Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1036 / 2014    (Γ, Civil Cases)

Θέμα
Αγροτική Νομοθεσία, Αγωγή αναγνωριστική, Αδικαιολόγητος πλουτισμός.




Περίληψη:
Αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου, που έχει παραχωρηθεί κατά τα άρθρα 246 και 242 του Αγροτικού Κώδικα. Η έκδοση και μεταγραφή του παραχωρητηρίου προσπορίζουν πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (αρθ. 189 και 193 του Αγρ. Κώδικα και άρθρ. 7 του Ν.Δ. 3958/1959). Ένσταση επισχέσεως κατά τα άρθρα 325 και 1106 εδ.α ΑΚ παρέχεται στον κακόπιστο νομέα μόνο για αναγκαίες δαπάνες και όχι για επωφελείς. Οι αναγκαίες δαπάνες ζητούνται από κακόπιστο νομέα κατά τις διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων και οι επωφελείς κατά την αξία υλικών τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Ο λόγος του 8 εδ. β δεν ιδρύεται επί μη υπάρξεως αντίστοιχου αγωγικού αιτήματος.




Αριθμός 1036/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ασημακόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 2)Α. Γ. του Δ., και 3)Μ. συζ. Ι. Ρ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Σ. χήρας Μ. Ν., το γένος Δ. Γ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/10/2004 αγωγή των ήδη 1ου και 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Σ. χήρας Μ. Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 205/2006 μη οριστική, 387/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/4/2013 αίτηση και τους από 12/11/2013 προσθέτους λόγους του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 5/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. .../6-12-2013, .../6-12-2013 και .../6-12-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ..., ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 12-4-2013 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε από τον επισπεύδοντα της συζήτηση αναιρεσείοντα προς τους αναιρεσίβλητους.
Συνεπώς εφόσον αυτοί (αναιρεσίβλητοι) δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής σ' αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτών (αρθρ. 576 ΚΠολΔικ). Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 189 και 193 του Αγροτικού Κώδικα και του άρθρου 7 του ΝΔ 3958/1959, που ορίζουν ότι η έκδοση και η μεταγραφή του παραχωρητηρίου προσπορίζουν στον κληρούχο ή στους καθολικούς διαδόχους του την κυριότητα του κλήρου κατά πρωτότυπο τρόπο, έπεται ότι και τα εκδιδόμενα, κατ' εφαρμογή των άρθρων 246 και 242 του Αγροτικού Κώδικα, παραχωρητήρια για την κυριότητα των κατά το άρθρο 242 του Αγροτικού Κώδικα απαλλοτριούμενων κτημάτων, προσπορίζουν στους δικαιούχους την κυριότητα του κλήρου, κατά πρωτότυπο τρόπο και επέχουν θέση τίτλου κυριότητας, υποκειμένου σε μεταγραφή. Εξάλλου κατά το άρθρο 1106 εδ. α ΑΚ το προβλεπόμενο από αυτό δικαίωμα επίσχεσης, το οποίο λειτουργεί όπως το γενικό δικαίωμα επίσχεσης των 325 επ. ΑΚ, παρέχεται στο νομέα, ο οποίος ενάγεται με τη διεκδικητική αγωγή για τις δαπάνες οι οποίες οφείλονται σ' αυτόν. Δαπάνες δε οι οποίες οφείλονται στον κακόπιστο κατά την έννοια του άρθρου 1098 ΑΚ νομέα, ήτοι σε εκείνον ο οποίος κατά την κατάληψη του πράγματος γνώριζε ή από βαριά αμέλεια αγνοούσε ότι δεν δικαιούται να το νέμεται και για τις οποίες, συνεπώς, αυτός έχει δικαίωμα επίσχεσης, είναι, κατ' άρθρο 1102 ΑΚ, οι αναγκαίες δαπάνες, δηλαδή οι δαπάνες οι οποίες απαιτούνται προκειμένου να διατηρηθεί το πράγμα κατάλληλο για τακτική εκμετάλλευση (ΑΚ 1101 εδ α), καθώς επίσης και οι δαπάνες εξαιτίας βαρών του πράγματος, μόνο κατά τις διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων. Αντιθέτως, προκειμένου για επωφελείς δαπάνες, δηλαδή για δαπάνες από τις οποίες αυξάνεται η αξία του πράγματος (ΑΚ 1103), όπως η δαπάνη για την κατασκευή έργου στο αλλότριο ακίνητο, ο κακόπιστος νομέας δεν έχει την κατ' ΑΚ 1102 αξίωση αποζημίωσης για τις δαπάνες αυτές, αλλά κατ' άρθρο 1063 ΑΚ, αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού για την απόδοση της ωφέλειας, η οποία προσπορίστηκε στον κύριο του πράγματος και η οποία συνίσταται μόνο στην αξία των υλικών, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του έργου, όχι όμως και στην αξία της εργασίας.
Συνεπώς, προκειμένου, για επωφελείς δαπάνες, ο κακόπιστος νομέας δεν έχει δικαίωμα επίσχεσης, αφού κατά τα προεκτεθέντα, το δικαίωμα αυτό παρέχεται μόνον για αξίωση αναγκαίων δαπανών, κατά τις άνω διακρίσεις, ενώ στην περίπτωση των επωφελών δαπανών ο κακόπιστος νομέας δεν έχει αξίωση δαπανών, αλλά αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού για την ανωτέρω ωφέλεια. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.α ΚΠολΔικ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτή δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από το αιτιολογικό της, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τέλος ο από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ.β του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αλυσιτελή ισχυρισμό, που δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού τούτο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντά σε τέτοιους ισχυρισμούς (Ολ. ΑΠ 14/2004). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση, ως προς τα πληττόμενα με τους αναιρετικούς λόγους ζητήματα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα κατά ποσοστό 11/24 ή 45,833% εξ αδιαιρέτου ο καθένας των δύο πρώτων και κατά 2/24 ή 8,334% εξ αδιαιρέτου η τρίτη, ενός οικοπέδου και συγκεκριμένα του με αριθμό ... οικοπέδου, που βρίσκεται στο ... Ο.Τ. του Δήμου Πολυκάστρου Κιλκίς, εμβαδού 1192 τμ και συνορεύει βόρεια με την οδό … σε πλευρές 37,59 τμ και 10,70 τμ, νότια με το 1313 οικόπεδο σε πλευρές 8 τμ και 11,23 τμ και δυτικά με την οδό …σε πλευρά 34,08 τμ, αξίας 75.000 ευρώ.
Την κυριότητα απέκτησαν δυνάμει της υπ' αριθμ. 260/17-2-2004 απόφασης του Νομάρχη Κιλκίς, η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Πολυκάστρου Κιλκίς, στις 23-4-2004 με αριθμό καταχώρησης 236/23-4-2004, το ως άνω δε ακίνητο καταχωρήθηκε στο Εθνικό Κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ ... Με την παραπάνω απόφαση το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε στους ενάγοντες ως κληρονόμους του Π. Μ., σε αντάλλαγμα της απαλλοτριωθείσας το 1961 υπ' αριθμ. 614 και έκτασης 2.361 τμ ιδιοκτησίας του, κατ' εφαρμογή του σχεδίου πόλεως Πολυκάστρου, για την οποία (614 ιδιοκτησία) αναγνωρίσθηκαν κύριοι με την υπ' αριθμ. 106/2002 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κιλκίς. Ήτοι, η 260/17-2-2004 απόφαση εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 242 του Αγροτικού Κώδικα, επέχει θέση τίτλου κυριότητας, υποκειμένου σε μεταγραφή και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο Α' μέρος της μείζονος σκέψης, προσπορίζει στους ενάγοντες την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο (ΑΠ 895/2002, ΑΠ 1335/2000 δημ. Νόμος). Κατά του ως άνω τίτλου κυριότητας των εναγόντων (υπ' αριθμ. 260/2004 απόφασης του Νομάρχη Κιλκίς), ο εναγόμενος άσκησε την από 18-10-2006 προσφυγή του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (μεταβατική έδρα Κιλκίς), με την οποία και για τους σ' αυτήν αναφερόμενους λόγους ζήτησε την ακύρωσή της. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 149/2009 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου που απέρριψε την προσφυγή. Επίσης, η κατ' αυτής ασκηθείσα, από τον εναγόμενο, έφεση, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 718/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και έτσι ο ως άνω τίτλος κυριότητας των εναγόντων κατέστη απρόσβλητος, δυνάμει δε αυτού οι τελευταίοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά τα αναφερόμενα εξ' αδιαιρέτου ποσοστά ο καθένας, με πρωτότυπο τρόπο. Μάλιστα, ο διαχωρισμός του επιδίκου υπ' αριθμ. ...) οικοπέδου υπέρ των εναγόντων ως κληρονόμων του Π. Μ., σε αντικατάσταση της ως άνω απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας του έγινε σύμφωνα με το από 19-26/1/1961 πρακτικό της Επιτροπής οριστικών διανομών. Το ακίνητο αυτό το έτος 1967 κατέλαβε παράνομα και αυθαίρετα ο εναγόμενος χωρίς κανένα δικαίωμα, επωφελούμενος από την απουσία των εναγόντων, και προέβη στην τοποθέτηση πρόχειρης περίφραξης με συρματόπλεγμα, και στην κατασκευή εντός αυτού ενός πρόχειρου και αυθαίρετου κτίσματος, εμβαδού 50 τμ, περίπου από τσιμεντόλιθους και λαμαρινοσκεπή, και μίας αποθήκης με τσιμεντόλιθους εμβαδού 8 τ.μ., έκτοτε δε το κατέχει μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής, αρνούμενος να το αποδώσει στους ενάγοντες. Οι τελευταίοι, από το έτος 1967 και εντεύθεν απευθύνθηκαν με επανειλημμένες αιτήσεις τους προς τη Νομαρχία Κιλκίς και άλλες αρμόδιες υπηρεσίες, ζητώντας την εγκατάστασή τους επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο είχε καταλάβει κατά τα άνω ο εναγόμενος (βλ. την από 30-9-1967 αίτηση, την από 17-12-1968 αίτηση με το απαντητικό έγγραφο, την από 13-2-1969 αίτηση, το από 15-2-1969 έγγραφο προς τη Δ/νση Γεωργίας Κιλκίς με το απαντητικό έγγραφο, την από 18-2-1969 αίτηση προς το Υπ. Γεωργίας, την από 1-3-1969 αίτηση προς τη Δ/νση Γεωργίας Κιλκίς κα. το από 5-3-1969 έγγραφο αυτής, την από 17-3-1971 αίτηση στη Δ/νση Γεωργίας Κιλκίς και το απαντητικό έγγραφο, την από 27-8-1991 αίτηση προς τη Δ/νση Γεωργίας Κιλκίς και το υπ' αριθμ. πρωτ. 1342993/4-2-1994 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας, που επικαλείται και προσκομίζει ο εφεσίβλητος). Περαιτέρω, οι δύο πρώτοι, των εναγόντων, άσκησαν κατά του εναγομένου την υπ' αριθμ. κατάθεσης 106/1980 αγωγή τους, διεκδικητική του επιδίκου ακινήτου, ενώ η τρίτη ενάγουσα άσκησε κύρια παρέμβαση, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, το οποίο με την υπ' αριθμ. 103/1981 απόφασή του (κατ' αποδοχή και σχετικού αιτήματος του εναγομένου), κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 285/1983 μη οριστική του απόφαση με την οποία διέταξε αποδείξεις και στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 292/1985 οριστική απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκαν οι τότε ενάγοντες και κυρίως παρεμβαίνουσα (νυν ενάγοντες) συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με κληρονομική διαδοχή, ενώ απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο εναγόμενος, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 251/1987 προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και τη διεξαγωγή αποδείξεων. Το έτος 1994 η Δ/νση Γεωργίας Κιλκίς, προέβη στην έκδοση επ' ονόματι των δύο πρώτων εναγόντων, του υπ' αριθμ.../15-4-1994 παραχωρητηρίου για το επίδικο ακίνητο, το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών Πολυκάστρου, με βάση δε τον τίτλο αυτό οι δύο πρώτοι ενάγοντες άσκησαν κατά του εναγομένου την με αριθμό κατάθεσης 49/11-5-1994 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, η οποία δεν συζητήθηκε, ενόψει νέων δεδομένων, καθόσον η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Κιλκίς με την υπ' αριθμ. 59/1994 απόφασή της, τους αναγνώρισε συγκυρίους του επιδίκου.
Με βάση την τελευταία αυτή απόφαση, οι δύο πρώτοι ενάγοντες άσκησαν κατά του εναγομένου ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, την με αριθμό κατάθεσης 1/1998 αγωγή τους, που έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 228/1998 απόφαση, κατά της οποίας άσκησε έφεση ο εναγόμενος που απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1881/1999 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο εκκαλών-εναγόμενος άσκησε αναίρεση, που έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 1335/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, και με την υπ' αριθμ. 2835/2004 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που εκδόθηκε μετά την παραπομπή της υπόθεσης, απορρίφθηκε η αγωγή των δύο πρώτων εναγόντων ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι στην περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο περιληφθούν ξένα τεμάχια στην οριστική διανομή, αυτή παραμένει έγκυρη και απρόσβλητη, τα δε ξένα αυτά τεμάχια θεωρούνται ως απαλλοτριωθέντα λόγω δημόσιας ωφέλειας, ότι μετά την αναγνώριση της κυριότητας των τέως ιδιοκτητών κατά την διαδικασία του άρθρου 246 και την τήρηση των αναφερόμενων στη διάταξη 242 όρων, εκδίδονται από τον Υπουργό Γεωργίας, μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Εποικισμού, παραχωρητήρια επ ονόματι αυτών που επέχουν θέση τίτλου κυριότητας, υποκειμένου σε μεταγραφή, ενώ για την κυριότητα των απαλλοτριούμενων κτημάτων αποφαίνεται μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων η αρμόδια Επιτροπή Απαλλοτριώσεων. Η τελευταία δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τίτλο κυριότητας για το παραχωρούμενο ακίνητο, αλλά τον μόνο τίτλο αποτελεί το εκδιδόμενο από τον Υπουργό Γεωργίας (ή το Νομάρχη) παραχωρητήριο, που υπόκειται σε μεταγραφή. Έτσι, με την ως άνω υπ' αριθμ. 2835/2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι με την πιο πάνω απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κιλκίς, δεν μεταβιβάσθηκε στους ενάγοντες η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, αφού η απόφαση αυτή δεν αποτελεί τίτλο κυριότητας και εκδόθηκε καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας της, τίτλο δε αποτελεί το εκδιδόμενο από τον Υπουργό Γεωργίας παραχωρητήριο και κατόπιν αυτού η αγωγή των δύο πρώτων εναγόντων απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, καθώς και η ασκηθείσα από την τρίτη ενάγουσα παρέμβαση. Μετά την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων του Αρείου Πάγου και του Δικαστηρίου αυτού, εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 260/17-2-2004 απόφαση του Νομάρχη Κιλκίς, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα Κτηματολογικά Βιβλία, η οποία σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω αποτελεί το νόμιμο τίτλο κυριότητας που υπόκειται σε μεταγραφή, και προσπορίζει στους δικαιούχους- ενάγοντες την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, με πρωτότυπο τρόπο, και η οποία αποτελεί τη βάση της κρινόμενης αγωγής. Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε, ότι ο εκκαλών, κατά τον ανωτέρω χρόνο κατάληψης εκ μέρους του επιδίκου ακινήτου, γνώριζε ότι η έκταση αυτή ανήκε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και, εν συνεχεία, στους ενάγοντες, και ότι οι τελευταίοι όχι μόνον δεν συναινούν αλλά αντιδρούν και εναντιώνονται με τον προεκτεθέντα τρόπο στην εκ μέρους του κατάληψή του και, συνεπώς, ότι δεν έχει δικαίωμα νομής και κατοχής του εν λόγω ακινήτου. Παρόλα όμως αυτά ο εκκαλών επιλήφθηκε παράνομα και αυθαίρετα της κατοχής του ανωτέρω ακινήτου, και αρνείται μέχρι σήμερα να το αποδώσει στους ενάγοντες συγκυρίους, παρά τις προαναφερθείσες ενέργειες των τελευταίων. Επομένως ο εκκαλών είναι κακής πίστεως, με την προεκτεθείσα έννοια, νομέας του επιδίκου ακινήτου. Ενόψει τούτων, και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο Γ' μέρος της μείζονος σκέψης, δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης για τις δαπάνες κατασκευής των ανωτέρω κτισμάτων και φύτευσης των δένδρων στην επίδικη έκταση, αφού πρόκειται όχι για αναγκαίες αλλά για επωφελείς δαπάνες, με τις προεκτεθείσες έννοιες αυτών και, κατά συνέπεια, αφού δεν έχει αξίωση για τις δαπάνες αυτές, δεν έχει και δικαίωμα επίσχεσης του επιδίκου για τις εν λόγω δαπάνες. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, την οποία έχει για την αξία των υλικών τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τα παραπάνω έργα, δεν υφίσταται δικαίωμα επίσχεσης. Εξάλλου, δεν είναι δυνατή η επιδίκαση της αξίωσης αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αφού, πέραν του ότι δεν υποβάλλεται σχετικό αίτημα, δεν διακρίνει την αξία των υλικών την οποία δικαιούται από την αξία της εργασίας για την κατασκευή των παραπάνω κτισμάτων". Ακολούθως το Εφετείο, ως προς τα ζητήματα αυτά, ήτοι της εγκυρότητας του εκδοθέντος παραχωρητηρίου και του παρεχομένου στο νομέα δικαιώματος επισχέσεως, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις μνημονευθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 242 του Αγροτικού Κώδικα και 1106 εδ α ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του, ως προς το παραχωρητήριο, από νόμιμη βάση, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα για την εγκυρότητα του εκδοθέντος από τον οικείο Νομάρχη παραχωρητηρίου όπως τούτο κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ήταν αρκετά για την πλήρωση του πραγματικού της προδιαλειφθήσας διατάξεως του Αγροτικού Κώδικα ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι το εκδοθέν από το Νομάρχη Κιλκίς, υπ' αριθμ. 260/17-2-2014 παραχωρητήριο, που κατέστη απρόσβλητο μετά την τελεσίδικη απόρριψη της κατ' αυτού προσφυγής από το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, προσπόρισε την επί του επιδίκου κυριότητα στους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, καθώς και τρεις λόγοι του προσθέτου δικογράφου πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι αιτιάσεις του τρίτου λόγου, με τις οποίες πλήττονται οι επάλληλες αιτιολογίες της αποφάσεως ως προς την αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού του κακόπιστου νομέα για τις επωφελείς δαπάνες, για τις οποίες δεν υφίστατο αγωγικό αίτημα, είναι απαράδεκτες. Καθόσον οι επάλληλες αυτές παραδοχές έχουν τεθεί ως εκ περισσού, δεν επηρεάζουν το διατακτικό της απόφασης και δεν δημιουργούν δεδικασμένο, ούτε υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση (Ολ ΑΠ 25/2003). Περαιτέρω η αιτίαση του ιδίου πρόσθετου λόγου κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι οι επικληθείσες από τον αναιρεσείοντα δαπάνες αφορούν μόνο στην αξία των υλικών και τις δαπάνες φύτευσης των δένδρων και όχι στην αξία των κατασκευών και των δέντρων, αφορά σε αξίωση του κακόπιστου νομέα για επωφελείς δαπάνες, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, που όμως δεν ήταν αντικείμενο της δίκης, ούτε ασκούσε επιρροή στην έκβασή της, μη ιδρυομένης εντεύθεν της επικαλουμένης πλημμέλειας του αριθμ. 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Ενόψει τούτων η αναίρεση καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ.4 του ΚΠΟΛΔικ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-4-2013 αίτηση και τους από 12-11-2013 πρόσθετους λόγους του Γ. Σ. του Ο., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 44/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Απριλίου 2014. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ