Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 198 / 2015    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως λόγοι.




Περίληψη:
Αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος αναβολής-Λόγοι αναιρ. Α΄ και Δ΄.
Υπεξαίρεση κακουργηματική από εντολέα-δικηγόρο.
Ακυρότητα πρωτόδικης απόφασης καλύπτεται μετά την επί της ουσίας έκδοση αποφ. Από δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 502 ΚΠοινΔ).




Αριθμός 198/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Καπελούζο-Εισηγητή και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Γεωργία Πιερίδου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2245, 2503, 2793/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2014 αίτησή του αναίρεσης μετά των από 7 Ιανουαρίου 2015 προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1169/2014.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κωδικός δικανική του πεποίθηση. Η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Με βάση τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Συμβάσεως αυτής, αν υποβληθεί νομίμως αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και αυτό απορριφθεί χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θεωρείται ότι προσβάλλεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και ιδρύεται και ο ως άνω λόγος αναιρέσεως.
Στη προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης με αριθμό 2245,2503,2793/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει [σ.74-75] ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις [για να επισυναφθούν, με την φροντίδα της Εισαγγελίας, στη δικογραφία έγγραφα που θα χρησιμεύσουν στην υπεράσπιση του].Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το δικαστήριο με την εξής αιτιολογία [σ.83]"τα αιτήματα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, προκειμένου να καταθέσει μάρτυς του κατηγορητηρίου και να προσκομισθούν, με την φροντίδα της Εισαγγελίας, τα επικαλούμενα απ' αυτόν έγγραφα, πρέπει να απορριφθούν, διότι το δικαστήριο, ενόψει όλων των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την απόρριψη δε αυτή δεν παραβιάσθηκαν τα, κατ' άρθρα 171 παρ. 1δ ΚΠοινΔ. και 6 παρ.3β της ΕΣΔΑ, 6 παρ.3β της ΕΣΔΑ, υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε και άρα ο σχετικός [πρώτος] λόγος της κρινόμενης αιτήσεως [άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ.] είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, επίτροπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε)το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και στ) να συντρέχει επιπλέον στο πρόσωπο του υπαίτιου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες τόπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Υποκειμενικά, απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 719 και 721 ΑΚ, ο μεν εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής, ο δε εντολοδόχος, α) ν' αποδώσει στον εντολέα του ό,τι έλαβε κατά την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεση της ή και β) να καταβάλει σε τρίτους, οφειλέτες του εντολέα του, ό,τι του παρέδωσε ο τελευταίος. Σχέση έμμισθης εντολής καθιδρύεται μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του και όταν ο πρώτος, κατά την άσκηση του λειτουργήματος του, αναλαμβάνει να προβεί σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα του, να δέχεται καταβολές οφειλόμενες στον τελευταίο ή και να προβαίνει σε καταβολές σε τρίτους με χρήματα του εντολέα του. Γι'αυτό και σε περίπτωση ιδιοποιήσεως των χρημάτων που έλαβε ο εντολοδόχος δικηγόρος πελάτη του για να τα καταβάλει σε οφειλέτες του εντολέα του, για την εξόφληση οφειλής του τελευταίου, τελείται έγκλημα υπεξαιρέσεως.
Περαιτέρω, η απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου κωδικός λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξ άλλου, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφορά όλες τις δικαστικές αποφάσεις, ακόμη και τις παρεμπίπτουσες ή προπαρασκευαστικές και εκείνες των οποίων η έκδοση αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή, όπως είναι και η παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία απορρίπτεται αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια κατ' άρθρο 349 του ΚΠοινΔ. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2245,2503,2793/2013 απόφαση του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρος κατηγορίας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης απολογία του κατηγορουμένου), αποδείχθηκαν για τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο κατηγορούμενος, με περισσότερες της μίας πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, έχει τελέσει την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευτεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητας Ε. Ο. Π. - Β. Π., ο οποίος διατηρούσε στη Λέρο επιχείρηση διάθεσης υγρών καυσίμων, ανέθεσε το έτος 1999 στον κατηγορούμενο, με την ιδιότητα του δικηγόρου, το χειρισμό ποινικής υπόθεσης του για παραβάσεις σχετικές με τη διακίνηση πετρελαιοειδών (λαθρεμπορία, εικονική έκδοση τιμολογίων), που του είχαν καταλογιστεί από την Περιφερειακή Δ/νση Ν. Αιγαίου του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) . Ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του στο στάδιο της Ανάκρισης του κατέβαλε το ποσό των 500.000 δρχ. Στη συνέχεια ο εγκαλών, ενόψει προστίμου, που είχε καταλογισθεί σε βάρος του από το σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος Νοτίου Αιγαίου για φορολογικές του παραβάσεις, μετά τη διαβεβαίωση του κατηγορουμένου ότι λόγω γνωριμιών στο Υπουργείο Οικονομικών και στη Γενική Δ./νση Τελωνείων είχε τη Βατότητα να επιτύχει μία ευνοϊκή γι' αυτόν ρύθμιση, του έδωσε στις 7-10-1999 το ποσό των 13.521.520 δρχ. με έμβασμα της Εμπορικής Τράπεζας και στις 13-10-1999 το ποσό των 15.822.696 δρχ? με έμβασμα της Αγροτικής Τράπεζας, δηλαδή συνολικά του έδωσε 29.344.216 δρχ. ή 86.116,554 ευρώ, με την εντολή να προβεί σε οικονομικό διακανονισμό με το Υπουργείο Οικονομικών σχετικά με πρόστιμο που του είχε επιβληθεί και να καταβάλει τα ποσά αυτά αρμόδια ώστε να ρυθμιστεί με τον πιο ευνοϊκό τρόπο η εκκρεμότητα του αυτή. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος κατέβαλε μικρότερο ποσό για τη ρύθμιση της οφειλής, υποχρεούτο να επιστρέψει στον εγκαλούντα το υπόλοιπο. Προς εξασφάλιση του δε ο εγκαλών έλαβε από τον κατηγορούμενο μία συναλλαγματική ποσού 29.000.000 δρχ., στην οποία δεν αναγράφονταν η ημερομηνία έκδοσης και λήξης αυτής, όπως και ο τόπος έκδοσης. Ο κατηγορούμενος επί πλέον των ως άνω ποσών ζήτησε και ποσό 11.000.000 δρχ., το οποίο ο εγκαλών δεν του έδωσε. Κατά τις αρχές Απριλίου του 2000 ο κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα ότι δήθεν κατόπιν διακανονισμού το χρέος του ανήλθε σε 20.000.000 και θα επέστρεφε τα υπόλοιπα. Όπως όμως διαπίστωσε ο εγκαλών στη συνέχεια, απευθυνόμενος στο Υπουργείο Οικονομικών, ουδείς διακανονισμός είχε γίνει, ο δε κατηγορούμενος, ο οποίος σε ουδεμία ενέργεια είχε προβεί σε εκτέλεση της ανατεθείσης σ' αυτόν εντολής , αρνιόταν να αποδώσει στον εγκαλούντα το εισπραχθέν από αυτόν ποσό, ενσωματώνοντας το έτσι στην περιουσία του, αν και γνώριζε ότι αυτό δεν του ανήκει. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το φερόμενο από αυτόν ως υπεξαιρεθέν ποσό ή μέρος αυτού (το οποίο δεν προσδιορίζει) αποτελούσε νόμιμη δικηγορική του αμοιβή και έξοδα για νομικές ενέργειες στις οποίες προέβη για λογαριασμό του εγκαλούντος και ότι ο τελευταίος, μετά την καταγγελία της σύμβασης, έπρεπε να αφαιρέσει το ποσό αυτό. Επίσης, ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι το φερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσό ή μέρος αυτού (το οποίο δεν προσδιορίζει) το προβάλλει άλλως σε συμψηφισμό και επίσχεση, διότι αποτελεί τη νόμιμη δικηγορική του αμοιβή και έξοδα. Οι ισχυρισμοί αυτοί, η βασιμότητα των οποίων αναιρεί το δόλο του κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε άλλες νομικές ενέργειες, κατ' εντολή του εγκαλούντος, πλην εκείνης για την οποία, όπως προαναφέρθηκε, έλαβε ήδη τη συμφωνηθείσα αμοιβή των 500.000 δρχ. και αφορούσε τις νομικές του υπηρεσίες στο στάδιο της Ανάκρισης. Υπήρξε βέβαια συμφωνία, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος φρόντιζε να γίνει διακανονισμός του χρέους του εγκαλούντος, να λάβει κάποια αμοιβή χωρίς να προσδιοριστεί συγκεκριμένο ποσό, όμως σε ουδεμία αυτός ενέργεια προέβη ώστε να δικαιούται αμοιβής . Επίσης, ουδόλως αποδείχθηκε ότι κατόπιν εντολής του εγκαλούντος προέβη σε σύνταξη της από 16-9-2000 ανακοπής του εγκαλούντος κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που υπογράφεται από τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι ο εγκαλών ήδη από 18-7-2000 είχε υποβάλει εναντίον του κατηγορουμένου την από 18-7-2000 μήνυση του για υπεξαίρεση, οπότε δεν είναι λογικό μετά την υποβολή της μήνυσης να του αναθέσει υπόθεση. Όσον αφορά δε τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο σε επικυρωμένες φωτοτυπίες: α) από 27-1-2000 έγγραφο του κατηγορουμένου προς τον Επιθεωρητή του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, στο οποίο ο κατηγορούμενος φέρεται να ενημερώνει ότι ο εγκαλών δεν θα καταθέσει ως μάρτυρας και ότι αυτός κατόπιν εξουσιοδότησης του πελάτη του θα υποβάλει υπόμνημα και β) από 21-2-2000 αναφορά του εγκαλούντος προς τον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας, που υπογράφεται από τον κατηγορούμενο, δεν προέκυψε ότι τα έγγραφα αυτά εστάλησαν κατόπιν εξουσιοδότησης και εν γνώσει του εγκαλούντος. Ακόμη και όσον αφορά το από 14-2-2000 τηλεγράφημα, απευθυνόμενο προς τη Δ/νση Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, το οποίο φέρεται να έχει αποσταλεί από τον εγκαλούντα και να ενημερώνει ότι δεν θα καταθέσει ως μάρτυρας "μετά από συμβουλή και του συνηγόρου του Στάθη Στογιάννου", δεν προκύπτει ότι εστάλη από τον εγκαλούντα μετά από σχετική άρνηση αυτού στο ακροατήριο και ενόψει του ότι πρόκειται περί τηλεγραφήματος που δεν αποκλείει την αποστολή του από άλλο πρόσωπο. Ανεξαρτήτως όμως αυτών δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος είχε εκκαθαρισμένη απαίτηση κατά του εγκαλούντος ώστε να μπορεί να την προτείνει σε συμψηφισμό ή επίσχεση. Το υπεξαιρεθέν ως άνω ποσό ανερχόμενο συνολικά σε 29.344.216 δρχ. ή 86.116,554 ευρώ είναι ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, ενόψει όμως του ότι υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ όχι όμως και εκείνο των 120.000 ευρώ, ο κατηγορούμενος διέπραξε, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, χωρίς όμως την επιβαρυντική περίσταση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ, δεδομένου ότι, μετά την αναπροσαρμογή του ποσού, με την ευνοϊκότερη διάταξη του ν. 4055/2012, για την επιβαρυντική περίπτωση το συνολικό αντικείμενο θα πρέπει να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ.". Ακολούθως, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο, χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ, του ότι: " Με πλείονες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παράνομα ολικά ξένο κινητό πράγμα το οποίο του εμπιστεύθηκαν λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, η αξία του οποίου υπερβαίνει συνολικά τα 25.000.000 δρχ. Πιο συγκεκριμένα στις 7-10-1999 και 13-10-1999 ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εγκαλούντος Π. Π., έλαβε στην κατοχή του μέσω δύο εμβασμάτων τραπέζης και συγκεκριμένα ενός εμβάσματος της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (αριθμός πράξης 9308/7-10-1999) εκ δραχμών δέκα τριών εκατομμυρίων πεντακοσίων είκοσι μίας χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι (13.521.520) δρχ. και ενός της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (αριθμός πράξης 155867/13-10-1999) εκ δραχμών δέκα πέντε εκατομμυρίων οκτακοσίων είκοσι δύο χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα έξι (15.822.696) δρχ., τα οποία του απέστειλε ο ανωτέρω με την εντολή να ρυθμίσει με τα ποσά αυτά τον οικονομικό διακανονισμό με το Υπουργείο Οικονομικών σχετικά με πρόστιμο που είχε καταλογισθεί σε βάρος του από το σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος Νοτίου Αιγαίου για φορολογικές παραβάσεις. Πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε σύμφωνα με την προεκτιθέμενη εντολή όπως ήταν υποχρεωμένος λόγω της ιδιότητας του ως πληρεξουσίου δικηγόρου του εγκαλούντος αλλά ιδιοποιήθηκε παρανόμως το ποσό των 29344216 δρχ. συνολικά".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς τα προαναφερθέν έγκλημα της υπεξαιρέσεως αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που τα είχαν εμπιστευθεί στον αναιρεσείοντα ως εντολοδόχο ξένης περιουσίας, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παράγραφος 1 α, 27 παράγραφος 1, 98, 375 παράγραφος 2-1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσα χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία, και χωρίς έτσι να στερήσει την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση: δέχεται ρητώς ότι ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος: 1) ανέλαβε, ως δικηγόρος, με σύμβαση εντολής, να εισπράξει δυο τραπεζικά εμβάσματα, συνολικού ποσού 293442216 δραχμών, που του απέστειλε ο εγκαλών Π. Π., για να διακανονίσει με το Υπουργείο Οικονομικών φορολογικά πρόστιμα που είχαν επιβληθεί στον τελευταίο, 2) απέκτησε έτσι την ιδιότητα του εντολοδόχου-διαχειριστή αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, 3)έχον-τας στην κατοχή του το ως άνω ποσό και μη εκτελώντας την ως άνω εντολή του εγκαλούντος, εξεδήλωσε πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεως του, την οποία υλοποίησε αρνούμενος, παρά τις προς τούτο διαμαρτυρίες του εγκαλούντος, την απόδοση του, το οποίο και ενσωμάτωσε στην ατομική του περιουσία. Τα ανωτέρω δε πραγματικά περιστατικά συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προβλεπόμενου από τις διατάξεις του άρθρου 375 παράγραφος 2-1 ΠΚ εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Περαιτέρω, αναφορικά με το εν λόγω έγκλημα της υπεξαιρέσεως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου ο νόμος αρκείται σε απλή δολία προαίρεση του δράστη, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται ειδική αιτιολόγηση του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και εξυπακούεται η ύπαρξη του από την πραγμάτωση αυτών. Επισημαίνεται ότι το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, ότι το ως άνω ποσό δεν υπεξαιρέθηκε από τον κατηγορούμενο, αλλ' αποτελούσε την νόμιμη δικηγορική του αμοιβή, ενώ η επικαλούμενη έλλειψη αναφοράς του χρόνου προθέσεως της παράνομης ιδιοποιήσεως του ως άνω ποσού είναι απορριπτέα, διότι η έλλειψη αυτή δεν έχει έννομη επιρροή στην κρινόμενη περίπτωση, αφού δεν τίθεται θέμα παραγραφής του εγκλήματος, δεδομένου ότι, όπως κρίθηκε, ο κατηγορούμενος τέλεσε εξακολουθητικά την πιο πάνω κακουργηματική πράξη κατ' έτος 1999. Οι λοιποί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος [κακή εκτίμηση των αποδείξεων]είναι απορριπτέοι ως απαραδέκτως προβαλλόμενοι, διότι, υπό την επίκληση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχεία Δ', Ε' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως.
Από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 2 και 4 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολο της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για κατ' ουσίαν συζήτηση στην πριν από την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως στάση, με την έννοια ότι το τελευταίο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης αποφάσεως καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και αυτό επανεξετάζει την υπόθεση τόσο ως προς τη νομική όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση. Έτσι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο ν' απαντήσει σε σχετικό ισχυρισμό περί ακυρότητος στην πρωτοβάθμια δίκη και συνακόλουθα δεν υποπίπτει σχετικώς στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Β' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στη προκείμενη περίπτωση, με τους πρόσθετους, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Α' ΚποινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται τις παρεμπίπτουσες με αριθμούς 2245 και 2793/2013 συμπροσβαλλόμενες αποφάσεις, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς επαρκή αιτιολογία, απέρριψε τις ενστάσεις που είχε προβάλλει για ακυρότητα της πρωτοβάθμιας διαδικασίας. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά απέρριψε τις ενστάσεις αυτές με τις εξής ειδικές και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες: Το αίτημα του κατηγορουμένου περί ακυρότητας της διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για το λόγο ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος αναβολής που υπέβαλε αμέσως μετά την απόρριψη της ένστασης του εκ του άρθρου 338 Κ.Π.Δ. απαραδέκτως προβάλλεται, εφόσον δεν έχει προταθεί με λόγο έφεσης (ΑΠ 359/2011). Ανεξαρτήτως όμως αυτού, από την επισκόπηση των πρακτικών της εκκαλουμένης απόφασης, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναβολής ήταν τελείως αόριστος και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού (ΑΠ 544/2011). Ειδικότερα, το αίτημα του κατηγορουμένου είχε ως εξής: "Στη συνέχεια δήλωσε ότι ζητά την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης και ότι δεν πρόκειται να δικαστεί η υπόθεση ούτε στο δικαστήριο της Κομοτηνής". Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο ισχυρισμός περί ακυρότητας της διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διότι πριν τη λήψη από το Δικαστήριο της απόφασης επί της αίτησης του για εξαίρεση των μελών του Δικαστηρίου και του Εισαγγελέα δεν δόθηκε ο λόγος σ' αυτόν και στο συνήγορο του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει την αίτηση εξαίρεσης υπόκειται σε έφεση αν και η απόφαση της ουσίας προσβάλλεται με έφεση και μόνο ταυτόχρονα με αυτή (άρθρο 22 ΚΠΔ). Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον με την έφεση επί της ουσίας της υπόθεσης δεν προσβλήθηκε με έφεση από τον κατηγορούμενο και η απόφαση επί της αίτησης του περί εξαίρεσης του Δικαστηρίου δεν μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί επ' αυτής. Επίσης, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση μετά την απόρριψη της αίτησης αυτού περί εξαίρεσης του Δικαστηρίου, διότι μετά την απόρριψη ως αβάσιμης της αίτησης αυτού περί εξαίρεσης των μελών του Δικαστηρίου και του Εισαγγελέα της Έδρας ορθά δίκασε την υπόθεση η αρχική σύνθεση του Δικαστηρίου. Ακόμη ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται από την απόρριψη αίτησης του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης προκειμένου να προσκομιστούν τα αναφερόμενα από τον κατηγορούμενο έγγραφα. Και αυτό διότι εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου αν θα αναβάλλει ή όχι τη δίκη για κρείσσονες αποδείξεις, μη υποχρεούμενο να αναβάλλει την εκδίκαση της υπόθεσης εάν δεν κρίνει αναγκαία την προσκόμιση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, εφόσον, κατά την κρίση του, μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα με τα ήδη υπάρχοντα. Περαιτέρω αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ακυρότητας της διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διότι α) του αφαιρέθηκε ο λόγος από την πρόεδρο κατά το σχολιασμό από αυτόν της πρότασης του Εισαγγελέως περί της ενοχής του και β) δεν δόθηκε σ' αυτόν και στον Εισαγγελέα ο λόγος επί της προσφυγής που υπέβαλε κατά της ως άνω διάταξης της προέδρου. Από την επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης και των πρακτικών αυτής προκύπτουν τα εξής: Μετά την πρόταση του Εισαγγελέα περί ενοχής του κατηγορουμένου και μετά την αγόρευση του συνηγόρου αυτού (κατηγορουμένου), δόθηκε από την πρόεδρο ο λόγος στον κατηγορούμενο για να προσθέσει αν έχει κάτι για την υπεράσπιση του. Ο κατηγορούμενος έλαβε το λόγο και εξέφρασε την αντίθεση του στην πρόταση του εισαγγελέα και σχολίασε αυτή "δηλώνοντας ότι πρέπει να απαλλαχτεί από τις κατηγορίες αναπτύσσοντας τους λόγους για κάτι τέτοιο και επαναλαμβάνοντας όσα ανέφερε προηγουμένως". Η Πρόεδρος τον διέκοψε διότι αυτά που έλεγε είχαν ειπωθεί στην απολογία του. Κατόπιν, ο κατηγορούμενος, αφού έλαβε και πάλι το λόγο από την Πρόεδρο ζήτησε "να συνεχίσει το σχολιασμό της εισαγγελικής πρότασης", το δε Δικαστήριο, μετά από διάσκεψη δημοσίευσε την 4808/2010 παρεμπίπτουσα απόφαση του, με την οποία απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου για περαιτέρω σχολιασμό της εισαγγελικής πρότασης, με την αιτιολογία ότι " όσα εκθέτει δεν αναφέρονται σε απόκρουση αντίθετων επιχειρημάτων κατά την έννοια του άρθρου 369 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. αλλά αποτελούν επανάληψη της απολογίας του που εκτενέστερα ανέπτυξε". Με βάση τα προεκτεθέντα, κατ' αρχήν δεν προκύπτει ότι της παραπάνω απόφασης του Δικαστηρίου προηγήθηκε προσφυγή του κατηγορουμένου σε ολόκληρο το Δικαστήριο για έλλειψη ακρόασης του, ώστε να υπάρχει υποχρέωση όπως δοθεί ο λόγος στον ίδιο και στον Εισαγγελέα. Αν όμως, ενόψει της απόφασης του Δικαστηρίου περί απόρριψης αιτήματος του, ήθελε θεωρηθεί ότι υποβλήθηκε τέτοια προσφυγή, την ακυρότητα λόγω μη ακρόασης του Εισαγγελέα ( δεδομένου ότι στον κατηγορούμενο δόθηκε κατά τα ως άνω ο λόγος πριν την απόφαση) επί της προσφυγής αυτής απαραδέκτως προτείνει ο κατηγορούμενος, διότι θα έπρεπε να την προτείνει ως λόγο ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, όμως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα πρακτικά (σχ. ΑΠ 410/2010). Πέραν δε αυτού, θα έπρεπε τον σχετικό λόγο ακυρότητας να τον διατυπώσει ως ειδικό λόγο, στην έφεση που άσκησε κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, δεδομένου ότι κατά το άρθρο 502 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι (ΑΠ 359/2011), το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν έπραξε. (ΑΠ 410/2010). Επίσης, και με δεδομένο ότι τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν, μεταξύ άλλων, με συντομία και τις δηλώσεις και απολογίες των κατηγορουμένων ( άρθρο 141 παρ. 1 ΚΠΔ), η Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν υποχρεούτο να καταχωρήσει αναλυτικά στα πρακτικά τα όσα ο κατηγορούμενος κατά τον σχολιασμό της εισαγγελικής πρότασης επαναλάμβανε για δεύτερη φορά, εφόσον τα είχε ήδη πει στην απολογία του, ο δε κατηγορούμενος δεν ζήτησε την καταχώρηση στα πρακτικά όσων ανέφερε και αυτό απαγορεύτηκε από την πρόεδρο ούτε προσέφυγε στο Δικαστήριο (141 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.), ώστε να δημιουργείται κάποια ακυρότητα. Επομένως οι προβαλλόμενοι παραπάνω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι. Περαιτέρω, ουδεμία παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ υπάρχει, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος δεν στερήθηκε του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και κρίσης της υπόθεσης του σε δεύτερο βαθμό ούτε του δικαιώματος ακρόασης και υπεράσπισης του ή άλλων δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο. Εξ άλλου, η καθιέρωση με το άρθρο αυτό του δικαιώματος κάθε κατηγορουμένου όπως δικαστεί δίκαια δεν αναφέρεται στην ορθότητα της απόφασης αλλά στην ουσιαστική και αδιάβλητη υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις διεξαγωγή της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η αποτελεσματική προστασία του, δικαιώματα τα οποία ουδόλως στερήθηκε ο κατηγορούμενος.
Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών είναι απορριπτέα, ως άνευ αντικειμένου, τα αιτήματα του κατηγορουμένου όπως διαβιβαστεί η υπόθεση στον αρμόδιο Εισαγγελέα για επανάληψη των άκυρων πράξεων άλλως όπως παραπεμφθεί αυτή προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, καθώς και όπως συνταχθεί έκθεση κατ' άρθρο 38 ΚΠΔ και αποσταλεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα για άσκηση ποινικής δίωξης κατά των μελών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Τούτο δε ανεξάρτητα του ότι οι προβληθείσες ενστάσεις ήταν απορριπτέες ως άνευ αντικειμένου, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οποιαδήποτε ακυρότητα της πρωτόδικης αποφάσεως καλύφθηκε με την έκδοση της, επί της ουσίας, αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Συνεπώς, οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, στη συνέχεια δε να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-11-2014 αίτηση και τους από 7-1-2015 πρόσθετους λόγους του Ε. Σ. του Ν., για αναίρεση της με αριθμό 2245, 2503, 2793/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ