Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 287 / 2013    (Β1, Civil Cases)

Θέμα
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, Συνταξιοδότηση.




Περίληψη:
Στις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005 δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν όσοι είχαν ήδη θεμελιώσει αξίωση άμεσης λήψης της σύνταξης και όσοι ούτε θεμελίωναν συνταξιοδοτικό δικαίωμα ούτε δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, έως το έτος 2012. Η χρήση του όρου «άμεση λήψη σύνταξης» αντί «θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος», δεν ήταν τυχαία αλλά πρέπει να συσχετισθεί με την περίπτωση να έχουν συμπληρωθεί μεν τα αναγκαία συντάξιμα έτη, όχι όμως και το αναγκαίο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης.




Αριθμός 287/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., 3) Ν. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 5) Ν. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 6) Κ. Μ. του Σ., κατοίκου ... και 7) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Κουφογιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικό διάδοχο του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΟΤΕ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουκούλα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με την από 25-10-2007 αγωγή άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 3-12-2008 προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκε η 306/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 7-7-2010 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1088/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 19-7-2012 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 10-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 553§1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Εξάλλου, το άρθρο 321 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι "όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η πρωτοβάθμια απόφαση γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ. διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση της έφεσης. Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, ενώ η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 296, 297 και 299 του ΚΠολΔ, μπορεί να γίνει και με το επιδιδόμενο στον αντίδικο του παραιτουμένου δικόγραφο της αναίρεσης, από δικηγόρο με ειδική πληρεξουσιότητα, εκτός αν επακολούθησε έγκριση, έστω και σιωπηρή. Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 306/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με αυτήν οι αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν από το δικαίωμά τους να ασκήσουν έφεση κατά της παραπάνω απόφασης. Επομένως, είναι παραδεκτή. Κατά την παρ. 1 περ. δ και ε του άρθρου 17 ΓΚΠ - ΟΤΕ, το προσωπικό απολύεται: ... δ. ένεκα συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας. ε. Ένεκα 35ούς πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό. Εντούτοις το προσωπικό δύναται με αίτησή του, που υποβάλει το αργότερο τρεις μήνες προ της προβλεπόμενης ημερομηνίας απόλυσής του, να παραμείνει στην Υπηρεσία μέχρι συμπληρώσεως 35ετούς συντάξιμου χρόνου υπηρεσίας στον ΟΤΕ ...". Κατά το άρθρο 7§4 ΓΚΠ - ΟΤΕ "Προσωπικό το οποίο καλείται στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων ένεκα επιστρατεύσεως ή άλλων λόγων, διατηρεί κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του υπηρεσίας τη θέση του στον Οργανισμό και επανέρχεται αυτοδίκαια σ' αυτόν μετά την απόλυσή του εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου. Ο ανωτέρω χρόνος λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στον Οργανισμό.", ενώ κατά το άρθρο 47§2α ΓΚΠ - ΟΤΕ "1. Για την απόλυση λόγω 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας στον ΟΤΕ: α. Ο χρόνος φοίτησης στη Σχολή Προσωπικού ΟΤΕ και ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας για όσους στρατεύθηκαν όντας υπάλληλοι του Οργανισμού δεν λαμβάνονται υπόψη, εφόσον το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, με αίτηση που θα υποβάλει στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, το αργότερο τρεις μήνες προ της ημερομηνίας απολύσεως. Η απόλυση συντελείται την επομένη της συμπλήρωσης της 35ετούς πραγματικής υπηρεσίας ...". Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 16§1, και 24§§1 και 2 περ. α του καταστατικού ΤΑΠ - ΟΤΕ: "1. Δικαιούνται σύνταξης: Α) Ο ησφαλισμένος εάν μετά συμπλήρωσιν 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας ή μετά συμπλήρωσιν 30ετούς συνταξίμου υπηρεσίας εξ ης 25ετής πραγματική εν ασφαλίσει και ηλικίας 50 ετών, αποχωρήσει της Υπηρεσίας ..." (άρθρο 16§1), "1. Η συντάξιμος υπηρεσία εκάστου ησφαλισμένου διακρίνεται: α) Εις πραγματικήν συντάξιμoν υπηρεσίαν εν ασφαλίσει και β) Εις συντάξιμον υπηρεσίαν εξ αναγνωρίσεως (εξαγοράς). 2. Ως πραγματική συντάξιμος υπηρεσία εν ασφαλίσει υπολογίζεται: α) Ο χρόνος από της προσλήψεως του ησφαλισμένου εις την υπηρεσίαν ενός των εργοδοτών, εφόσον πράγματι κατεβλήθησαν αι εν τω παρόντι Καταστατικόν καθοριζόμεναι και αντιστοιχούσαι εις τον χρόνον υπέρ του Ταμείου εισφοραί αυτού και του εργοδότου." (άρθρο 24). Στη συνέχεια με τις παραγράφους 1, 2, 3, 5 περ. α. γγ. και β. γγ., 6 περ. γ και 12 του άρθρου 10 του ν. 1092/1990, ως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991, ρυθμίστηκε το συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων και ορίσθηκε ότι: "1. Στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι, για κύρια ή επικουρική σύνταξη, στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ' όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων. 2. Συντάξιμος χρόνος, με τη συμπλήρωση του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα για σύνταξη γήρατος, κύριας και επικουρικής, παραμένει ο προβλεπόμενος από τα καταστατικά του κάθε ταμείου. Όπου προβλέπεται θεμελίωση δικαιώματος με ασφάλιση άνω των είκοσι πέντε (25) ετών το δικαίωμα θεμελιώνεται και με τη συμπλήρωση της εικοσιπενταετίας. 3. Ο υπολογισμός και η απονομή της σύνταξης διέπονται από τις ισχύουσες κάθε φορά καταστατικές διατάξεις του κάθε ταμείου... 5. Τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των ασφαλισμένων των ειδικών ταμείων της παρ. 1 του άρθρου αυτού ορίζονται ως εξής, ανεξάρτητα αν από τα καταστατικά τους προβλέπεται συνταξιοδότηση με όριο ηλικίας ή χωρίς όριο ηλικίας, α. Για όσους έχουν υπαχθεί για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι την 31.12.1982 και συμπληρώνουν το συντάξιμο χρόνο μέχρι την 31.12.1997: ... γγ. Το πεντηκοστό πέμπτο (55ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο προκειμένου για τους άνδρες ... β. Για όσους έχουν υπαχθεί για πρώτη φορά στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι την 31.12.1982 και συμπληρώνουν το συντάξιμο χρόνο από 1.1.1998 και μετά: ... γγ. το εξηκοστό (60ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο, προκειμένου για τους άνδρες ..., 6. Οι περιορισμοί της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή: ... γ. Για: όσους απολύονται χωρίς δική τους υπαιτιότητα... 12. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται για όλους τους ασφαλισμένους των ειδικών ταμείων της παρ. 1, έστω και αν με τις προϊσχύουσες καταστατικές διατάξεις είχαν συμπληρώσει προϋποθέσεις για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος". Εξάλλου, από την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου "... καταργείται κάθε άλλη διάταξη της ισχύουσας κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας, ανεξάρτητα από τον τρόπο θέσπισής της, που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα, στα οποία αναφέρονται οι διατάξεις του νόμου αυτού" (άρθρο 43 παρ. 1). Κατόπιν, με το άρθρο 2 παρ. 3 εδ. α' του ν. 3029/2002, στις διατάξεις του οποίου υπάγονταν και οι ασφαλισμένοι στο ΤΑΠ -ΟΤΕ ορίσθηκε ότι: "... 3. Ασφαλισμένοι των ειδικών Ταμείων, που υπήχθησαν στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1982, θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με τη συμπλήρωση 35 ετών ασφάλισης, ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας ..." ενώ με την παρ. 8 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι "8. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν καταλαμβάνουν όσους έχουν θεμελιώσει ή θα θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, με βάση ευνοϊκότερες διατάξεις των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών, όπως ισχύουν μετά το Ν. 2084/1992, επιφυλασσομένων των διατάξεων του παρόντος που αφορούν τον υπολογισμό της σύνταξης.". Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται, ότι όσοι είχαν ασφαλισθεί στο ΤΑΠ - ΟΤΕ (του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι ήδη το IΚΑ - EΤAM), πριν την 31.12.1982 και συμπλήρωσαν συντάξιμη υπηρεσία 25 τουλάχιστον ετών μετά την 31.12.1997, δηλαδή από το έτος 1998 και εντεύθεν, θεμελιώνουν δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης είτε με τη συμπλήρωση 35 ετών υπηρεσίας (χωρίς όριο ηλικίας) είτε μετά τη συμπλήρωση 25 τουλάχιστον ετών συντάξιμης υπηρεσίας εφόσον έχουν συμπληρώσει το 60ο (και πλέον) έτος ηλικίας. Τα προαναφερόμενα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης δεν ισχύουν όμως στις περιπτώσεις όπου οι εργαζόμενοι που εμπίπτουν στις παραπάνω διατάξεις ".. .απολύονται χωρίς δική τους υπαιτιότητα ..." (§ 6 του άρθρου 10 του ν. 1092/1990), ευεργέτημα που συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν η απόλυση γίνεται για υπηρεσιακούς λόγους, λόγω βούλησης του εργοδότη, συμπλήρωσης του συντάξιμου χρόνου ή ορίου ηλικίας (πρβλ. Ολ.ΑΠ 30/2005). Εξάλλου στην §1 του άρθρου 1 του ν. 1358/1983 προβλέπεται ότι "1. Αναγνωρίζεται ως χρόνος ασφάλισης για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης που χορηγούν οι οργανισμοί κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, στα Σώματα Ασφαλείας, καθώς και στο Λιμενικό και στο Πυροσβεστικό Σώμα που υπηρέτησαν ως κληρωτοί ή έφεδροι οι ασφαλισμένοι των οργανισμών αυτών. Από το χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε με την ιδιότητα του μόνιμου ή εθελοντή ή ανακαταταγμένου δεν αναγνωρίζονται περισσότερα από τρία χρόνια. Κατ' εξαίρεση, ο χρόνος της στρατιωτικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου, υπολογίζεται και για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος, εφόσον ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας του και έχει πραγματοποιήσει 3.600 ημέρες εργασίας. Οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας που εξαιρούν από τον υπολογισμό για τη θεμελίωση του δικαιώματος το χρόνο της στρατιωτικής υπηρεσίας δεν εφαρμόζονται για τους ασφαλισμένους που αναγνωρίζουν το χρόνο αυτό σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου ή έχουν αναγνωρίσει το χρόνο αυτό με εξαγορά σύμφωνα με άλλες διατάξεις." ενώ, κατά το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, προβλέπεται ότι "Γενικές ή ειδικές διατάξεις ευνοϊκότερες από το νόμο αυτόν εξακολουθούν να ισχύουν μόνο για όσους είναι ασφαλισμένοι μέχρι τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφόσον αυτοί υποβάλουν σχετική αίτηση μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία μέχρι την 31.12.1985. Εξαιρούνται και διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2054/1952, όπως αυθεντικά ερμηνεύτηκε από το άρθρο 34 του Ν.Δ. 2961/1954". Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν είναι (κατά τον κανόνα) δυνατή η προσμέτρηση του χρόνου στράτευσης για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, λόγω γήρατος, πριν το 58ο έτος της ηλικίας. Η μη δυνατότητα αυτή δεν επηρεάζεται από το ότι ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας των υπαλλήλων του ΟΤΕ, που υπηρέτησαν αυτήν, ενόσω ήταν υπάλληλοι, θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, αφού οι παραπάνω διατάξεις του ΓΚΠ δεν τροποποίησαν τις διατάξεις του ασφαλιστικού δικαίου των ασφαλισμένων στο ΤΑΠ - ΟΤΕ. Εξάλλου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η δραστική μείωση του μόνιμου προσωπικού της ΟΤΕ ΑΕ, ορίσθηκε, με το άρθρο 74§§1, 2 και 3 του ν. 3371/2005,ότι: ... "1. Στο μόνιμο προσωπικό του Ο.Τ.Ε. που, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισxύοντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Τ.Ε., απολύεται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά μέχρι 31.12.2012 και συνταξιοδοτείται μέχρι την ίδια ημερομηνία από το Τ.Α.Π. -Ο.Τ.Ε, το οποίο επιθυμεί να υπαχθεί στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, αναγνωρίζεται τόσος πλασματικός χρόνος ασφάλισης όσος απαιτείται για το σκοπό θεμελίωσης δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης. Για τον υπολογισμό του αναγνωριζόμενου χρόνου το προσωπικό θεωρείται ως υπηρετούν μέχρι τη συμπλήρωση του προς απόλυση ορίου ηλικίας ή του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας που προβλέπονται από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού Ο.Τ.Ε. ή των προϋποθέσεων άμεσης λήψης σύνταξης κατά τις ισχύουσες διατάξεις. Ο αναγνωριζόμενος χρόνος εξικνείται μέχρι την επέλευση της πρώτης χρονικά εκ των ανωτέρω περιπτώσεων. 2. Το μόνιμο προσωπικό του Ο.Τ.Ε., που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και επιθυμεί να υπαχθεί σε αυτές πρέπει να υποβάλει έγγραφη αίτηση απόλυσης εντός προθεσμίας τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου. Η ανωτέρω αίτηση δεν ανακαλείται, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου. Η απόλυση συντελείται εντός προθεσμίας δώδεκα μηνών από τη λήξη της προαναφερόμενης προθεσμίας, 3. Η απόφαση αναγνώρισης και υπολογισμού του αναγνωριζόμενου χρόνου μέχρι τη συμπλήρωση του προς απόλυση ορίου ηλικίας ή του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας, που προβλέπονται από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ή των προϋποθέσεων άμεσης συνταξιοδότησης κατά τις ισχύουσες διατάξεις, εκδίδεται από το Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.. Ανάλογη απόφαση αναγνώρισης πλασματικού χρόνου ασφάλισης εκδίδεται από το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού Ο.Τ.Ε. για τους Κλάδους Επικουρικής Ασφάλισης και Αρωγής ... Ο κατά τα ανωτέρω αναγνωριζόμενος χρόνος ασφάλισης λογίζεται ως πραγματικός χρόνος κύριας και επικουρικής ασφάλισης (Κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης και Κλάδος Αρωγής) και συνυπολογίζεται για τη θεμελίωση δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης, καθώς και για τον υπολογισμό του ποσού της κύριας σύνταξης, της επικουρικής σύνταξης και της εφάπαξ χορηγίας. Οι αντιστοιχούσες εισφορές υπολογίζονται κατά περίπτωση με βάση τις τακτικές αποδοχές, όπως αυτές διαμορφώνονται κατά τον τελευταίο μήνα εξόδου του εργαζόμενου. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, μετά την αναγνώριση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης, η θεμελίωση του δικαιώματος άμεσης λήψης σύνταξης κατά πλάσμα δικαίου λογίζεται συντελούμενη την επομένη της απόλυσης, οι δε παροχές λόγω συνταξιοδότησης αρχίζουν έκτοτε να καταβάλλονται". Είναι σαφές ότι οι αμέσως παραπάνω διατάξεις τροποποίησαν, (για τους ασφαλισμένους που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής τους και υπέβαλαν σχετική αίτηση), τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης. Από αυτές συνάγεται ακόμη, ότι σκοπός του νόμου ήταν η αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης για το προσωπικό που δεν είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις άμεσης λήψης σύνταξης, ανεξάρτητα από το εάν είχε θεμελιώσει ή όχι συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Αυτό επιβεβαιώνεται από την τελευταία παράγραφο του ίδιου παραπάνω άρθρου σύμφωνα με την οποία "... 5. Σε περίπτωση που παρά την προσθήκη του αναγνωριζόμενου πλασματικού χρόνου, ο απολυθείς δεν θεμελιώνει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, η γενόμενη απόλυση ανακαλείται και ο απολυθείς επανέρχεται στην υπηρεσία από την οποία αποχώρησε, λόγω απολύσεως εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σε αυτόν του σχετικού εγγράφου. Ο χρόνος που ο κατά τα ανωτέρω απολυθείς παραμείνει εκτός υπηρεσίας δεν είναι χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.". Επομένως στις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005 δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν όσοι είχαν ήδη θεμελιώσει αξίωση άμεσης λήψης της σύνταξης και όσοι, ούτε θεμελίωναν συνταξιοδοτικό δικαίωμα ούτε δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης, έως το έτος 2012. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εθελουσία αποχώρηση προϋποθέτει καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη, η οποία αποβλέποντας στην εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών και λειτουργικών αναγκών του εργοδότη, αποτελεί γεγονός που λαμβάνει χώρα "χωρίς υπαιτιότητα" του αποχωρούντος προσωπικού. Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της ΟΤΕ ΑΕ, θα αρκούσε αφ' εαυτής για τη θεμελίωση άμεσου δικαιώματος λήψης σύνταξης σε όλες τις περιπτώσεις όπου οι αποχωρούντες είχαν θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης (25ετία ή τον τυχόν, μικρότερο προβλεπόμενο χρόνο για ειδικές κατηγορίες αναπήρων, μητέρων ανήλικων τέκνων κ.λπ.), πλην όμως δεν είχαν συμπληρώσει την αναγκαία ηλικία συνταξιοδότησης (μέχρι την οποία αναστέλλεται κατά τις κείμενες διατάξεις η καταβολή της σύνταξης). Για αυτούς, επομένως, δεν θα απαιτούνταν η αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης και έτσι οι εν λόγω αποχωρούντες θα εξαιρούνταν από την εφαρμογή του άρθρου 74§1 του ΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου προϋποθέτει ότι είναι αναγκαία η αναγνώριση πλασματικού χρόνου για την πλήρωση των προϋποθέσεων "άμεσης λήψης σύνταξης". Παράλληλα η εν λόγω διάταξη, λόγω του εξαιρετικού της χαρακτήρα, δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί ούτε ανάλογα. Επομένως, η χρήση του όρου "άμεση λήψη σύνταξης" αντί "θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος", δεν ήταν τυχαία αλλά πρέπει να συσχετισθεί με την αμέσως παραπάνω περίπτωση να έχουν συμπληρωθεί μεν τα αναγκαία συντάξιμα έτη όχι όμως και το αναγκαίο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης. Να σημειωθεί, ότι εφόσον η καταγγελία της σύμβασης ήταν ανυπαίτια δεν θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης για κανένα από τους απολυόμενους υπαλλήλους. Αυτό θα καθιστούσε εντελώς περιττή τη θέσπιση ως ορίου αναγνώρισης πλασματικού χρόνου "του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας που προβλέπεται από το ΓΚΠ" (35 έτη κατά κανόνα), αφού τα 35 έτη υπηρεσίας θα περιλαμβάνουν 25 τουλάχιστον έτη πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας. Επομένως η θεμελίωση δικαιώματος "άμεσης λήψη σύνταξης" έχει ως σκοπό όχι (μόνο) τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αλλά κυρίως τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πραγματικής καταβολής της. Τέλος, στις διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, από τις οποίες συνάγεται ότι η καταγγελία της υπαλληλικής εργασιακής σχέσεως είναι άκυρη, εάν ο εργοδότης, δεν καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, εμπίπτει όχι μόνο η νόμιμη αποζημίωση αλλά και η πρόσθετη αποζημίωση, η οποία ορίζεται κατόπιν επιτρεπτής, συμφωνίας μεταξύ εργοδότου και μισθωτού.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα, πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, Α. Κ., Α. Λ., Ν. Μ., Γ. Μ., Ν. Μ., Κ. Μ. και Μ. Κ., προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία τηλεπικοινωνιών, στις 18.4.1973, 25.8.1973, 30.8.1973, 1.6.1973, 30.8.1973, 9.10.1973 και 18.4.1973, αντίστοιχα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εντάχθηκαν στο μόνιμο προσωπικό της, υπηρέτησαν δε τη στρατιωτική τους θητεία, μετά την πρόσληψή τους στην εναγομένη. Ειδικότερα οι Α. Κ., Α. Λ., Ν. Μ., Γ. Μ., Ν. Μ., Κ. Μ. και Μ. Κ. υπηρέτησαν τη στρατιωτική τους θητεία από 1.5.1973 έως 1.11.1975, από 26.7.1977 έως 26.7.1980, από 11.4.1980 έως 21.2.1982, από 10.8.1973 έως 10.12.1975, από 24.1.1974 έως 24.5.1976, από 26.3.1975 έως 5.8.1977 και από 25.10.1973 έως 27.2.1976 αντίστοιχα. Όλοι συμπλήρωναν 35 έτη εργασίας, δηλαδή το όριο της αυτοδίκαιης απόλυσής τους κατά τον ΓKΠ - OTΕ, σε αντίστοιχες της πρόσληψής τους ημερομηνίες εντός του έτους 2008. Παράλληλα, αφαιρουμένου του χρόνου της στρατιωτικής τους υπηρεσίας που δεν προσμετράται για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, διότι αφενός δεν προέβησαν σε αναγνώριση και εξαγορά αυτής και αφετέρου δεν είχαν συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας τους, θα συμπλήρωναν 25 έτη πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας μετά την 1.1.1998, ως εξής: Ο Α. Κ. το έτος 2000 (πρόσληψη 18.4.1973, στρατιωτική θητεία 2 ετών και 6 μηνών), ο Α. Λ. το έτος 2001 (πρόσληψη 25.8.1973, στρατιωτική θητεία 3 ετών), ο Ν. Μ. το έτος 2001 (πρόσληψη 30.8.1973, στρατιωτική θητεία 1 έτους 7 μηνών και 20 ημερών), ο Γ. Μ. το έτος 2000 (πρόσληψη 26.5.1973, στρατιωτική θητεία 2 ετών και 4 μηνών), ο Ν. Μ. το έτος 2000 (πρόσληψη 30.8.1973, στρατιωτική θητεία 2 ετών και 4 μηνών), ο Κ. Μ. το έτος 2001 (πρόσληψη 9.10.1973, στρατιωτική θητεία 2 ετών 4 μηνών και 9 ημερών) και ο Μ. Κ. το έτος 2000 (πρόσληψη στις 18.4.1973, στρατιωτική θητεία 2 ετών τεσσάρων μηνών και 2 ημερών). Οι ίδιοι πιο πάνω υπάλληλοι δεν είχαν συμπληρώσει, έως 14.7.2005 (ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 74 του ν. 3371/2005 - άρθρο 76 του ν. 3371/2005) το 60ο και πλέον έτος της ηλικίας τους (που προσαυξάνεται κατά 0,5 έτη για κάθε χρόνο από 1.1.1998 και εντεύθεν). Επομένως, δεν είχαν θεμελιώσει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης και έτσι ενέπιπταν στις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3371/2005. Η ΟΤΕ ΑΕ, προκειμένου να παράσχει επιπλέον κίνητρο αποχώρησης του προσωπικού της, κατάρτισε με την ΟΜΕ - ΟΤΕ την, από 20.7.2005, ΕΣΣΕ, σύμφωνα με τον όρο 1 της οποίας στις διατάξεις της ενέπιπτε το προσωπικό που είχε υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 74§1 του ν. 3371/2005. Για το προσωπικό αυτό ετύγχανε εφαρμογής o όρος 3 της ΕΣΣΕ κατά τον οποίο "3. Στο απολυόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας, προσωπικό που δεν εμπίπτει στην ανωτέρω παράγραφο 2 καταβάλλεται αποζημίωση, ως εξής: α. Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης εντός του έτους 2005 και απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός του ίδιου έτους ποσό 4.500 ευρώ, β. Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης εντός του έτους 2006 ποσό 12.000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός του έτους 2006, ποσό 20.000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός του έτους 2007, ποσό 30.000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός των ετών 2008 έως 2012, γ. Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης εντός του έτους 2007 ποσό 18.000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός του έτους 2007, ποσό 20.000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός του έτους 2008, ποσό 30,000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός των ετών 2009 έως 2012, δ. Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης εντός του έτους 2008, ποσό 15.000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός του έτους 2008, ποσό 20.000 ευρώ, εφόσον απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός των ετών 2009 έως 2012, ε. Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης εντός των ετών 2009 έως και 2012 και απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά, εντός των ετών αυτών, ποσό 5.000 ευρώ". Για το λόγο αυτό οι ενάγοντες υπέβαλαν αιτήσεις για την υπαγωγή τους στις διατάξεις του ν. 3371/2005, προς αναγνώριση πλασματικού χρόνου ασφάλισης, όπως εξάλλου υπέβαλαν αιτήσεις υπαγωγής και στην από 20.7.2005 ΕΣΣΕ. Στη συνέχεια η εναγομένη προέβη σε απόλυσή των στις 16.6.2006, 29.9.2006, 1.6.2006, 16.6.2006, 4.10.2006, 15.6.2009 και 1.6.2006. Ακολούθως το ασφαλιστικό τους ταμείο (ΤΑΠ - ΟΤΕ) εξέδωσε πράξεις με τις οποίες αναγνώρισε πλασματικό χρόνο έως 25.5.2009, 20.9.2010, 2.3.2009, 15.4.2009, 2.2.2010, 5.3.2010 και 12.3.2009, αντίστοιχα. Οι ενάγοντες δεν θεμελίωναν δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης (με την έννοια της §1 του άρθρου 74 του ν. 3371/2005), πριν από τις παραπάνω ημερομηνίες, δηλαδή είτε με τη συμπλήρωση της 35ετούς πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας είτε με τη συμπλήρωση 25ετούς συντάξιμης με παράλληλη συμπλήρωση και του ορίου της ηλικίας συνταξιοδότησης των 60 ετών (προσαυξανόμενου κατά τα προαναφερόμενα). Σύμφωνα με τα παραπάνω, για το προσωπικό της εναγομένης ετύγχανε εφαρμογής ο όρος 3 της ΕΣΣΕ κατά τον οποίο "καταβάλλεται αποζημίωση ... Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα για άμεση λήψη σύνταξης εντός των ετών 2009 έως και 2012 και απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά εντός των ετών αυτών, ποσό 5.000 ευρώ". Όμως ουδείς των εναγόντων δικαιούνταν πρόσθετης αποζημίωσης κατά τις διατάξεις της οικείας ΕΣΣΕ, αφού αυτοί στο σύνολό τους, συμπλήρωναν 35 έτη υπηρεσίας το έτος 2008 και αποκτούσαν δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης μεταγενέστερα (τα έτη 2009 και 2010). Εφόσον, όμως, οι παραπάνω ενάγοντες έλαβαν τα αναλογούντα σε αυτούς ποσά, θα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή. Έτσι, όπως έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 7-7-2010, αίτηση των αναιρεσειόντων, για την αναίρεση της 306/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ