Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1679 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναβολής αίτημα, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Στοιχεία ψευδούς βεβαίωσης (αρ. 242 παρ.1 ΠΚ). Δράστης του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης μπορεί να είναι μόνο υπάλληλος. Αποφασιστικό κριτήριο για την ιδιότητα του υπαλλήλου κατά το ποινικό δίκαιο έχει το είδος και η φύση της ανατιθεμένης σ’ αυτόν υπηρεσίας και ιδιαίτερα αν αυτή ανάγεται στην εξυπηρέτηση κρατικών σκοπών και δημοσίου συμφέροντος και όχι το έμμισθο ή άμισθο ή τιμητικό της θέσεώς του ή ο τρόπος ανάθεσης των καθηκόντων του. Στοιχεία απάτης. Έννοια απόπειρας. Αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις. Αιτιολογημένα απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθούν μάρτυρες. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για ψευδή βεβαίωση και απόπειρα απάτης.





Αριθμός 1679/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Αναγνωστοπούλου, για αναίρεση της με αριθμό 1076/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του, καθώς και στο από 30 Μαΐου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 282/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 29.1.2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1076/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, πρέπει να συνεκδικαστούν και οι από 30.5.2007 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα, βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) απαιτείται α) δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α'ή 263α του Π.Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' Π.Κ. και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, αναγόμενες στη γεύση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μίας έννομης σχέσεως ή καταστάσεως. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι' αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, όχι δε εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων Αρχών. Από την ευρεία διατύπωση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 13 εδ. α' του Π.Κ. συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της έννοιας του υπαλλήλου κατά το ποινικό δικαίωμα και για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης αποτελεί το είδος και η φύση της ανατιθέμενης σ' αυτόν υπηρεσίας και ιδιαίτερα, αν αυτή ανάγεται στην εξυπηρέτηση κρατικών σκοπών και δημοσίου συμφέροντος και όχι το έμμισθο ή άμισθο ή το τιμητικό της θέσεώς του ή ο τρόπος ανάθεσης των καθηκόντων, που μπορεί να γίνει με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Για την ιδιότητα του υπαλλήλου στο ποινικό δίκαιο δεν απαιτείται η σχέση υποταγής και εξάρτησης του διοικητικού δικαίου. Έτσι περιλαμβάνονται και υπάλληλοι που δεν υπόκεινται σε ιεραρχική εξάρτηση με την έννοια των δημοσίων υπαλλήλων, όπως επίσης και αυτοί που δεν υπόκεινται καν σε ιεραρχική εξάρτηση. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όντος αδιαφόρου, αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός και β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, είναι κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία οδηγεί ευθέως και αναμφισβήτως στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεσης σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ανακοπεί από κάποιον άλλο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για να προσκομισθούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή, απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1076/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, σε δεύτερο βαθμό, εκπροσωπηθείς στη δίκη από συνήγορο για τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση, σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι δύο (22) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου πριν από την εξέταση των μαρτύρων υπέβαλε προς το δικαστήριο αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και εξεταστούν στο ακροατήριο οι μάρτυρες ...., ..., .... και .... Ο Εισαγγελέας πρότεινε ν' απορριφθεί το αίτημα αναβολής της δίκης και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε ν' αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς κατά το είδος τους μνημονεύει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα) αποδείχθηκε ότι "ο κατηγορούμενος ιατροδικαστής στα καθήκοντα του οποίου ήταν η εξέταση μετά από εντολή των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων διαφόρων παθόντων από εγκληματικές ενέργειες ή από τροχαία ατυχήματα και η σύνταξη των σχετικών ιατροδικαστικών εκθέσεων, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, την ..., ...., ..., .... και ..... συνέταξε οκτώ εκθέσεις σε εκτέλεση των αναφερομένων στο διατακτικό παραγγελιών του Α.Τ. Αμαλιάδας, στις οποίες βεβαίωνε ότι με την ιδιότητα του ειδικού ιατροδικαστή εξέτασε τους παθόντες που αναγράφονται σ' αυτές και ότι από την εξέταση αυτή διαπίστωσε για τον καθένα τις μνημονευόμενες σωματικές βλάβες. Πλην όμως τα αναφερόμενα σ' αυτές ήταν ψευδή, καθόσον ο κατηγορούμενος ουδέποτε εξέτασε τους παθόντες για την κατάσταση της υγείας τους, σύμφωνα με τις σχετικές παραπάνω παραγγελίες των προανακριτικών υπαλλήλων, αλλά αντέγραφε στις ιατροδικαστικές εκθέσεις που συνέταξε τις καταχωρημένες γνωματεύσεις των ιατρών των εξωτερικών ιατρείων του Νοσοκομείου Αμαλιάδας στο ειδικό βιβλίο που τηρείται σ' αυτό και οι οποίοι είχαν περιθάλψει τους παθόντες που προσήλθαν μετά τον τραυματισμό τους. 'Ετσι φαινόταν, ότι η διάγνωσή του που αναγραφόταν στις σχετικές εκθέσεις του ήταν αποτέλεσμα της προσωπικής εξέτασης των παθόντων, αποκρύπτοντας το παραπάνω γεγονός, ότι δηλαδή ουδέποτε είχε εξετάσει αυτούς. Ο κατηγορούμενος γνώριζε και θέλησε να βεβαιώσει τα προαναφερόμενα ψευδή περιστατικά, που ως έννομη συνέπεια θα είχαν την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει τη νόμιμη αμοιβή του. Τα ίδια ψευδή περιστατικά ο κατηγορούμενος παρέστησε προς τους αρμόδιους Εισαγγελικούς λειτουργούς με σκοπό να πετύχει την έγκριση της αμοιβής του, που ανερχόταν στο ποσό των 320.000 δραχ. που θα εισέπραττε από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών. 'Ετσι υπέβαλε προς την Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αμαλιάδας, Δ.Παπαδοπούλου, τις από 25.12.00 και 27.12.00 αιτήσεις του, επισυνάπτοντας μεταξύ άλλων ως δικαιολογητικά τις προαναφερόμενες ιατροδικαστικές εκθέσεις και άλλες τέσσερες, που δεν είναι επίδικες, με τις οποίες ζητούσε να αμειφθεί με το ποσόν των 480.000 δραχ. από το οποίο οι 320.000 δραχ. αφορούν τις παραπάνω οκτώ πραγματογνωμοσύνες. Η αντεισαγγελές εξέλαβε ως αληθείς τις αιτήσεις και τις διαβίβασε στον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, προκειμένου να θεωρηθούν από αυτόν και να διαβιβασθούν αρμοδίως, ώστε να εισπράξει ο κατηγορούμενος το παραπάνω ποσόν. Όμως, δεν ολοκληρώθηκε η πράξη του αυτή, από λόγους ανεξάρτητους από τη βούλησή του και ειδικότερα, επειδή ο Εισαγγελέας Εφετών δεν πείσθηκε για την αλήθεια των αναγραφομένων και ζήτησε τη δικαστική διευρεύνηση της υπόθεσης για να εξακριβωθεί αν είχαν πράγματι εξετασθεί από τον κατηγορούμενο οι αναγραφόμενοι στις εκθέσεις του παθόντες, οπότε και διαπιστώθηκε η αναλήθεια του περιεχομένου τους.
Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης και απόπειρας απάτης. Περαιτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημά του για την κλήτευση μαρτύρων που είχε προτείνει με τα απολογητικά του υπομνήματα. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε την αναφερόμενη συνολική ποινή φυλάκισης. Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. α' και γ', 27, 42, 242 παρ. 1 και 386 παρ. 1α του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, βάσει των παραδοχών αυτών καθίσταται σαφές ότι α) ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε κατά τους κρίσιμους χρόνους τέλεσης της πράξεως της κατ' εξακολούθηση ψευδούς βεβαιώσεως την ιδιότητα του υπαλλήλου με την έννοια του άρθρου 13 εδ. α' και του άρθρου 242 παρ. 1 του Π.Κ., και δη του ειδικού ιατροδικαστή, ο οποίος διενεργεί ιατροδικαστικές πράξεις ως πραγματογνώμων σύμφωνα με το άρθρ. 183 επ. ΚΠοινΔ, την οποία είχε αποκτήσει κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό νόμιμο τρόπο, ήτοι με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αμαλιάδας και στα καθήκοντά του ήταν η ιατρική εξέταση μετά από εντολή των αρμοδίων προανακριτικών αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ. Αμαλιάδας διαφόρων παθόντων και από τροχαία ατυχήματα και η σύνταξη των σχετικών ιατροδικαστικών εκθέσεων, β) οι οκτώ (8) ιατροδικαστικές εκθέσεις που συνέταξε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε εκτέλεση των αναφερομένων στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης παραγγελιών του Α.Τ. Αμαλιάδας, στις οποίες βεβαιώνει τα αναφερόμενα πιο πάνω ψευδή γεγονότα, συντάχθηκαν εντός των ορίων της καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας αυτού στα πλαίσια της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί. Γίνεται δε ιδιαίτερη μνεία στην αιτιολογία για τις έννομες συνέπειες που μπορούσαν να έχουν τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, ήτοι την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο τη νόμιμη αμοιβή του. Επίσης στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολογείται ειδικά ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια των προαναφερομένων γεγονότων, με την παραδοχή ότι αυτός ουδέποτε είχε εξετάσει τους παθόντες, και ότι αυτός τα εν λόγω ψευδή γεγονότα παρέστησε προς τους αρμόδιους εισαγγελικούς λειτουργούς με σκοπό να πετύχει την έγκριση της αμοιβής του, που ανερχόταν στο ποσό των 320.000 δραχμών που θα εισέπραττε από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών. Αναφέρονται, τέλος, και τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που αναφέρθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, δεν υπήρχε δε ανάγκη αναφοράς και του τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε αξιολόγησής τους. Εξάλλου το Δικαστήριο, με ιδιαίτερη σκέψη που διέλαβε στο τέλος του σκεπτικού της απόφασής του κρίνοντας προδήλως ότι δεν υπάρχει ανάγκη για κρείσσονες αποδείξεις, μετά δηλαδή την αξιολόγηση στο σκεπτικό όλων των αποδεικτικών μέσων, όπως είχε επιφυλαχθεί, απέρριψε αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής της δίκης, διαλαμβάνοντας σ' αυτό ειδικότερα ότι "πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημά του για την κλήτευση μαρτύρων, που είχε προτείνει με τα απολογητικά του υπομνήματα". Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σχέση όχι μόνο με την ενοχή του αναιρεσείοντος για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις αλλά και με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 13 εδ. α' και γ' και 242 παρ. 1 του Π.Κ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες με την επίκληση, κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση αυτών, είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της μαζί με τους πρόσθετους λόγους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιανουαρίου 2007 αίτηση και τους από 30 Μαΐου 2007 πρόσθετους επ' αυτής λόγους αναιρέσεως του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1076/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή