Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1319 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.




Περίληψη:
Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία, συκοφαντική δυσφήμηση. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης για μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς ψευδή περιστατικά και γνώση της αναλήθειας των.




Αριθμός 1319/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη- Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων 1. ... και 2. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 8205/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αχιλλέα Στρατσιάνη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2009 αίτησή των, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 164/2009.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιο των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υπαίτιος της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμήνυσης καθίσταται εκείνος που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή. Έτσι για τη θεμελίωση αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόστασή του και άμεσος δόλος που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέτει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη αυτού του εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρα αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ συνάγεται, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται διάδοση ή ισχυρισμός από τον υπαίτιο, ενώπιον άλλου, για τρίτον γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τρίτου αυτού, το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να είχε γνώση της αναλήθειάς του. Ως γεγονός, κατά την έννοια του νόμου, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά ή έκφραση γνώμης ή κρίσης ή χαρακτηρισμού που σχετίζεται με γεγονός, αναφέρεται στο παρόν ή στο παρελθόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική ή την ευπρέπεια. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά η ύπαρξη της προαναφερόμενης μορφής του δόλου, που αφορά και τις τρεις μνημονευθείσες αξιόποινες πράξεις, απαιτεί την αναφορά στο σκεπτικό της καταδικαστικής απόφασης ειδικής και αναλυτικής αιτιολογίας, συντελούμενης με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που δικαιολογούν την διαληφθείσα γνώση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 8205/2008 απόφασής του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο 1ος κατ/νος, εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς με την από 5-12-2000 μήνυση του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την πολιτικώς ενάγουσα ότι στις 18-10-2000, πριν την έναρξη ποινικής δίκης σε βάρος συγγενών της, τον απείλησε με τις φράσεις "την είδες την ψεύτικη μήνυση?, σας περιμένουν ακόμα πολλές ψεύτικες μηνύσεις. Δεν ξέρεις τι σας περιμένει να πάθετε. Έχουμε και μέλλον με σας". Το περιεχόμενο αυτής της μήνυσης που εμφάνιζε την πολιτικώς ενάγουσα, ενώπιον του Εισαγγελέα, να τον απειλεί με την υποβολή ψευδών μηνύσεων, μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της. Σε βάρος της, πράγματι, ασκήθηκε ποινική δίωξη για απειλή του πρώτου κατ/νου, επί της οποίας εκδόθηκε το με αριθμό 2273/2003 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ' αυτής. Το βούλευμα αυτό, που επικυρώθηκε με το αριθμό 2913/2003 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατέστη αμετάκλητο σύμφωνα με το 4352/15-12-2005 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, θεωρείται δε ψευδές το περιεχόμενο της μήνυσης του κατ/νου και σύμφωνα με το άρθρο 366& 2 ΠΚ, ο οποίος γνώριζε την αναλήθεια όσων ισχυρίστηκε με τη μήνυση του, τα οποία δεν επιβεβαιώθηκαν από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα .... Ο τελευταίος κατέθεσε ότι υπάρχει μία βιομηχανία μηνύσεων εκατέρωθεν, η οποία συνεχίζεται, αν και λύθηκε η αστική διαφορά που υπήρχε και απετέλεσε την αιτία και αφορμή των μηνύσεων αυτών. Καθόσον δε αφορά τη δεύτερη κατηγορουμένη, προέκυψε ότι αυτή ενόρκως, κατέθεσε στις 15-5-2001, ενώπιον της Πταισματοδίκου Αχαρνών, ότι έλαβε χώρα το ψευδές παραπάνω περιστατικό το οποίο, πέραν τούτου το τοποθετεί σε άλλη ημερομηνία, ήτοι στις 18-1-2000(αντί στις 18-10-2000), γνώριζε και ότι δεν ελέχθηκαν τα παραπάνω από την πολιτικώς ενάγουσα. Τα γεγονότα αυτά ήταν συκοφαντικά για την πολιτικώς ενάγουσα, την οποία εμφάνισε, ενώπιον της Πταισματοδίκου και της Γραμματέως της, να τους απειλεί με ψεύτικες μηνύσεις, ήτοι ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων, ψευδές γεγονός, δυνάμενο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας, που είχε και την ιδιότητα της δικηγόρου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα τον πρώτο για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση και τη δεύτερη για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, επέβαλε δε σε καθένα συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 224 παρ. 2 και 363 σε συνδυασμό με το άρθρο 362 του ΠΚ τις οποίες, ορθώς, εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, τις οποίες προβάλλουν με τον πρώτο λόγο της κοινής αιτήσεως τους, ότι στην πληττόμενη απόφαση 1) δεν αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα από στα οποία να προκύπτει η παραδοχή για το ψευδές εκείνων για τα οποία καταδικάσθηκαν και η γνώση των 2) δεν εκτίθενται τα αληθή και 3) δεν προσδιορίζεται αν ο Ειρηνοδίκης, ενώπιον του οποίου δόθηκε η ένορκη κατάθεση της δεύτερης αναιρεσείουσας, ήταν αρμόδια για την εξέταση της αρχή, είναι αβάσιμες διότι από το περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι α) εκτίθενται στην απόφαση τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η παραπάνω παραδοχή, επαρκώς δε αιτιολογείται η γνώση των για την αναλήθεια των ψευδών περιστατικών, η οποία ενυπάρχει στο πρόσωπο των, ενόψει του ότι, όπως βεβαίωσαν, συνέβησαν ενώπιον των και συνεπώς είχαν ιδίαν αντίληψη 2)σαφώς εκτίθενται τα αληθή, αφού έγινε δεκτό ότι τα πραγματικά περιστατικά που οι αναιρεσείοντες ενόρκως κατέθεσαν και διέδωσαν δεν συνέβησαν και 3)η ένορκη κατάθεση της δεύτερης αναιρεσείουσας δόθηκε στην Πταισματοδίκη Αχαρνών. Και με την εκδοχή όμως ότι αυτή δόθηκε στον Ειρηνοδίκη Αχαρνών, ο οποίος, από παραδρομή, αναφέρεται στην απόφαση ως "Πταισματοδίκης", προκύπτει σαφώς ότι αυτός ενεργούσε ως προανακριτικός υπάλληλος(άρθρο 33 παρ. 1 εδ.α') και συνεπώς ήταν αρμόδια αρχή για την ένορκη εξέταση της. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω αβάσιμος είναι κι ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, (με στοιχ.2β), λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο, δίχως αιτιολογία, το Δικαστήριο απέρριψε τον από το άρθρο 227 παρ.3 του ΠΚ, ισχυρισμό του, διότι από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψη του. Μετά από αυτά και, αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί αυτή και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη της παριστάμενης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-1-2009 (κοινή) αίτηση των ... και ..., για αναίρεση της 8205/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ..., την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ, συνολικά.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή