τα υπόλοιπα εικονικά, ή ταυτόχρονα και πλαστά και εικονικά, έννοια μη υφιστάμενη στον Ν. 2523/1997. Με τον τρόπο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση με τις πιο πάνω παραδοχές της στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος, ενώ ταυτόχρονα εκ πλαγίου παραβίασε την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατ' εφαρμογή της οποίας κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες και για αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχείων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποτελεί κατά την εν λόγω διάταξη αξιόποινη πράξη.
Συνεπώς ο πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ, Ε ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της συνεκδικαζόμενης αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ3, ο οποίος ερευνάται αυτεπαγγέλτως και ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, κατ' αρθρο 511 ΚΠΔ, εφόσον οι αιτήσεις αυτών, κρίνονται παραδεκτές, αφού περιέχουν σαφείς και ορισμένους, από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσία, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών. Ακολούθως πρέπει να γίνουν δεκτές, ως βάσιμες κατ' ουσία, οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο αυτό δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την ΑΤ 315/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση στο αυτό δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς), συγκείμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή