Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 532 / 2015    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Παραγραφής έναρξη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Χρόνος τέλεσης πράξης, Εισαγγελέας Εφετών, Υπεξαίρεση, Πολιτική αγωγή, Ακροάσεως έλλειψη, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Έφεση.




Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για υπεξαίρεση δικηγόρου, ο οποίος εισέπραξε, για λογαριασμό των εντολέων του, από ασφαλιστική εταιρία χρηματικό ποσό και δεν τους το απέδωσε, αλλά το ιδιοποιήθηκε. Στοιχεία εγκλήματος. Χρόνος τελέσεως είναι εκείνος, κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε, με συγκεκριμένη ενέργεια, την πρόθεσή του να ενσωματώσει το κινητό πράγμα στην περιουσία του. Όχι έλλειψη νόμιμης βάσεως. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί παραγραφής. Την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα επί αιτήματος που υποβλήθηκε και απορρίφθηκε δεν νομιμοποιείται να προτείνει ο κατηγορούμενος. Ένσταση περί αποβολής πολιτικής αγωγής συνεπεία παραγραφής αστικών αξιώσεων, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και απορρίφθηκε, μπορεί να ερευνηθεί από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μόνο εφόσον έχει προταθεί με λόγο εφέσεως. Όχι απόλυτη ακυρότητα από την απόρριψη τέτοιας ενστάσεως που δεν είχε προταθεί με λόγο εφέσεως. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων.




Αριθμός 532/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Απριλίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Θεοφανίας Κοντοθανάση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Τ. του Π., κατοίκου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σούφη, για αναίρεση της υπ'αριθ.38/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Μ. χήρα Α. Κ., κάτοικο ... και 2)Α. Σ. του Δ., κάτοικο ... και 3)Κ. Σ. του Δ., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως μετά των από 24 Νοεμβρίου 2014 προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 336/2014.
Αφού άκουσε Τον αναιρεσείοντα καθώς και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 περ. α του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως της υπεξαιρέσεως, απαιτείται: (α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι, ολικά ή μερικά, ξένο, υπό την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, (β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, (γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του ή χωρίς να υφίσταται άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 719 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα ο,τιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά για την εκτέλεση της εντολής, γι' αυτό σε περίπτωση μη αποδόσεως αυτών στον εντολέα και παράνομης ιδιοποιήσεως όσων απέκτησε για την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει υπεξαίρεση. Υποκειμενικά, προς θεμελίωση της ποινικά αξιόποινης αυτής πράξεως, απαιτείται δόλος του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ' άρθρ. 719 ΑΚ. Υπό την έννοια αυτή, ο δικηγόρος, ο οποίος, ως εντολοδόχος, εισπράττει κατ` εντολή και για λογαριασμό του εντολέα του από ασφαλιστική εταιρία χρηματικό ποσό και δεν του το αποδίδει, αλλά το ιδιοποιείται, διαπράττει υπεξαίρεση. Τέλος, ως χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως, από τον οποίο αρχίζει η παραγραφή της πράξεως, θεωρείται, κατά το άρθρο 17 του ΠΚ, εκείνος, κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του με συγκεκριμένη ενέργεια να ενσωματώσει το κινητό πράγμα στην περιουσία του.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί παραγραφής της πράξεως, αφού η παραδοχή του άγει στην οριστική παύση της ποινικής διώξεως. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 38/2014 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα δικηγόρο υπεξαιρέσεως σε βάρος των Α. Ν. και Μ. Ν. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Στις 29-1-2001 απεβίωσε συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, που έλαβε χώρα στην Ε.Ο Αθηνών - Πατρών ο πεζή διερχόμενος αδελφός των μηνυτριών Α. Ν., παρασυρθείς από το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτ/το, οδηγούμενο από τον Π. Ν. Κ.. Οι αρχικές μηνύτριες Α. συζ. Δ. Σ. θυγ. Κ. Ν. και Μ. χήρα Α. Κ. το γένος Κ. Ν., ως αδελφές του θανόντος, αφού επιμελήθηκαν της κηδείας του, δεδομένου ότι στερείτο συζύγου και τέκνων, ήλθαν σε επαφή με τον κατ/νο, που υπηρετεί ως δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο Κορίνθου και έδωσαν σ' αυτόν την εντολή, (του ανέθεσαν), όπως προβεί στις αναγκαίες ενέργειες αφενός μεν για την ποινική καταδίωξη και καταδίκη του ως άνω οδηγού του ζημιογόνου αυτ/του, αφετέρου δε όπως διεκδικήσει ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων τις αστικές αξιώσεις τους (χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης κλπ). Ο ως άνω οδηγός παραπεμφθείς στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Κορίνθου αθωώθηκε. Εν τούτοις, κατόπιν ασκηθείσης από τον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου εφέσεως καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία εξ αμελείας από το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Ναυπλίου. Για τις εν λόγω δικηγορικές του υπηρεσίες ο κατ/νος δικηγόρος έλαβε από τις εντολείς του με επί μέρους εμβάσματα και καταβολές το συνολικό ποσό των 6.200 Ευρώ. Κατά μήνα Μάρτιο 2006 και ενώ ανέμεναν να συντάξει και καταθέσει αγωγή αποζημιώσεως στα αστικά δικαστήρια, τους ειδοποίησε ότι έχει έλθει σε επαφή με την ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο ΙΧΕ αυτ/το με την επωνυμία *ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ* και η εταιρεία προτίθετο συμβιβαστικά να καταβάλλει σ' αυτές το ποσό των 30.000 Ευρώ. Τους ζήτησε δε, εφόσον συμφωνούν να του αποστείλουν συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, με τα οποία θα παρείχαν σ' αυτόν την εντολή και πληρεξουσιότητα να λάβει συμβιβαστικά το ποσό αυτό. Ωστόσο τους επέστησε την προσοχή ότι στα πληρεξούσια αυτά, θα ανέγραφαν ότι το ελάχιστο ποσό που θα μπορούσε να εισπράξει κατ' εντολή και για λογαριασμό τους να ήταν 18.000 Ευρώ. Στην εύλογη ερώτησή τους, γιατί να γράψουν το ποσό αυτό και όχι το ποσό των 30.000 Ευρώ, με το οποίο συμβιβάστηκαν, απάντησε ότι τα πληρεξούσια αυτά αφορούν την πρώτη δόση της ασφαλιστικής εταιρείας. Πράγματι οι μηνύτριες μετέβησαν σε συμβολαιογράφο και υπέγραψαν τα αιτηθέντα πληρεξούσια (...), με τα οποία του παρείχαν την εντολή και πληρεξουσιότητα να εισπράξει κατ' εντολή και για λογαριασμό τους το ως άνω συμβιβαστικά καθορισθέν ποσό. Ο κατ/νος εντολοδόχος δικηγόρος, όχι μόνο δεν ενημέρωσε τις εντολείς μηνύτριες για την εξέλιξη, όπως είχε υποχρέωση, αλλά ουσιαστικά *εξαφανίστηκε*, αφού δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματά τους, όταν δε κάποια στιγμή μπόρεσαν να τον βρουν στο τηλέφωνο προφασίστηκε άλλοτε ασθένεια, άλλοτε επαγγελματικό φόρτο κλπ και αρνήθηκε ότι έχει εισπράξει την αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρεία. Το Ιούλιο 2006 και αφού κατά το προηγηθέν χρονικό διάστημα ηρνείτο κατά τον ίδιο τρόπο να απαντήσει στις συνεχείς τηλεφωνικές κλήσεις τους, όταν τον *απείλησαν* ότι θα προσφύγουν οι ίδιες στην ασφαλιστική εταιρεία για να ενημερωθούν, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι έχει εισπράξει ολόκληρο το κατόπιν συμβιβασμού ορισθέν ποσό των 30.000 Ευρώ, υποσχέθηκε δε ότι θα τους καταβάλλει κατ' ισομοιρία σύντομα, πλην όμως με διάφορες δικαιολογίες μετέθετε την ημερομηνία καταβολής. Μετά από επίμονες οχλήσεις τους αναγκάστηκε στις 4-9-2006 να συναντηθεί μαζί τους στο Λουτράκι Κορινθίας παρουσία του γιού της πρώτης Κ. Σ. και του γαμβρού της δεύτερης Π. Δ.. Εκεί τους είπε ότι την ημέρα εκείνη δεν έχει χρήματα για να τους αποδώσει το ληφθέν από την ασφαλιστική εταιρεία ποσό των 30.000 Ευρώ, γι` αυτό προσεφέρθη να αποδεχθεί αντίστοιχες συναλλαγματικές εκδόσεώς τους, με σύντομη ημερομηνία λήξεως. Μπροστά στην αιφνίδια αυτή κατάσταση οι μηνύτριες αναγκάστηκαν να δεχθούν και έκαστη εξ αυτών παρέλαβε μία συναλλαγματική ποσού 15.000 Ευρώ λήξεως την 13-9-2006, την οποία αμέσως απεδέχθη ο κατ/νος υπογράφοντας παρουσία τους. Ωστόσο οι ως άνω συναλλαγματικές, αν και εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα δεν πληρώθηκαν. Την ίδια τύχη είχαν και οι με βάση τις εν λόγω συναλλαγματικές εκδοθείσες διαταγές πληρωμής, αφού δεν βρέθηκε περιουσία για υλοποίηση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Από τα περιστατικά που προεκτέθηκαν, με σαφήνεια προκύπτει ότι ο κατ/νος, όντας εντολοδόχος και έχοντας ως εκ τούτου υποχρέωση να αποδώσει στους μηνύτριες εντολείς του οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής και εν προκειμένω το ποσό των 30.000 Ευρώ που είχε περιέλθει στην κατοχή του από την εκτέλεση της εντολής και επομένως δεν είχε την κυριότητά του, εν τούτοις ιδιοποιήθηκε το εν λόγω κινητό πράγμα (χρηματικό ποσό) παράνομα, χωρίς δηλαδή τη συναίνεση των ιδιοκτητριών μηνυτριών - εντολέων του και χωρίς να έχει το προς τούτο δικαίωμα.. Ο εντολοδόχος κατ/νος ενήργησε με δόλο, που εκδηλώθηκε την 13-9-2006, όταν εξωτερίκευσε την θέλησή του να μην αποδώσει στις μηνύτριες εντολείς του το ληφθέν για λογαριασμό τους από την ασφαλιστική εταιρεία χρηματικό ποσό των 30.000 Ευρώ και να το ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο στη δική του περιουσία. Επομένως ο περί παραγραφής του αξιοποίνου της εν λόγω πράξεως ισχυρισμός του κατ/νου είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από τις 13-9-2006 που τέλεσε την πράξη και μέχρι τις 3-5-2011 που επιδόθηκε σ' αυτόν το κλητήριο θέσπισμα (...), δεν παρήλθε χρονικό διάστημα και έκτοτε καθ' ον χρόνο διαρκεί η αναστολή της κύριας διαδικασίας (άρθρα 111 και 113 ΠΚ) δεν παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της τριετίας και συνολικά 8ετίας από τις 13-9-2006. Ο κατ/νος, κατά τη διάρκεια της δικαστικής διενέξεως δεν τήρησε μία σταθερή θέση απέναντι στην κατηγορία, ισχυριζόμενος, άλλοτε μεν ότι, μετά την αθώωση του κατ/νου οδηγού από το τριμελές πλημ/κείο Κορίνθου, οι μηνύτριες απογοητεύτηκαν και του δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν την συνέχεια της δικαστικής διενέξεως, αν δε επιθυμεί ο ίδιος να την συνεχίσει, ας το πράξει με δικές του δαπάνες και ό,τι *κερδίσει*, του ανήκει και επομένως ουδεμία υποχρέωση είχε να τους αποδώσει το ληφθέν από την ασφαλιστική εταιρεία ποσό, άλλοτε ότι οι αμοιβή τους για τις δικηγορικές υπηρεσίες του ξεπερνά το ποσό των 30.000 Ευρώ, άλλοτε ότι δεν έλαβε 30.000 Ευρώ, αλλά μόνο 18.000 Ευρώ και άλλοτε ότι τους επέστρεψε ένα μέρος από αυτό το ποσό, χωρίς να προσκομίζει κάποια απόδειξη. Μάλιστα προσκόμισε την από 15-1-2013 βεβαίωση της ασφαλιστικής εταιρείας *ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.*, σύμφωνα με την οποία ο κατ/νος, κατόπιν συμβιβασμού έλαβε το ποσό των 18.000 Ευρώ. Στην εύλογη ερώτηση γιατί στις 4-9-2006 αποδέχτηκε τις δύο συναλλαγματικές ποσού 15.000 Ευρώ εκάστη, αφού κατά τους ισχυρισμούς του ουδεμία υποχρέωση απόδοσης είχε και πάντως δεν είχε υποχρέωση απόδοσης ποσού 30.000 Ευρώ, αλλά 18,000 Ευρώ, απάντησε ότι εκβιάστηκε από τις ηλικιωμένες (διαμένουσες στην Αθήνα και στην Ορεστιάδα) μηνύτριες και υπέκυψε στον εκβιασμό τους, εκδοχή που εξ ουδενός στοιχείου προέκυψε. Εξάλλου η εν λόγω βεβαίωση εκδοθείσα επτά σχεδόν έτη μετά την καταβολή του εν λόγω ποσού δεν αξιολογείται ως αξιόπιστη και. θεωρείται ότι συνετάγη για τις ανάγκες αυτής της δίκης. Είναι λοιπόν προφανές ότι ο κατ/νος εντολοδόχος, αν και γνώριζε ότι το ως άνω χρηματικό ποσό δεν του ανήκε αλλά όφειλε να το αποδώσει στις μηνύτριες ισομερώς, εν τούτοις με πρόθεση το ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία του αρνούμενος παρά τις οχλήσεις τους να τους το αποδώσει. Ακόμη και κατά την απολογία του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ακολούθησε την ίδια καταχρηστική και παρελκυστική συμπεριφορά, διατυπώνοντας νέο αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις και συγκεκριμένα προκειμένου *να κληθεί ο υπεύθυνος της διεύθυνσης της ασφαλιστικής εταιρείας για να καταθέσει αν έγινε δοσοληψία*. Το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο, προεχόντως μεν ως διατυπούμενο ασαφώς και αορίστως, σε κάθε δε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμο για τους ίδιους ακριβώς λόγους που προαναφέρθηκαν σε προηγούμενη σκέψη της παρούσης για την απόρριψη ομοίου αιτήματος αναβολής. Πρέπει ως εκ τούτου να κηρυχθεί ένοχος ο κατ/νος για την πράξη της υπεξαίρεσης που του αποδόθηκε".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 περ. α του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Αιτιολογημένα δε απέρριψε και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής της πράξεως. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Δικαστήριο σαφώς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του και ερμηνεύοντας ορθώς το άρθρο 17 του ΠΚ, ότι χρόνος τελέσεως της πράξεως της υπεξαιρέσεως ήταν όχι αυτός, κατά τον οποίο υπογράφηκαν τα πληρεξούσια (14.3.2006), αλλά εκείνος, κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος εξωτερίκευσε τη θέλησή του να μη αποδώσει στις παθούσες το ποσό των 30.000 ευρώ, ήτοι εκείνος, κατά τον οποίο αποδέχθηκε αυτός τις συναλλαγματικές (13.9.2006), από τον οποίο μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος (3.5.2011) δεν παρήλθε πενταετία. Ακολούθως, με την ορθή αυτή αιτιολογία, απέρριψε τον ισχυρισμό περί παραγραφής της πράξεως, δεδομένου ότι, μέχρι την ημέρα της εκδικάσεως της υποθέσεως ενώπιόν του (6.2.2014), δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία. β) Αιτιολογείται ειδικώς, καίτοι δεν ήταν τούτο αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, γιατί δεν αξιολογείται ως αξιόπιστη η από 15.1.2013 βεβαίωση της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, την οποία προσκόμισε ο κατηγορούμενος. γ) Ως εκ περισσού απορρίφθηκε, αιτιολογημένα, και ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος αποδέχθηκε συναλλαγματικές για 30.000 ευρώ γιατί εκβιάστηκε από τις παθούσες. δ) Το Πενταμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί ενώπιόν του, δηλαδή και τα έγγραφα που είχε προσκομίσει ο κατηγορούμενος. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και πρώτος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των, παραδεκτώς ασκηθέντων (ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως), προσθέτων λόγων, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα (την 24.11.2014) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως τόσο επί της ουσίας της κατηγορίας όσο και επί της απορρίψεως του αυτοτελούς ισχυρισμού περί παραγραφής, είναι αβάσιμοι. Οι, εμπεριεχόμενες στους ανωτέρω λόγους, αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων, αποδείξεων ασφαλιστικής εταιρίας, από 15.1.2013 βεβαιώσεως Περιφερειακού Διευθυντή Πελοποννήσου της ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΝΩΣΕΩΣ Α.Ε., από 21.7.2006 αποδείξεως καταθέσεως της ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ) είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Από τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, κατά την οποία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τούς το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, που ορίζει ότι ακυρότητα λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την ΕΣΔΑ και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος υπέβαλε, κατά την αγόρευσή του, το αίτημα να αναβληθεί η υπόθεση για να κληθεί ο υπεύθυνος της διευθύνσεως της ασφαλιστικής εταιρίας για να καταθέσει αν έγινε δοσοληψία. Το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε, κατά τα ανωτέρω, το αίτημα αυτό, χωρίς, όμως, επ` αυτού να προτείνει ο Εισαγγελέας της Έδρας. Πλην, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, την έλλειψη αυτή δεν νομιμοποιείται να προτείνει ο κατηγορούμενος και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα επί του ως άνω αιτήματος, είναι απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠοινΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠοινΔ. Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές αφορούν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. ε' του ΚΠοινΔ, κατά την οποία σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, το κεφάλαιο της αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις εξετάζεται από το εφετείο και εάν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο, κρίνεται δε η πολιτική αγωγή στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέτοια πλημμέλεια είναι και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ, όταν ο κατηγορούμενος δεν πρότεινε ένσταση παραγραφής, αφού η εκ του λόγου τούτου απόσβεση της σχετικής αξιώσεως λαμβάνεται υπόψη και από το ποινικό δικαστήριο κατόπιν προβολής της σχετικής ενστάσεως και όχι αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Τούτο δε διότι το ποινικό δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, κατά το κεφάλαιο όμως της αποφάσεως με το οποίο επιλαμβάνεται της πολιτικής αγωγής και επιδικάζει αυτήν, ενεργεί ως πολιτικό δικαστήριο και δεν έχει εξουσία αυτεπάγγελτης ενεργείας, αλλά ενεργεί κατ' ένσταση του υπόχρεου. Εφόσον, όμως, η ένσταση της παραγραφής διατυπώνεται από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επ' αυτής, αφού η τυχόν βασιμότητά της συνεπάγεται την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της πολιτικής αγωγής και, συνακόλουθα, τη μη δυνατότητα του πολιτικώς ενάγοντος να παρασταθεί στο ποινικό δικαστήριο, προς ικανοποίηση αξιώσεών του. Η ένσταση αυτή, εφόσον κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρωτόδικο δικαστήριο έχει υποκύψει σε παραγραφή η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος, κατά το αστικό δίκαιο (937 ΑΚ), πρέπει να προβάλλεται κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν μπορεί να προβληθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή, στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως που ασκήθηκε, από τον κατηγορούμενο, εφόσον δεν προβλήθηκε με λόγο της εφέσεως αυτού, αφού, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου εμφανίσθηκε, κατά τη δικάσιμο της 20.3.2012, για την οποία είχε αναβληθεί η συζήτηση, κατ` άρθρο 349 ΚΠοινΔ, από τη δικάσιμο της 28.11.2011, ο δικηγόρος Πειραιά Χ. Π. και δήλωσε ότι εκπροσωπεί τη Μ. χήρα Α. Κ., θυγ. Κ. Ν. και τους Δ. Σ. του Κ. και Α. θυγ. Δ. Σ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της Α. συζ. Δ. Σ., θυγ. Κ. Ν., οι οποίοι δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγουσες κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την ένδικη πράξη για το ποσό των 44 ευρώ με επιφύλαξη διεκδικήσεως μεγαλύτερου ποσού ενώπιον των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων. Ακολούθως, η συζήτηση αναβλήθηκε και πάλι, κατ` άρθρο 349 ΚΠοινΔ, για τη δικάσιμο της 16.10.2012. Κατά την τελευταία δικάσιμο, δηλώθηκε και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής, πλην ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων προέβαλε, δια του συνηγόρου του, εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς, ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, για το λόγο, μεταξύ άλλων, ότι η αξίωση των πολιτικώς εναγόντων έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ, γιατί οι (αρχικές) δύο μηνύτριες, κατά την υποβολή της από 31.10.2007 μηνύσεώς τους, δήλωσαν μεν παράσταση πολιτικής αγωγής, χωρίς, όμως, να αναφέρουν ποσό, οπότε η αγωγή τους ήταν αόριστη. Και ναι μεν το ποσό συμπληρώθηκε κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πλην αυτό έγινε μετά την πάροδο πενταετίας από την τέλεση της ένδικης πράξεως (13.9.2006), ήτοι κατά τη δικάσιμο της 20.3.2012. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την 939/16.10.2012 απόφασή του, ανέβαλε τη συζήτηση και διέταξε, κατ` άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠοινΔ, την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου για τη δικάσιμο της 22.1.2013. Κατά τη δικάσιμο εκείνη, επαναλήφθηκε και πάλι η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής και αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο της 9.4.2013 για να προσέλθει απολιπόμενος μάρτυρας. Όμως, και πάλι αναβλήθηκε, κατ` άρθρο 349 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση για τη δικάσιμο της 28.5.2013, κατά την οποία εκδόθηκε η πρωτόδικη καταδικαστική 568, 569/2013 απόφαση. Κατά την τελευταία δικάσιμο, επαναλήφθηκε η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής, καθώς και η ένσταση αποβολής της (που, όπως αναφέρθηκε, είχε προταθεί το πρώτον κατά τη δικάσιμο της 16.10.2012). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 568/2013 (παρεμπίπτουσα) απόφασή του και με την αιτιολογία που εκτίθεται σ` αυτή (η οποία δεν αναφέρεται καθόλου στο ζήτημα της παραγραφής των πολιτικών αξιώσεων των πολιτικώς εναγόντων), απέρριψε την ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής. Κατά της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος άσκησε την υπ` αριθ. εκθ. 158/28.5.2013 έφεση, με την οποία επικαλέστηκε μόνο εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων και δεν περιέλαβε σ` αυτήν λόγο για την απόρριψη της ενστάσεώς του για αποβολή της πολιτικής αγωγής συνεπεία παραγραφής των αστικών αξιώσεων. Επανέφερε δε την ένσταση αυτή με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως, το οποίο, όμως, δεν μπορούσε να ερευνηθεί, γιατί ήταν απαράδεκτο και, ως τέτοιο, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Στο δε ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όπου έγινε και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής μόνο για τη Μ. χήρα Α. Κ. (χωρίς να γίνει παραίτηση ως προς τους λοιπούς που είχαν παραστεί πρωτοδίκως) ζήτησε, μόνο προφορικά και εντελώς αορίστως, κατά την αγόρευσή του, την αποβολή της πολιτικής αγωγής, γιατί είχε παρέλθει πενταετία. Το Πενταμελές, λοιπόν, Εφετείο δεν είχε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ούτε υποχρέωση ούτε δικαίωμα να επιληφθεί της ενστάσεως αυτής, η οποία δεν είχε έλθει ενώπιόν του με λόγο εφέσεως και, επομένως, απαραδέκτως προβλήθηκε ενώπιόν του. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, την απέρριψε με την αιτιολογία, συνοπτικά, ότι η παραγραφή διακόπηκε με την δήλωση παραστάσεως κατά την υποβολή της μηνύσεως, και δεν συμπληρώθηκε πενταετία, λόγω νέων διακοπών με την επανάληψη της δηλώσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως της ορθότητας ή όχι της ως άνω αιτιολογίας, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, όπως αυτός συμπληρώνεται με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από την παρά το νόμο παράσταση της πολιτικής αγωγής, γιατί η σχετική αξίωση έχει παραγραφεί, είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση μετά των προσθέτων αυτής λόγων και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13 Μαρτίου 2014 (με αριθ. πρωτ. 1875/2014) αίτηση του Ν. Τ. του Π. μετά των από 24 Νοεμβρίου 2014 προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της 38/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ