Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1919 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1919/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Δρυμή, για αναίρεση της 1033/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1234/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 του ν. 1599/86 κατά την οποία "Γεγονότα ή (στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας, ή τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα, με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου που συντάσσεται σε ειδικό σφραγιστό χαρτί αξίας 100 (και ήδη 300) δραχμών", και 22 παρ. 6 εδ. α του ίδιου νόμου, η οποία ορίζει ότι "Όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα, ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά, με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών κλπ", συνάγεται ότι για την αντικειμενική υπόσταση του από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενου εγκλήματος απαιτείται: 1) δήλωση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή άρνηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, τα οποία δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή το διαβατήριο, (όχι δε μόνο γεγονότων που αφορούν προσωπικά στοιχεία του δηλούντος), 2) η δήλωση αυτή να είναι συνταγμένη επί του προβλεπόμενου ειδικού σφραγιστού χαρτιού και γ) να απευθύνεται, δηλαδή να υποβάλλεται, σε αρχή ή υπηρεσία του δημόσιου τομέα. Ως αρχή δε νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατ' ιδίαν αυτού ελεύθερη κρίση σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, προβλεπόμενη από τους οργανικούς τούτου νόμους. Εξ άλλου, επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως συνεπληρώθη με το άρθρο 2 § 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται καθ' έκαστον ή να συσχετίζονται ειδικώς, ή να συγκρίνονται προς άλληλα, ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου τούτων το ότι δε εξαιρούνται, μερικά από αυτά δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθηκαν υπόψη και δεν αξιολογήθηκαν και τα λοιπά, μη ειδικά αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγον αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που εδέχθη ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε. Περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον αμέσως ανωτέρω λόγον αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμεμη περίπτωση το Εφετειο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 1033/2007 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην ... την 5/4/2002 εν γνώσει του δήλωσε ψευδή γεγονότα με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση που συντάσσεται στο ειδικό χαρτί, που προβλέπει το άοϋρο 8 Ν 1599/86 και συγκεκριμένα συνέταξε και υπέγραψε υια υπεύθυνη δήλωση, στην οποία ανέφερε τα εξής: "... δηλώνω ότι δεν έχω παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα για κακούργημα ή πλημμέλημα της περίπτωσης Α του εδαφίου Β της παραγράφου 1 του όρθρου 8 του Υπαλληλικού Κώδικα για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία δικηγόρου, δωροδοκία, καταπίεση, απιστία περί την υπηρεσία, παράβαση καθήκοντος καθ' υποτροπή, συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής". Το περιεχόμενο όμως της υπεύθυνης δήλωσης ήταν ψευδές και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας, καθόσον στην πραγματικότητα ο ίδιος (κατηγορούμενος) είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Τριμελούς Δικαστηρίου Εφετών Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις α) της χρήσης πλαστού εγγράφου κατ' εξακολούθηση, β) της άμεσης συνεργείας κατ' εξακολούθηση σε απάτη κατ' εξακολούθηση από δράστη που ενεργεί κατ' επάννελυα και κατά συνήθεια και γ) πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, δυνάμει του υπ' αριθ. 88/2000 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο εκδόθηκε την 21/2/2000 και επικυρώθηκε από το υπ' αριθμ. 725/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε την 30/5/2000 και το οποίο κατέστη αμετάκλητο, καθόσον ή αίτηση αναίρεσης που είχε ασκήσει ο κατηγορούμενος απερρίφθη δυνάμει του υπ' αριθμ. 781/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Τη δήλωση αυτή την απηύθυνε προς την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, που αποτελεί δημόσια υπηρεσία εποπτευόμενη από το Υπουργείο Πολιτισμού και την παρέδωσε στον αρμόδιο υπάλληλο αυτής (Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης), μαζί με τα λοιπά δικαιολογητικά του έγγραφα (αντίγραφο αστυνομικής ταυτότητας, πιστοποιητικό υγείας, αντίγραφο ποινικού μητρώου, επικυρωμένο τίτλο σπουδών, υπεύθυνη δήλωση ότι δεν έχει άλλη απασχόληση στο δημόσιο τομέα, απολυτήριο στρατού), τα οποία απεστάλησαν προς το Υπουργείο Πολιτισμού (Γενική Δ/νση Δ/κης Υποστήριξης, Δ/νση Διοικητικού, Τμήμα Β' Προσωπικού), προκειμένου ο κατηγορούμενος να προσληφθεί ως μόνιμος μουσικός (5ης κατηγορίας) στην Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, καθόσον είχε επιτύχει στον προηγηθέντα σχετικό διαγωνισμό. Η ως άνω δήλωση κατετέθη ενώπιον της ανωτέρω δημόσιας υπηρεσίας, καθόσον για την πρόσληψη του κατηγορουμένου ως μόνιμου μουσικού αυτής εφαρμόζονταν οι διατάξεις του Ν 2683/99 (Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ) και απαραίτητη προϋπόθεση για τον διορισμό του ήταν να μην συντρέχουν τα κωλύματα του άρθρου 8 Ν 2683/99, σύμφωνα με το οποίο "1.- Δεν διορίζονται υπάλληλοι: ... β) οι υπόδικοι που έχουν παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα για κακούργημα ή για πλημμέλημα της περίπτωσης α (μεταξύ των οποίων η απάτη και η πλαστογραφία), έστω και αν το αδίκημα έχει παραγραφεί" και επομένως ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να διοριστεί υπάλληλος της ως άνω υπηρεσίας, καθόσον το υπ' αριθμ. 725/2000 τελεσίδικο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης (που επικύρωσε το υπ' αριθμ. 88/2000 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών) είχε εκδοθεί ήδη την 30/5/2000 και ο κατηγορούμενος είχε πλήρη γνώση του περιεχομένου του, αφού είχε ασκήσει αναίρεση κατά αυτού ήδη από την 20/6/2000, ενώ και το αμετάκλητο βούλευμα του είχε κοινοποιηθεί την 5/4/2002. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης του επέβαλε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την από τη διάταξη του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία, κατεδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις υπό τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 1599/1986, τις οποίες εφήρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα Α)στοιχειοθετείται πλήρως η αντικειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, με τις αναφορές ότι α)στις 5/4/2002 ο κατηγορούμενος υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/86, την ως άνω (υπεύθυνη) δήλωση απηύθυνε ο κατηγορούμενος προς την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης που αποτελεί δημόσια υπηρεσία εποπτευομένη από το Υπουργείο Πολιτισμού. Με τις στο σκεπτικό δε αναφορές ότι η δήλωση αυτή κατατέθηκε ενώπιόν της ανωτέρω δημόσιας υπηρεσίας, στην οποία και απευθυνόταν προκύπτει με σαφήνεια ότι ο χρόνος κατά τον οποίο κατατέθηκε η παραπάνω υπεύθυνη δήλωση, η οποία και απευθύνεται προς την ως άνω δημόσια υπηρεσία είναι η 5/4/2002. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' κατ' εκτίμηση λόγος αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία από τη μη αναφορά του χρόνου στον οποίο περιήλθε η ως άνω υπεύθυνη δήλωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και αυτό ανεξάρτητα του ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω έλλειψης εννόμου προς τούτο συμφέροντος του αναιρεσείοντος, αφού ο χρόνος κατάθεσης της υπεύθυνης δήλωσης, με δεδομένο και μη αμφισβητούμενο απ' αυτόν το χρόνο που υπέγραψε την υπεύθυνη δήλωση (ήτοι την 5/4/2002) είναι μεταγενέστερος αυτή και ως εκ τούτου δεν έχει συνέπεια στην παραγραφή της ως άνω αξιόποινης πράξης. Β)Για την πληρότητα της αιτιολογίας όσον αφορά το στοιχείο της γνώσεως από τον αναιρεσείοντα ότι ήταν ψευδές το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης του, ότι δηλαδή δεν είχε παραπεμφθεί τελεσίδικα για τα αδικήματα, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 8 § 1 του Υπαλληλικού Κώδικα, αρκούσε το διαλαμβανόμενο τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η γνώση αυτή του κατηγορουμένου, συνάγεται από το ότι είχε αυτός ασκήσει αναίρεση κατά του βουλεύματος του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που παρέπεμψε αυτόν για να δικασθεί για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις την 20-6-2000 ήτοι πριν από την υποβολή απ' αυτόν της υπεύθυνης δήλωσης στην ως άνω αρμόδια αρχή, τα δε αναφερόμενα στο μεν σκεπτικό ότι "επί της ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως είχε εκδοθεί την 27/3/2002 το 781/2002 βούλευμα του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, το οποίο απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη, ασχέτως αν το εν λόγω βούλευμα έφθασε στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης την 14/5/2002", στο δε διατακτικό "ότι το αμετάκλητο βούλευμα του είχε κοινοποιηθεί στις 5-4-2002", είναι ενισχυτικά απλώς της γνώσης του αναιρεσείοντα. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης της ωςάνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης λόγω αντιφάσεων μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς τον χρόνο που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα το αμετάκλητο βούλευμα του Αρείου Πάγου ανεξάρτητα του ότι δεν υπάρχει τέτοια αντίφαση, αλυσιτελώς προβάλλεται και ως εκ τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί. Ως αβάσιμος είναι απορριπτέος και ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' κατά το τρίτο σκέλος του τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την αναγνωσθείσα στο ακροατήριό του 1345/203 πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αθωώθηκε για τα αδικήματα που παραπέμφθηκε να δικασθεί ο κατηγορούμενος, αφού με την στο προοίμιο του σκεπτικού αναφορά ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του, με βεβαιότητα προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ως άνω αναγνωσθέν έγγραφο, ενώ, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η αυτή πλημμέλεια για τον λόγο της μη λήψης υπόψη από το Δικαστήριο του ... πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης του κατηγορουμένου και του ... εγγράφου του Δ/ντή της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης ..., είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης τέτοια έγγραφα δεν φέρονται ότι αναγνώσθηκαν. Τέλος απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι κατ' εκτίμηση ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' συναφής λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ... έγγραφο του ως άνω Δ/ντου της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, το οποίο όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης φέρεται ότι αναγνώσθηκε και δεν έλαβε υπόψη του το με αριθμό ... μεταγενέστερο έγγραφο του ιδίου που αφορά την προσωπικότητά του, εφόσον όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης τέτοιο έγγραφο δεν αναγνώσθηκε ούτε ζητήθηκε η ανάγνωσή του ενώ απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος είναι και ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, το υπ' αρ. πρωτ. ΥΠΠΟ/ΔΙΟΙΚ/Β/... έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού, την υπ' αρ. πρωτ. ΥΠΠΟ/ΔΙΟΙΚ/Β/6012β/16-10-2002 απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού, και το υπ' αρ. 243/24-10-2002 ΦΕΚ στο οποίο δημοσιεύθηκε αυτή, αν και όλες αυτές οι αποφάσεις και έγγραφα δεν ίσχυαν κατά την συζήτηση της υπόθεσής του στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είχαν ήδη ανακληθεί από την ίδια την υπηρεσία του, στην οποία επαναπροσλήφθηκε και τούτο διότι δεν συνεπάγεται καμμιά ακυρότητα η ανάγνωση εγγράφων, τα οποία είχαν ανακληθεί από την αρμόδια υπηρεσία, ανεξάρτητα του ότι όπως από τα πρακτικά προκύπτει ο παριστάμενος συνήγορος του απόντος κατηγορουμένου και εκπροσωπών αυτόν δεν αντέλεξε στην ανάγνωση τους.
II. Από τη διάταξη του άρθρου 364 ΚΠΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης ή πρότασης, που να συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδει κατ' εκτίμηση στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β' πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν απήντησε επί του αιτήματος που υπέβαλε γραπτώς και ανέπτυξε προφορικά για ανάγνωση των σ' αυτό εγγράφων, παρόλον που εγχειρίσθηκαν αυτά νόμιμα στην διευθύνουσα τη συζήτηση προεδρεύουσα εφέτης, και ναι μεν από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου εγχείρησε για την αναγραφή στα πρακτικά τον περί νομικής πλάνης αυτοτελή ισχυρισμό του, στον οποίο και υπήρχε αίτημα ν' αναγνωσθούν τα επικαλούμενα επίσης στο υποβληθέν έγγραφο έγγραφα. Όμως από τα πρακτικά της δίκης δεν αναφέρεται ότι τα έγγραφα αυτά πράγματι εγχειρήσθηκαν στην Προεδρεύουσα ενώ δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η διόρθωση των πρακτικών ούτε προσβλήθηκαν αυτά για πλαστότητα, χωρίς όμως την παραπάνω προϋπόθεση δεν θεμελιώνεται έλλειψη ακρόασης του αναιρεσείοντος για τον προαναφερόμενο λόγο, ο οποίος συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, και συνεπώς ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β' τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
III. Επειδή αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που οδηγούν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, στην άρση ή μείωση του καταλογισμού του δράστη ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο εκ του άρθρου 31 § 2 ΠΚ ισχυρισμός ότι ο δράστης πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Το δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένως, επί του ισχυρισμού αυτού, εφόσον είναι ορισμένος. Για το ορισμένο δε τούτου απαιτείται η επίκληση της πεποιθήσεως του δράστη ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη, καθώς και του συγγνωστού της πλάνης του, των περιστάσεων δηλαδή εκείνων, βάσει των οποίων αγνοούσε και δεν ηδύνατο, παρά την καταβολή της προσηκούσης επιμελείας, να διαγνώσει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ο συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε ισχυρισμό περί νομικής πλάνης τον οποίο και εγχείρησε εγγράφως, επικαλούμενος για το συγνωστό αυτής ότι ο κατηγορούμενος, ως μουσικός δεν είχε τις απαιτούμενες γνώσεις νομικών διατάξεων και ως εκ τούτου α) εν όψει του ότι δεν είχε παρουσιασθεί σε ακροατήριο δικαστηρίου για να δικασθεί εξέλαβε ότι το γεγονός που δήλωσε στην υπεύθυνη δήλωση που υπέβαλε ότι δηλαδή δεν έχει παραπεμφθεί, ταυτίζεται με το γεγονός ότι δεν έχει δικασθεί από δικαστήριο, β) έδωσε πίστη στα λεγόμενα του δικηγόρου του που αντ' αυτού είχε καταθέσει αίτηση αναίρεσης, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι έχει δικαίωμα να δηλώσει υπεύθυνα τα όσα δήλωσε". Ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος αφού δεν περιέχονται τα απαιτούμενα περιστατικά για τη θεμελίωσή του και ειδικότερα δεν περιέχονται περιστατικά τα οποία θα καθιστούσαν συγγνωστή την άγνοια του κατηγορουμένου επί των δηλωθέντων απ' αυτόν ενώ τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αρκούν για να καταστήσουν ορισμένο τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, αφού επί πλέον της αγνοίας νομικών γνώσεων το μεν δεν γίνεται επίκληση ότι, ο κατηγορούμενος στερείται των στοιχειωδών γνώσεων της Ελληνικής γλώσσας ώστε να μην μπορεί να διακρίνει ότι το να "παραπεμφθεί κάποιος για να δικασθεί" για μια αξιόποινη πράξη, είναι διαφορετικό από το "έχει δικασθεί", το δε δεν αναφέρει με επίκληση αποδεικτικών μέσων το όνομα του συνηγόρου του, ποιο το ακριβές περιεχόμενο των όσων του δήλωσε και την ακριβή ημερομηνία που επικοινώνησε προς τούτο μ' αυτόν. Συνακόλουθα το Εφετείο το οποίο απέρριψε τον παραπάνω περί νομικής πλάνης αυτοτελή ισχυρισμό χωρίς να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β' πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού δεν ήταν υποχρεωμένο ν' απαντήσει επί του αορίστου αυτού ισχυρισμού πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική περί αυτού κρίση τους. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί n κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22/6/2007 αίτηση του X, κατοίκου ..., για αναίρεση της 1033/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναίρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή