Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 811 / 2013    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλαστογραφία, Πολιτική αγωγή.




Περίληψη:
Καταχραστές Δημοσίου. Κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, με ζημία και αντίστοιχο όφελος άνω των 150.000 € εις βάρος Τραπεζών και ΝΠΔΔ. Κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, με ζημία και αντίστοιχο όφελος άνω των 150.000 € εις βάρος Τραπεζών και ΝΠΔΔ. Τέλεση των ως άνω πράξεων με την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 της επί μακρό χρόνο τέλεσης τους. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Κατάρτιση και χρήση πλαστών τιμολογίων από νόμιμο εκπρόσωπο εταιρείας, με τα οποία εμφάνιζε ότι η παραπάνω εταιρεία είχε πωλήσει εργαστηριακό υλικό (αντιδραστήρια) σε νοσοκομείο. Τα τιμολόγια αυτά στη συνέχεια τα προσκόμιζε σε τράπεζες, με τις οποίες είχε συνάψει σχετικές συμβάσεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, και παραπλανώντας του υπαλλήλους ότι ήταν γνήσια, τα ενεχυρίαζε και εισέπραττε την αξία τους, την οποία οι τράπεζες στη συνέχεια θα απαιτούσαν από το Νοσοκομείο. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι: Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Πολιτική αγωγή. Νόμιμα παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγον το νοσοκομείο, αφού νομιμοποιείται ενεργητικά εφόσον από τις ενέργειες του κατηγορουμένου απειλήθηκε ζημία σε βάρος του, υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 ευρώ. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Αναιτιολόγητη απόρριψη ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων πρότερου έντιμου βίου και ειλικρινούς μεταμέλειας. Απορριπτέος ως απαράδεκτος ο σχετικός λόγος αναίρεσης αφού στον κατηγορούμενο αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 ε' ΠΚ(μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς) και του επιβλήθηκε το ελάχιστο όριο ποινής και συνεπώς η αποδοχή και άλλου λόγου μείωσης της ποινής δεν θα είχε νομική επιρροή. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




ΑΡΙΘΜΟΣ 811/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 1654/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες: 1. Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Δημήτριο Ραζέλο και Μαρία Αντωνοπούλου και 2. Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν εκπροσωπήθηκε.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 452/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. " "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε o υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης.
II. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εξάλλου, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 και επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ.
III. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λπ.", όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ.5 άρθρ.4 Ν. 1738/1987 και με το άρθρο 2 Ν. 1877/1990, αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.1 του άρθρου 36 του Ν. 2172/1993, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216 και 386 ΠΚ, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (μεταξύ των οποίων και οι τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους, σύμφωνα με την περ. β' του πιο πάνω άρθρου) ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ, και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρύ χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, που το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους. Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία η πλαστογραφία ή η απάτη στρέφονται κατά του Δημοσίου ή κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των λοιπών νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 263 Π.Κ. και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημιά που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο δημόσιο ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και λοιπά προαναφερθέντα νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχ. (150.000 ευρώ), ανεξάρτητα από τη συνδρομή των περιπτώσεων της παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 216 Π.Κ. και της παρ. 3 του άρθρου 386 Π.Κ, για τέλεση της πράξεως κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Εξάλλου, επί της κατ' εξακολούθηση ως άνω κακουργηματικής πλαστογραφίας και της απάτης που στρέφονται κατά του Δημοσίου, ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιδιώχθηκε ή της ζημίας που απειλήθηκε καθώς και για τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη, το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 ν.δ. 2576/1953 που αφορά στα περιοριστικά αναφερόμενα εγκλήματα του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 και δεν έχει καταργηθεί ούτε ρητώς ούτε σιωπηρώς από τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ.4 ν. 2721/1999 και 98 παρ.2 Π.Κ.(Α.Π. 609/2012, Α.Π. 461/2011). Περαιτέρω, βλάβη ή ζημία του Δημοσίου υπάρχει και όταν τούτο, ένεκα της παραπλανήσεως των οργάνων του διά της χρήσεως του πλαστού εγγράφου, καθίσταται υπόχρεο ν' αποζημιώσει εκείνον προς βλάβη του οποίου επιδιώχθηκε το όφελος από τον δράστη της πράξεως αυτής, ή που ζημιώθηκε άμεσα από την ίδια αξιόποινη πράξη.
IV. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
V. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1654/2011 απόφαση του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία ανέρχεται σε 187.447.260 δρχ. σε βάρος Τραπεζών και του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" (Ν.Π.Δ.Δ.), και β) της απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία ανέρχεται σε 210.133.940 δρχ. σε βάρος των ως άνω νομικών προσώπων, ήτοι για πράξεις που το συνολικό όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε, στα ως άνω, νομικά πρόσωπα, υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, με την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ως άνω ν. 1608/1950, της τέλεσης των ως άνω πράξεων επί μακρό χρόνο. Τις ως άνω πράξεις, το δικαστήριο δέχθηκε ότι τις τέλεσε ο κατηγορούμενος με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 ε' του Π.Κ. και τον καταδίκασε, σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα τεσσάρων (14) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και τα έγγραφα, δέχθηκε, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος υπήρξε κύριος μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "Π.Σ.Π. ΜΕDICAL A.E.", με έδρα την ... και εμπορικό σκοπό, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή, αντιπροσώπευση, εμπορία και διανομή αντιδραστηρίων και όλων των συναφών προς τούτο ιατρικών ειδών. Με την πιο πάνω ιδιότητά του ο κατηγορούμενος, το έτος 1996, ενεργώντας για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας, υπέγραψε με τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του "ΓΕΝΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ-Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" (που ήταν τότε Ν. Π.Δ.Δ.) σύμβαση προμήθειας ιατρικού υλικού, βάσει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει το πιο πάνω νοσοκομείο με αντιδραστήρα ανοσολογικού εργαστηρίου. Στα πλαίσια δε της προαναφερόμενης σύμβασης η εταιρεία εξέδιδε τιμολόγια που αφορούσαν την πώληση του ανωτέρω ιατρικού υλικού προς το νοσηλευτικό αυτό ίδρυμα. Έτσι, μεταξύ άλλων τιμολογίων, εξέδωσε, κατά το έτος 1998, τιμολόγια συνολικής αξίας 22.686.680 δρχ. Επειδή δε είχε χορηγηθεί από την Τράπεζα Εργασίας πίστωση πολλών εκατομμυρίων δραχμών για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών της εταιρείας, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας πάντα για λογαριασμό της, υπέγραψε με την παραπάνω Τράπεζα, το ίδιο έτος, αντίστοιχες συμβάσεις συστάσεως ενεχύρου επί της απαιτήσεως αυτής που είχε η εταιρεία έναντι του ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος. Με τον τρόπο αυτό εκχώρησε προς τη δανείστρια Τράπεζα την απαίτηση της εταιρείας του και έδωσε εντολή στην αρμόδια υπηρεσία του νοσοκομείου να καταβάλει απευθείας την απαίτηση στην πιο πάνω Τράπεζα. Αντίγραφα δε των συμβάσεων αυτών κοινοποιήθηκαν από την Τράπεζα, με δικαστικό επιμελητή, στο λογιστήριο και ταμείο του νοσοκομείου. Πλην, όμως, λόγω του μεγάλου όγκου εγγράφων που διακινούντο από τις οικονομικές υπηρεσίες του εν λόγω νοσοκομείου ή της ανεπαρκούς στελέχωσης των υπηρεσιών αυτών, οι σχετικές συμβάσεις παρέπεσαν. Παρά ταύτα, ενώ μόνο η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να εισπράξει την παραπάνω απαίτηση της εταιρείας, σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους, ο κατηγορούμενος, παρασιωπώντας το γεγονός αυτό από τους αρμόδιους υπαλλήλους του νοσοκομείου, ζήτησε να εισπράξει το τίμημα που αντιστοιχούσε στα σχετικά τιμολόγια. Οι υπάλληλοι, παραπεισθέντες ότι έπρεπε να καταβάλουν το τίμημα των τιμολογίων, εξέδωσαν τμηματικά, κατά το έτος 1999, τα σχετικά εντάλματα πληρωμής και βάσει αυτών ο κατηγορούμενος εισέπραξε παράνομα την αξία αυτών. Με τον τρόπο αυτό προσπόρισε στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη των συμφερόντων, τόσο της Τράπεζας που ζημιώθηκε με το προαναφερόμενο ποσό, όσο και του νοσοκομείου που κλήθηκε από την Τράπεζα να αποκαταστήσει τη ζημία. Προσέτι, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με την ίδια και πάλι ιδιότητα, συνήψε το έτος 1996 με την Τράπεζα Αττικής σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό. Στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής ο κατηγορούμενος, προκειμένου να παραπλανήσει και πάλι τους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας αυτής και εξασφαλίσει πίστωση ύψους 11.800.000 δρχ., συνέταξε ένα πλαστό τιμολόγιο της εταιρείας την οποία εκπροσωπούσε, με το οποίο εφέρετο ότι πώλησε και παρέδωσε στο πιο πάνω νοσοκομείο αντιδραστήρα ανοσολογικού εργαστηρίου αξίας 11.800.000 δρχ. Κάτω δε από την ένδειξη "παραλαβών", έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της φαρμακοποιού του αρμοδίου τμήματος του νοσοκομείου (Μ. Τ.), η οποία ήταν αρμόδια για την παραγγελία και παραλαβή του ανωτέρω ιατρικού υλικού. Στη συνέχεια δε το πλαστό αυτό τιμολόγιο προσκόμισε στην Τράπεζα και επέτυχε, παραπλανώντας του αρμόδιους υπαλλήλους της, να συνάψει την από 9.2.2000 έγγραφη σύμβαση εκχώρησης και ενεχύρασης, βάσεις της οποίας ενεχύρασε το παραπάνω τιμολόγιο και χρηματοδοτήθηκε η εταιρεία του με το προαναφερόμενο ποσό. Με τον τρόπο αυτό προσπόρισε και πάλι στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη των συμφερόντων, τόσο της Τράπεζας που ζημιώθηκε με το ανωτέρω ποσό, όσο και του νοσοκομείου που κλήθηκε από την Τράπεζα να αποκαταστήσει τη ζημία. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος, ως εκπρόσωπος και πάλι της πιο πάνω εταιρείας, συνήψε στις 27.11.1998 με την Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος "σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων για εγχώριο FACTORING", για το σύνολο των απαιτήσεων της εταιρείας κατά των οφειλετών της, με ποσοστό προεξόφλησης των χρηματοδοτούμενων απαιτήσεων του πελάτη μέχρι 70%. Η χρηματοπιστωτική σύμβαση αυτή κοινοποιήθηκε στο νοσοκομείο μεταγενέστερα και δη στις 30.8.1999 με επιστολή του ιδίου, αλλά και στις 29.11.2000 με δικαστικό επιμελητή. Στα πλαίσια της ως άνω συμβάσεως ο κατηγορούμενος, κατά το έτος 1999, κατήρτισε 45 πλαστά τιμολόγια της εταιρείας που εκπροσωπούσε, με τα οποία εφέρετο ότι πώλησε και παρέδωσε στο νοσοκομείο ιατρικό υλικό (αντιδραστήρα ανοσολογικού εργαστηρίου), συνολικής αξίας 250.924.660 δρχ. Στα τιμολόγια αυτά και κάτω από την ένδειξη ο "παραλαβών" έθεσε ο κατηγορούμενος και πάλι, κατ' απομίμηση, την υπογραφή της ίδιας πιο πάνω φαρμακοποιού του νοσοκομείου (Μ. Τ.). Στη συνέχεια δε τα πλαστά αυτά τιμολόγια προσκόμισε στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος και επέτυχε, παραπλανώντας τους υπαλλήλους αυτής της Τράπεζας να ενεχυριάσει τα πλαστά αυτά τιμολόγια και να χρηματοδοτήσουν την εταιρεία του με το ποσό των 175.647.260 δρχ. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αποκομίσει η πιο πάνω εταιρεία και ουσιαστικά ο κατηγορούμενος, αφού αυτός ήταν ο κύριος μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος αυτής, το προαναφερόμενο ποσό, με βλάβη των συμφερόντων της Τράπεζας. Παράλληλα, όμως, απειλήθηκε αντίστοιχη ζημία και σε βάρος του νοσοκομείου, το οποίο αν δεν γινόταν αντιληπτή η πλαστότητα των παραπάνω τιμολογίων, ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει το εν λόγω ποσό στην τράπεζα. Με βάση, λοιπόν, τα ως άνω περιστατικά που έγιναν δεκτά, θεμελιώνεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος αυτών, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε' ΠΚ (μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά), όπως και πρωτοδίκως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, απορριπτομένων ως αβασίμων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' και δ' ΠΚ (του πρότερου έντιμου βίου και της ειλικρινούς μεταμέλειας), αφού δεν αποδείχθηκαν περιστατικά σχετικά με την εν γένει ζωή του κατηγορουμένου πριν από την τέλεση των ως άνω εγκλημάτων, καθώς και συμπεριφορά αυτού ενδεικτική ειλικρινούς μεταμελείας του".
Στο διατακτικό τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στους παρακάτω χρόνους, με πολλές πράξεις, τέλεσε πολλά εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: 1) Στην Αθήνα κατά το από 13/4/1999 έως 2.3/12/1999 χρονικό διάστημα με πολλές πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετική- με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες των πλαστών δε αυτών εγγράφων έκανε Ι χρήση, η πράξη του αυτή στρέφεται σε βάρος τραπεζών1 και Ν. Π.Δ.Δ, η δε συνολικά προξενηθείσα και απειληθείσα ζημιά, καθώς και το συνολικό όφελος που σκόπευε ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ ή τα 150.000 ευρώ ενώ εξακολούθησε επί μακρόν χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος αυτού και συγκεκριμένα ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Π.Σ.Π. MEDICAL ΑΕ", η οποία εδρεύει στην ... και επί της οδού ... αριθ. 181, κατάρτισε κατά τους παρακάτω αναλυτικά αναφερόμενους χρόνους τα με τους πιο κάτω αριθμούς τιμολόγια της ως άνω εταιρείας με τα οποία εφέρετο αυτή (εταιρεία) ότι πώλησε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" το οποίο τότε ήταν Ν. Π.Δ.Δ., εργαστηριακό ιατρικό υλικό και δη αντιδραστήρια ανοσολογητικού εργαστηρίου, κατά τρόπο ώστε να εμφανίζεται προς τρίτους ότι τα αναγραφόμενα στα τιμολόγια αυτά αντιδραστήρια είχαν πράγματι πωληθεί και παραδοθεί στο ως άνω νοσηλευτικό Ίδρυμα και επομένως είχε γεννηθεί απαίτηση της πιο πάνω εταιρείας σε λήψη της τιμήματος της αγοραπωλησίας του υλικού αυτού, "ενώ. καμιά τέτοια αγοραπωλησία δεν είχε συναφθεί και ειδικότερα: 1) Κατά το από 13/4/1999 έως 23/12/1999 χρονικό διάστημα κατάρτισε τα παρακάτω αναφερόμενα πλαστά τιμολόγια συνολικής αξίας 250.924.660 δρχ., τα οποία προσκόμισε στη συνέχεια στη Διεύθυνση Τραπεζικών Εργασιών της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος (ΑΤΕ ΑΕ), με την οποία η ως άνω εταιρεία είχε συνάψει την από 27/11/98 έγγραφη σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων για εγχώριο "FACTORING" και παραπλανώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους της ανωτέρω Τράπεζας ότι τα τιμολόγια αυτά ήταν γνήσια πέτυχε τη χρηματοδότηση της ως άνω εταιρείας κατά το ποσό των τιμολογίων, μειωμένο κατά 30%, όσο δηλαδή και το ποσοστό που είχε καθορισθεί με την ανωτέρω σύμβαση πρακτορείας και δη κατά το συνολικό ποσό των 175.647.260 δραχμών. Ειδικότερα: Στις 13/4/1999 κατάρτισε τα υπ' αριθ. 1025/99 αξίας 13.924.000 δρχ., 1026/99 αξίας 1.024.240 δρχ., 1027/99 αξίας 1.024.240 δρχ., 1028/99 αξίας 654.900 δρχ., 1029/99 αξίας 1.024.240 δρχ., 1030/99 αξίας 590.000 δρχ., 1031/99 αξίας 1.180.000 δρχ., 1032/99 αξίας 1.180.000 δρχ. και 1033/99 αξίας 1.652.000 δρχ., τα οποία προσκόμισε αυθημερόν στην Αγροτική Τράπεζα. Στις 22/4/1999 κατάρτισε τα υπ' αριθ. 1040/99 αξίας 7.552.000 δρχ., 1041/99 αξίας 2.950.000 δρχ. και 1042/99 αξίας 1.309.800 δρχ. τιμολόγια, τα οποία., προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 4/5/99 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1045/99 αξίας 11.800.000δρχ. τιμολόγιο, το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 13/5/1999 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1056/99 αξίας 8.850.000 δρχ. τιμολόγιο, το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 9/6/1999 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1072/99 αξίας 1.198.880 δρχ. τιμολόγιο, το οποίο προσκόμισε στις 15/6/99 στην ίδια Τράπεζα. Στις 15/6/99 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1074/99 αξίας 5.900.000 δρχ. τιμολόγιο, το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 18/6/99 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1076/99 τιμολόγιο, αξίας 5.900.000 δρχ., το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 24/6/99 κατάρτισε τα υπ' αριθ. τιμολόγια 1080/99 αξίας 7.434.000 δρχ., 1081/99 αξίας 4.248.000 δρχ., 1082/99 αξίας 2.048.000 δρχ., 1083/99 αξίας 1.180.000 δρχ. και 1084/99 αξίας 2.560.000 δρχ, τα οποία προσκόμισε στις 25/6/99 στην ίδια Τράπεζα. Την 1/7/99 κατάρτισε τα υπ' αριθ. 1086/99 αξίας 11.800.000 δρχ. και 1087/99 αξίας 1.770.000 δρχ. τιμολόγια, τα οποία προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 6/7/99 κατάρτισε τα με αριθμούς τιμολόγια 1089/99 αξίας 3.540.000 δρχ., 1090/99 αξίας 3.540.000 δρχ., 1091/99 αξίας 4.130.000 δρχ., 1092/99 αξίας 4.956.600 δρχ., 1093/99 αξίας 2.560.000 δρχ., 1094/99 αξίας 4.460.000 δρχ. και 1095/99 αξίας 3.717.000 δρχ., τα οποία προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 14/7/99 κατάρτισε τα με αριθμούς τιμολόγια 1104/99 αξίας 7,434.000 δρχ., 1105/99 αξίας 5.121.200 δρχ. και 1106/99 αξίας 8.260.000 δρχ., τα οποία προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 19/7/99 κατάρτισε τα με αριθμούς τιμολόγια 1108/99 αξίας 23.600.000 δρχ., 1109/99 αξίας 4.956.000 δρχ., 1110/99 αξίας 12.508.000 δρχ. και 1111/99 αξίας 2.124.000 δρχ., τα οποία προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 26/7/99 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1113/99 τιμολόγιο αξίας 11.800.000 δρχ. το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 17/8/99 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1120/99 τιμολόγιο αξίας 8.850.000 δρχ., το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Την 1/9/99 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1127/99 τιμολόγιο αξίας 2.950.000 δρχ., το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 8/9/99 κατάρτισε τα με αριθμούς τιμολόγια 1130/99 αξίας 5.900.000 δρχ. και 1131/99 αξίας 5.900.000 δρχ., τα οποία, προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 5/10/1999 κατάρτισε το υπ'αριθ. 1140/99 τιμολόγιο αξίας 11.800.000 δρχ., το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 7/10/99 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1142/99 τιμολόγιο αξίας 3.816.120 δρχ., το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα και στις 23/12/1999 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1172/99 τιμολόγιο αξίας 8.850.000 δρχ., το οποίο επίσης προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στα τιμολόγια αυτά και υπό την ένδειξη "ο παραλήπτης" έθεσε κατ' απομίμηση και εν αγνοία της την υπογραφή της υπαλλήλου - φαρμακοποιού Μ. Τ., ή οποία εργάζεται στο ανωτέρω Νοσοκομείο και η οποία ήταν αρμόδια για την παραλαβή και παραγγελία των αντιδραστηρίων αυτών και έτσι πέτυχε να παραπλανήσει με τα πλαστά αυτά τιμολόγια τους αρμοδίους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας, να ενεχυριάσει αυτά, βάσει της ανωτέρω σύμβασης και να χρηματοδοτήσουν την ως άνω εταιρεία κατά το συνολικό ποσό των 175.647.260 δρχ. 2) Την 1/12/1999 κατάρτισε το υπ' αριθ. 001166/99 τιμολόγιο της ίδιας εταιρείας, με το οποίο εφέρετο αυτή να έχει πωλήσει προς το ως άνω Νοσηλευτικό Ίδρυμα αντιδραστήρια ανοσολογικού εργαστηρίου αξίας 11.800.000 δρχ., κάτω δε από την ένδειξη του τιμολογίου αυτού "ο παραλαβών" έθεσε κατ' απομίμηση και εν αγνοία της την υπογραφή της ανωτέρω υπαλλήλου - φαρμακοποιού του Νοσοκομείου, Μ. Τ., ώστε να εμφανίζεται προς τρίτους ότι το αναγραφόμενο σ' αυτό εργαστηριακό υλικό είχε πωληθεί και παραληφθεί από το Νοσοκομείο, ενώ καμιά τέτοια αγοραπωλησία δεν είχε συναφθεί. Στη συνέχεια εμφάνισε το ανωτέρω πλαστό τιμολόγιο στις 9/2/2000 στο κατάστημα Πατησίων της Τράπεζας Αττικής ΑΕ, με την οποία η ως άνω εταιρεία είχε συνάψει την υπ' αριθ. .../10-4-96 έγγραφη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, δυνάμει της οποίας χορήγησε η τελευταία στην εν λόγω εταιρεία πίστωση συνολικού ποσού 240.000.000 δρχ. και παραπλανώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους της πέτυχε να συνάψει με την ανωτέρω Τράπεζα την από 9/2/2000 έγγραφη σύμβαση εκχωρήσεως και ενεχυράσεως απαιτήσεως, δυνάμει της οποίας ενεχύρασε για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας το προαναφερόμενο πλαστό τιμολόγιο και εισέπραξε το ως άνω ποσό. Τις ανωτέρω δε πλαστογραφίες τέλεσε ο κατηγορούμενος αυτός με σκοπό να προσπορίσει στην ανωτέρω εταιρεία περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 187.447.260 δρχ. (175.647.260 + 11.800.000), βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου και δη των ανωτέρω Τραπεζών κατά το ποσό των 175.647.260 και 11.800.000 δρχ. αντίστοιχα, ενώ παράλληλα απειλήθηκε ζημιά στην περιουσία του ανωτέρω Νοσοκομείου, το οποίο ήταν τότε Ν. Π.Δ.Δ. ύψους συνολικού ποσού 187.447.260 δρχ., το οποίο, εάν δεν διαπιστώνετο εκ των υστέρων η πλαστότητα των τιμολογίων αυτών ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει στις ανωτέρω Τράπεζες τα αντίστοιχα προαναφερόμενα ποσά, η οποία (ζημιά), είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας αφού υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 187.000.000 δρχ., ενώ εξακολούθησε επί μακρόν την εκτέλεση του εγκλήματος αυτού.
II) Στην Αθήνα στους παρακάτω χρόνους με πολλές πράξεις που συνιστούν, εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με σκοπό να. αποκομίσει ο ίδιος ουσιαστικά, παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων επί συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου και δη Τραπεζών, και ΝΠΔΔ, η δε προξενηθείσα και απειληθείσα ζημιά, καθώς και το αντίστοιχο όφελος που πέτυχε είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. ενώ εξακολούθησε επί μακρόν χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος αυτού που τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και συγκεκριμένα ενεργώντας με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία "Π.Σ.Π MEDICAL A.Ε.", και με σκοπό να αποκομίσει αυτή, αλλά κυρίως ο ίδιος προσωπικά, αφού αυτός ήταν ο κύριος μέτοχος της, παράνομο περιουσιακό όφελος παρέπεισε τους αρμοδίους υπαλλήλους των παρακάτω τραπεζών που εδρεύουν στην ημεδαπή, ως και του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Γ. Γεννηματάς" σε περιουσιακή διάθεση και συγκεκριμένα: 1) Στους παρακάτω χρόνους εμφάνισε δια της συγκατηγορουμένης του, Κ. Σ., η οποία ήταν υπάλληλος και εισπράκτορας των απαιτήσεων της ως άνω εταιρείας, στους αρμόδιους υπαλλήλους της Υπηρεσίας του ως άνω Νοσοκομείου τα παρακάτω αναφερόμενα τιμολόγια, συνολικής αξίας 22.686.680 δρχ., τα οποία είχε εκδόσει επ' ονόματι της ανωτέρω εταιρείας και αφορούσαν πωλήσεις αντιδραστηρίων ανοσολογικού εργαστηρίου προς το Νοσηλευτικό αυτό Ίδρυμα και ζήτησε από αυτούς την εξόφληση τους, παρασιωπώντας από αυτούς αθεμίτως αν και είχε προς τούτο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, ότι δικαιούχος του ανωτέρω ποσού ήταν η Τράπεζα Εργασίας ΑΕ, που εδρεύει στην ημεδαπή και ειδικότερα: α) Στις 23/4/1999 εμφάνισε προς είσπραξη τα υπ' αριθ. 672/27-1-98 και 673/27-1-98 τιμολόγια αξίας 4.012.000 και 1.007.130 δρχ. αντίστοιχα και ζήτησε από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Νοσοκομείου την εξόφληση τους για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, παρασιωπώντας από αυτούς αθεμίτως, ότι τα τιμολόγια αυτά ενεχυράσθηκαν στην ως άνω Τράπεζα δυνάμει της 24/9/98 σύμβασης συστάσεως ενεχύρου και ότι ως εκ τούτου ήταν η μόνη δικαιούχος προς είσπραξη των ανωτέρω ποσών. Έτσι παραπεισθέντες οι ανωτέρω υπάλληλοι κατέβαλαν για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας το συνολικό ποσό των 5.019.076 δρχ., εκδίδοντας προς τούτο το υπ' αριθ. 940/23-4-99 ένταλμα πληρωμής βάσει του οποίου εισέπραξε η εταιρεία το ως άνω ποσό χορηγώντας σ' αυτούς προς τούτο την υπ' αριθμ. 177/22-7-99 σχετική απόδειξη είσπραξης. Β) Την 1/7/99 εμφάνισε προς είσπραξη τα υπ' αριθ. 708/19-2-98 και 709/19-2-98 τιμολόγια ποσού 1.840.800 και 415.950 δρχ. αντίστοιχα και ζήτησε από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Νοσοκομείου την εξόφληση τους για λογαριασμό της εταιρείας, παρασιωπώντας από αυτούς αθεμίτως ότι τα τιμολόγια αυτά ενεχυράσθηκαν στην ως άνω Τράπεζα δυνάμει της από 5/3/1998 σύμβασης συστάσεως ενεχύρου και ότι ως εκ τούτου ήταν η μόνη δικαιούχος προς είσπραξη των ανωτέρω ποσών. Έτσι παραπεισθέντες οι ανωτέρω υπάλληλοι κατέβαλαν για λογαριασμό της εταιρείας το συνολικό ποσό των 2.256.750 δρχ., εκδίδοντας προς τούτο το υπ' αριθ. 1593/1-7-99 ένταλμα πληρωμής, βάσει του οποίου καταβλήθηκε στην εταιρεία το ως άνω ποσό, εκδοθείσης προς τούτο της υπ' αριθ. 180/31-8-99 απόδειξης είσπραξης. Και Γ) Στις 3/9/99 εμφάνισε προς είσπραξη τα υπ' αριθ. 724/5-3-98, 725/5-3-98 και 726/5-3-98 τιμολόγια, αξίας 2.548.800, 4.012.000 και 8.850.000 δρχ. αντίστοιχα και ζήτησε από τους ίδιους υπαλλήλους την εξόφληση τους για λογαριασμό της εταιρείας, παρασιωπώντας από αυτούς αθεμίτως ότι τα τιμολόγια αυτά είχαν ενεχυρασθεί στην ως άνω Τράπεζα δυνάμει της από 18/3/1998 σύμβασης συστάσεως ενεχύρου και ότι ως εκ τούτου αυτή ήταν η μόνη δικαιούχος των ανωτέρω ποσών. Έτσι παραπεισθέντες οι ανωτέρω υπάλληλοι κατέβαλαν για λογαριασμό της εταιρείας το συνολικό ποσό 15.410.800 δρχ., εκδίδοντας προς τούτο το υπ' αριθ. 2059/2-9-1999 ένταλμα πληρωμής, βάσει του οποίου καταβλήθηκε στην εταιρεία το ως άνω ποσό, εκδοθείσης προς τούτο της υπ' αριθ. 191/3-11-99 απόδειξης είσπραξης.
Με τις ως άνω πράξεις του ο πρώτος κατηγορούμενος έβλαψε την περιουσία της Τράπεζας Εργασίας κατά το συνολικό ποσό των 22.686.680 δρχ, αφού αποστέρησε από αυτή το δικαίωμα να εισπράξει απευθείας το εν λόγω ποσό, αλλά και του ως άνω Νοσηλευτικού Ιδρύματος, το οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει αυτό στην ανωτέρω ενεχυρούχο Τράπεζα, ενώ αποκόμισε η ως άνω εταιρεία και ουσιαστικά ο ίδιος προσωπικά, ως ο κύριος μέτοχος της, αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος.
2) Στην Αθήνα κατά το από 13/4/99 έως 23/12/1999 χρονικό διάστημα παρέδωσε στην Διεύθυνση Τραπεζικών Εργασιών της Αγροτικής Τράπεζας, με την οποία η ως άνω εταιρεία είχε συνάψει την από 27-11-98 έγγραφη "σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων για εγχώριο FACTORING", στις αναφερόμενες στην ανωτέρω με στοιχ. Α Ι περ. 1 πράξη ειδικότερες ημερομηνίες τα αναφερόμενα ως άνω 45 πλαστά τιμολόγια και παρασιωπώντας από τους αρμοδίους υπαλλήλους της ότι οι απαιτήσεις έναντι του Νοσοκομείου που εφέροντο να προέρχονται από αυτά ήταν ανύπαρκτες, αφού τα τιμολόγια αυτά ήταν πλαστά, παρόλο που είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λόγω της προαναφερόμενης συναλλακτικής σχέσης ενεχυρούχου δανειστή και ενεχυρικού οφειλέτη και της απορρέουσας από αυτήν υποχρέωσης του σε καλόπιστη εκπλήρωση της εν λόγω σύμβασης, πέτυχε να ενεχυριάσει τα πλαστά αυτά τιμολόγια και να χρηματοδοτηθεί η ως άνω εταιρεία κατά το συνολικό ποσό των τιμολογίων αυτών που ανέρχεται σε 250.942.660 δρχ. μειωμένο κατά 30% όσο δηλαδή και το ποσό που είχε καθορισθεί συμβατικά, βάσει της ανωτέρω σύμβασης, να υπολείπεται η προεξοφλούμενη αξία - των απαιτήσεων ενεχυράζονταν από την ονομαστική τους αξία, κατά το ποσό των 175.647.260 δρχ. συνολικά. Με τις ως άνω μερικότερες πράξεις του έβλαψε την περιουσία της Αγροτικής Τράπεζας κατά το συνολικό αυτό ποσό των 175.647.260 δρχ., με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της ως άνω εταιρείας και κυρίως του ιδίου του πρώτου κατηγορουμένου, ως ουσιαστικά μοναδικού μετόχου αυτής και παράλληλα απειλήθηκε αντίστοιχη βλάβη στην περιουσία του ως άνω Νοσηλευτικού Ιδρύματος, καθόσον, εάν δεν γινόταν αντιληπτή από τα αρμόδια όργανα της η πλαστότητα των εν λόγω τιμολογίων θα ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει στην ανωτέρω Τράπεζα, το εν λόγω ποσό, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
3) Στην Αθήνα στις 9/2/2000 προσκόμισε στην Τράπεζα Αττικής, με την οποία είχε συνάψει η ως άνω εταιρεία τη με αριθμό .../10-4-96 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, βάση της οποίας χορήγησε η τελευταία στην εν λόγω εταιρεία πίστωση συνολικού ποσού 240.000.000 δρχ., το προαναφερόμενο στη με στοιχ. ΑΙ περ. 2 πράξη με αριθ. 001166/1-12-99 τιμολόγιο και παρασιωπώντας από τους αρμόδιους υπαλλήλους της ανωτέρω Τράπεζας ότι οι απαιτήσεις που προερχόταν από αυτές ήταν ανύπαρκτες, αφού το τιμολόγιο αυτό ήταν πλαστό αν και είχε νομική υποχρέωση να τους γνωστοποιήσει τούτο, λόγω της ανωτέρω συναλλακτικής σχέσης πιστωτή και πιστολήπτη και της απορρέουσας από αυτήν υποχρεώσεώς του σε εκπλήρωση της ανωτέρω συμβάσεως, πέτυχε παραπλανώντας αυτούς να συνάψει με την Τράπεζα την από 9/2/2000 έγγραφη "σύμβαση εκχωρήσεως και ενεχυράσεως απαιτήσεως" δυνάμει της οποίας ενεχύρασε για λογαριασμό της το πλαστό αυτό τιμολόγιο και να ωφεληθεί έτσι η εταιρεία και ουσιαστικά ο ίδιος προσωπικά, κατά το ποσό των 11.800.000 δρχ., το οποίο πιστώθηκε σ' αυτόν βάσει της ανωτέρω σύμβασης, με αντίστοιχη βλάβη της ανωτέρω Τράπεζας, που εδρεύει στην ημεδαπή, ενώ παράλληλα απειλήθηκε η περιουσία του ανωτέρω Νοσηλευτικού Ιδρύματος, καθόσον εάν δεν γινόταν αντιληπτή η πλαστότητα του ως άνω τιμολογίου από τα αρμόδια όργανα της, θα ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει στην ανωτέρω εταιρεία το εν λόγω ποσό. Σκοπός δε του κατηγορουμένου ήταν με τις μερικότερες αυτές πράξεις της απάτης να προσπορίσει παράνομο όφελος στην ως άνω εταιρεία και ουσιαστικά στον εαυτό του, αφού αυτός ήταν ο κύριος μέτοχος αυτής, που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 210.133.940 δραχμών, βλάπτοντας παράλληλα την περιουσία των ανωτέρω Τραπεζών που εδρεύουν στην ημεδαπή και δη της Τράπεζας Εργασίας κατά το ποσό των 22.686.680 δρχ., της Αγροτικής Τράπεζας κατά το ποσό των 175.647.260 δρχ. και της Τράπεζας Αττικής κατά το ποσό των 11.800.000 δρχ., ενώ απειλήθηκε ζημιά στο ως άνω Νοσηλευτικό Ίδρυμα που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 210.133.940 δραχμών, η οποία ζημιά που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε και το αντίστοιχο όφελος που πέτυχε ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ., ενώ εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος αυτού της απάτης, την οποία τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του." Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στο σκεπτικό όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα άνω, απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950, και με την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ.1 του ως άνω νόμου, της εξακολούθησης τέλεσης των παραπάνω εγκλημάτων επί μακρό χρόνο, και για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. γ', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 263 Α, 216 παρ.1 και 3 εδ.α' και 386 παρ.1 και 3 α και β' του ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1608/1950, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα αναφέρει, καθόσον αφορά την πράξη της απάτης, η οποία τελέστηκε κατ' εξακολούθηση, ότι το όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε στα προαναφερθέντα νομικά πρόσωπα υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, ανερχόμενο συνολικά σε 210.133.940 δρχ. οπότε τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950,και καθόσον αφορά την πράξη της πλαστογραφίας η οποία τελέστηκε κατ' εξακολούθηση, ο σκοπός πλαστογράφησης των τιμολογίων αυτών, που ήταν η είσπραξη των σχετικών ποσών που αναφέρονται στα τιμολόγια, με επιδιωκόμενο όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε στα παραπάνω νομικά πρόσωπα, που υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, ανερχόμενο συνολικά σε ποσό 187.447.260 δρχ. οπότε και εν προκειμένω, δέχθηκε ότι τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθόσον αφορά την παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως για την κατ' εξακολούθηση τέλεση του αδικήματος της απάτης, είναι αβάσιμη καθόσον αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η τέλεση του εγκλήματος της απάτης εξακολούθησε επί μακρό χρόνο και προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα στο διατακτικό το οποίο αλληλοσυμπληρώνει το σκεπτικό, οι μερικότερες (αυτοτελείς ) πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, καθώς και η περιουσιακή διάθεση εκάστης τούτων ως αποτέλεσμα χωριστής απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 386 παρ.3 α του Π.Κ. ήτοι της τελέσεως του εγκλήματος της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος (άρθρο 463 εδ. β' του Κ.Π.Δ.), ενόψει των γενόμενων κατά τα άνω δεκτών από το δικαστήριο της ουσίας. Και τούτο γιατί η μη συνδρομή των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης της απάτης δεν ασκεί επιρροή στη βαρύτητα της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και εντεύθεν στην επιβλητέα ποινή. Ειδικότερα, εφόσον το δικαστήριο δέχθηκε ότι η πλαστογραφία και η απάτη στρέφεται κατά Τραπεζών και κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημιά που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στα παραπάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχ. (150.000 ευρώ), με την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση της επί μακρό χρόνο τέλεσης της πράξης, ανεξάρτητα από τη συνδρομή της περιπτώσεως της παρ. 3 α' του άρθρου 386 Π.Κ. για τέλεση της πράξεως κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης με την παραδοχή δε της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε' Π.Κ. και τη μείωση της ποινής εξ αυτού του λόγου (άρθρο 83 περ. α'), το ελάχιστο επιτρεπόμενο όριο της ποινής είναι η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, την οποία και του επέβαλε το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. δεύτερος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ειδικότερα ως προς την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, και την κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτού, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Έτσι, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε εις βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Στη δήλωση παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος σύμφωνα με το άρθρο 84 ΚΠΔ πρέπει να περιέχεται με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία κάποιος παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων και ο λόγος στον οποίο στηρίζει το δικαίωμα παραστάσεως, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη δήλωση του εκπροσώπου του Δημοσίου ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη διότι αυτή αναφέρεται στην προσβολή του κύρους, της πίστεως και της φήμης των έναντι τρίτων (Α.Π. 609/2012). Η δήλωση δε παραστάσεως της πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1654/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, εμφανίσθηκε ο νομίμως εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του Γ.Ν.Α "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" (ΝΠΔΔ), και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό του, και συγκεκριμένα για το ποσό των 50 € με επιφύλαξη, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις. Κατά της παραστάσεως αυτής του ανωτέρω Νοσοκομείου, ως πολιτικώς ενάγοντος, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του προέβαλε αντιρρήσεις τις οποίες εγχείρισε και γραπτώς, επικαλούμενος την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως και ζήτησε την αποβολή του. Ειδικότερα η υποβληθείσα ένστασή του, έχει κατά λέξη ως ακολούθως: "Με την παρούσα αιτούμαι την αποβολή του δηλώσαντος παράσταση πολιτικής αγωγής νοσοκομείου, "ΓΕΝΙΚΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ - ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", για τους ακόλουθους νόμιμους, αληθείς και βάσιμους λόγους. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 και 82-84 ΚΠΔ και των άρθρων 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι δικαίωμα δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής, κατά την ποινική διαδικασία, για αποζημίωση η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έχει εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως, από το αξιόποινο αδίκημα και όχι εκείνος που δεν ζημιώθηκε ή τυχόν ζημιώθηκε εμμέσως από αυτό. Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950, για τη στοιχειοθέτηση του των αδικημάτων, που διαλαμβάνονται σε αυτές, αρκεί και να απειλήθηκε ζημία σε βάρος του δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή των νομικών προσώπων του άρθρου 263 Α.
Εν προκειμένω, καλούμαι ενώπιον Σας κατηγορούμενος για τα αδικήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση σε βάρος τραπεζών και NΠΔΔ με συνολική ζημία άνω των 150.000 ευρώ. Τα ανωτέρω αδικήματα φέρομαι να τέλεσα με την κατάρτιση πλαστών τιμολογίων της εταιρείας της οποίας ετύγχανα, κατά τους επίδικους χρόνους, διευθύνων σύμβουλος, επί των οποίων έθεσα την υπογραφή της φαρμακοποιού ως ανωτέρω νοσοκομείου και με τη χρήση αυτών, ενώπιον των υπαλλήλων της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", επέτυχα να μου διατεθούν από την τράπεζα τα διαλαμβανόμενα στο παραπεμπτικό βούλευμα ποσά.
Ως εκ των ανωτέρω η μόνη αμέσως ζημιωθείσα από την πράξη για την οποία κατηγορούμαι είναι η "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ", το δε ως ανωτέρω νοσοκομείο ουδεμία ζημία και δη άμεση υπέστη.
Περαιτέρω σε βάρος του νοσοκομείου ουδεμία ζημία επαπειλήθηκε. Και τούτο διότι η ύπαρξη ή μη υπογραφής επί τιμολογίου δεν καθιστά αυτό πληρωτέο ή μη.
Εν προκειμένω, για να πληρωθεί ένα τιμολόγιο από το νοσοκομείο, απαιτείται το νοσοκομείο να κατέχει το πρωτότυπο, να έχει καταχωρηθεί αυτό στα επίσημα βιβλία του και να συνοδεύεται από την υπογεγραμμένη παραγγελία του οικείου εργαστηρίου. Ως εκ των ανωτέρω ήταν παντελώς αδύνατο να επέλθει ή να απειληθεί σε βάρος του νοσοκομείου οιαδήποτε ζημία από τις πράξεις για τις οποίας κατηγορούμαι. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΙΤΟΥΜΑΙ Την αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος ως ανωτέρω νοσοκομείου, για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, όσον αφορά τις κατηγορίες αυτές σε σχέση με τα φερόμενα πλαστά τιμολόγια της εταιρείας ΠΣΠ." Το παραπάνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε την πιο πάνω ένσταση, αποβολής της πολιτικής αγωγής, με την εξής αιτιολογία, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους: "Στην προκείμενη περίπτωση, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, σε κακουργηματικό βαθμό, σε βάρος Τραπεζών και ΝΠΔΔ. Ειδικότερα, η αποδιδόμενη σ' αυτόν πρώτη ως άνω κατηγορία συνίσταται στο γεγονός ότι, κατά το αναφερόμενο στο βούλευμα χρονικό διάστημα, κατήρτισε, μεταξύ άλλων, 45 πλαστά τιμολόγια της εταιρείας την οποία εκπροσωπούσε, με τα οποία εφέρετο ότι πώλησε και παρέδωσε στο "ΓΕΝΙΚΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ - Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" ιατρικό υλικό (αντιδραστήρια ανοσολογικού εργαστηρίου), συνολικής αξίας 250.924.660 δρχ. Στη συνέχεια δε τα πλαστά αυτά τιμολόγια φέρεται να προσκόμισε στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος και επέτυχε, παραπλανώντας τους υπαλλήλους αυτής της Τράπεζας, να ενεχυράσει τα πλαστά αυτά τιμολόγια και να χρηματοδοτήσουν την εταιρεία του. Την ίδια πράξη φέρεται να έπραξε ο κατηγορούμενος και ως προς την Τράπεζα Αττικής, στην οποία προσκόμισε ένα ακόμη πλαστό τιμολόγιο, αξίας 11.800.000δρχ., με το ίδιο πιο πάνω περιεχόμενο, επιτυγχάνοντας με τον ίδιο και πάλι τρόπο να χρηματοδοτηθεί η εταιρεία του από την παραπάνω τράπεζα. Κατ' αρχήν, από την πράξη αυτή άμεσα παθούσες είναι, αναμφίβολα, οι προαναφερόμενες τράπεζες που ζημιώθηκαν με τη χορήγηση δανείου προς τον κατηγορούμενο. Εκ του λόγου τούτου, όμως, δεν αποκλείεται η ύπαρξη βλάβης επιπρόσθετα και στο προαναφερόμενο νοσοκομείο (ΝΠΔΔ) κατά του οποίου θα μπορούσε, στη συνέχεια, να στραφεί ο κατηγορούμενος για την είσπραξη των χρηματικών ποσών που αναφέρονται στα πλαστά τιμολόγια. Στην περίπτωση αυτή, βέβαια, η βλάβη του τελευταίου δεν είναι άμεση αλλά έμμεση και δη επαπειλούμενη. Και τούτο γιατί ο αποκλεισμός αυτός που είναι, κατ' αρχήν, συνεπής στον προσδιορισμό της έννοιας του βλαβέντος ως φορέα του προσβαλλομένου εννόμου αγαθού κατά την προαναφερόμενη νομική σκέψη, αποτρέπεται στην προκειμένη περίπτωση από τη σαφή βούληση του νομοθέτη, στον οποίο προβλέπεται (άρθρο 1 παρ.1 Ν. 1608/1950) ότι για τον κολασμό, σε βαθμό κακουργήματος του υπαιτίου των εγκλημάτων που αναφέρονται σ' αυτόν, μεταξύ των οποίων είναι και η πλαστογραφία, αρκεί να "απειλήθηκε" για την τέλεσή του ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ανώτερη των 50.000.000 δρχ.
Συνεπώς ως προς την πράξη αυτή (πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, σε κακουργηματικό βαθμό, σε βάρος Τραπεζών και ΝΠΔΔ) νομιμοποιείται το παραπάνω νοσοκομείου (ΝΠΔΔ) σε παράσταση πολιτικής αγωγής. Περαιτέρω, από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της απάτης, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, σε κακουργηματικό βαθμό, σε βάρος Τραπεζών και ΝΠΔΔ, προκύπτει ότι αμέσως παθόν από την εν λόγω πράξη είναι το παραπάνω νοσοκομείο και παριστάμενο ως πολιτικώς ενάγον, το οποίο νομιμοποιείται σύμφωνα με τα άρθρα 63, 64, 68, 83 και 84 του ΚΠΔ, 914, 932 ΑΚ, 64 παρ.2 ΚΠολΔ και 386 παρ.1-3α ΠΚ σε συνδ. με άρθρο 1 παρ.1 Ν. 1608/1950, όπως ισχύει. Κατ' ακολουθίαν των όσων εκτέθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής του προαναφερομένου νοσοκομείου".
Η παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλομένης, παρεμπίπτουσας, απορριπτικής της ενστάσεως αποβολής της πολιτικής αγωγής, αποφάσεως, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον, για την, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας και απάτης σε βαθμό κακουργήματος, αρκεί η επιδίωξη οφέλους από το δράστη ή απειλή ζημίας στο παραπάνω νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχ. (150.000 ευρώ) και δεν είναι αναγκαία στην περίπτωση αυτή η επίτευξη του οφέλους που επιδιώχθηκε ή η επέλευση της ζημίας, σύμφωνα με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, που το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους, αρκεί δηλαδή, ότι δημιουργείται ο κίνδυνος επελεύσεως της ζημίας (ΑΠ 609/2012, 970/2009). Περαιτέρω, η παραπάνω δήλωση του νομίμου εκπροσώπου του Γ.Ν.Α. "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" Ν. Π.Δ.Δ. για παράσταση του ως πολιτικώς ενάγων, έγινε για χρηματική ικανοποίησή του μόνον και είναι σαφής και νόμιμη σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αφού συνέτρεχαν για το ως άνω νομικό πρόσωπο οι όροι ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης του όσον αφορά την άσκηση πολιτικής αγωγής προς επιδίωξη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που προήλθε από την προσβολή της πίστεως του κύρους και της φήμης του, και το οποίο ήταν παθόν, αφού με τις ενέργειες του κατηγορουμένου να πλαστογραφήσει τα παραπάνω τιμολόγια, να τα προσκομίσει στις Τράπεζες και να εισπράξει το τίμημα που αυτά αντιπροσώπευαν, δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως ζημίας στο πολιτικώς ενάγον Νοσοκομείο, αφού αυτό στη συνέχεια θα εκκαλείτο από τις Τράπεζες να τους καταβάλει τα αντίστοιχα ποσά που με τα πλαστά τιμολόγια, από παραπλάνησή τους, κατέβαλαν στον παραπάνω. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Γ.Ν.Α. "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" Ν. Π.Δ.Δ. νομιμοποιείτο ενεργητικά να παραστεί ως πολιτικώς ενάγον στην δευτεροβάθμια δίκη και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, κατά το σκέλος του, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 ίδιου κώδικα), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθώς και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος περί έλλειψης αιτιολογίας της παραπάνω παρεμπίπτουσας απόφασης.
VII. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον απορριφθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του περί αναγνωρίσεως υπέρ αυτού των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α' και ε' του ΠΚ, τον οποίο ισχυρισμό του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προέβαλε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, (βλ. σελ. 18 έως 20 αυτής), είναι απορριπτέος, επίσης ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος (άρθρο 463 εδ. β' του ΚΠΔ). Και τούτο διότι κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος τέλεσε τις δυο (2) κακουργηματικές πράξεις, ήτοι της πλαστογραφίας και της απάτης σε βάρος Τραπεζών και ΝΠΔΔ, με τις περιστάσεις (για αμφότερες τις πράξεις), του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, περί καταχραστών δημοσίου, το δε όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε, στα ως άνω, νομικά πρόσωπα, υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, με την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση του ως άνω ν. της τέλεσης των ως άνω πράξεων επί μακρό χρόνο. Το αρχικό πλαίσιο ποινής, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ήταν, σύμφωνα με τη διάταξη των άρθρων 216 παρ.1α-β και 3α, 263Α, 386 παρ. 1 και 3 α' και β' του ΠΚ και άρθρο 1 του ν. 1608/1950, όπως ισχύει, ποινή ισόβιας κάθειρξης με την αναγνώριση δε του ως άνω ελαφρυντικού το πλαίσιο της ποινής ήταν πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών (άρθρο 83 περ.α' Π.Κ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, για κάθε μία από τις άνω πράξεις επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο το ελάχιστο όριο ποινής, βάσει του άρθρων 83, ήτοι κάθειρξη δέκα (10) ετών και συνολική, κατά συγχώνευση κάθειρξη, δέκα τεσσάρων (14) ετών, η περαιτέρω δε αποδοχή και άλλου λόγου μειώσεως, ήτοι του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μεταμέλειας δεν θα είχε νομική επιρροή, αφού η άνω ποινή δεν μπορούσε να μειωθεί περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 85 Π.Κ. κατά την οποία όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής κατά το άρ. 83 ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84) εφαρμόζεται μόνο μία φορά η μείωση της ποινής σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιο πάνω λόγοι και ελαφρυντικές περιστάσεις (ΑΠ 747/2000).
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 5-3-2012, υπ' αριθμό πρωτ. 1787/5-3-2012, αίτηση, του Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 1654/2011 αποφάσεως του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ