Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 264 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στοιχεία του εγκλήματος. Αν το δικαστήριο δεν προσδιορίζει σαφώς ποιο είδος αμέλειας συνέτρεξε (μη συνειδητή ή ενσυνείδητη) ή δέχεται και τα δύο είδη αμέλειας, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης. Η επανάληψη του διατακτικού ή του κατηγορητηρίου στο αιτιολογικό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον αυτά περιέχουν τα απαραίτητα στοιχεία για την πληρότητα της αιτιολογίας. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου, ο οποίος οδηγώντας αυτοκίνητο, προκάλεσε από μη συνειδητή αμέλειά του το θάνατο του παθόντος συνοδηγού του άλλου αυτοκινήτου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 264/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Μελισσηνό, περί αναιρέσεως της 318/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1050/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., στην οποία ορίζεται ότι όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει όποιοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται : α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις και καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πέρα και λογική, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσης προσοχής, είτε δεν πρόβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει της ανωτέρω διακρίσεως της αμέλειας σε μη συνειδητή και σε ενσυνείδητη, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί, αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη αμέλειας, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξέως του άρθρου 28 του Π.Κ. και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή της ανωτέρω ποινικής διατάξεως με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβιάσεως αυτής, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο Στην προκειμένη περίπτωση ο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 318/2009 αποφάσεώς του τα εξής: "Από τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς και την απολογία των κατηγορουμένων καθώς και από την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο 1ος κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το υπ' αρ. κυκλ.... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του και εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση από ... προς ... δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και όταν έφτασε στο σημείο όπου η επαρχιακή οδός ... διασταυρώνεται με την περιφερειακή επαρχιακή οδό ..., έστριψε αιφνιδίως αριστερά για να εισέλθει στην ανωτέρω επαρχιακή οδό χωρίς όμως προηγουμένως να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος και χωρίς να ελέγξει εάν με την κίνησή του αυτή επιτρέπει την διέλευση των οχημάτων που εκινούντο αντίθετα στο οδόστρωμα που επρόκειτο να εγκαταλείψει με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το υπ' αρ.... αυτοκίνητο (jeep) που εκινείτο επί της επαρχιακής οδού. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης είναι ο θανάσιμος τραυματισμός της συνεπιβάτιδας του υπ' αρ. ... αυτοκινήτου Ζ. Από τα προαναφερόμενα δεν προκύπτει ευθύνη του 2ου κατηγορουμένου ο οποίος εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του σε ευθεία χωρίς μεγάλη ταχύτητα αφού όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας η ταχύτητά του ήταν περί τα 43 χλμ/Ω ενώ το επιτρεπόμενο ήταν 50 χλμ/Ω. Αντίθετα υπάρχει ευθύνη του πρώτου κατηγορουμένου ο οποίος οδηγούσε χωρίς να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων επί της Ε.Ο. ..., την στιγμή μάλιστα που έμπροσθεν αυτού εκινείτο φορτηγό μεγάλου ύψους στερώντας του την ορατότητα, δεν στάθμευσε το όχημά του ώστε να εισέλθει στην οδό προοδευτικά αλλά ενεργώντας από αμέλεια εισήλθε καθέτως στο ρεύμα των αντιθέτων κινούμενων οχημάτων και να συγκρουστεί με το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο β' κατηγορούμενος.
Συνεπώς πρέπει ο β' κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος και να κριθεί ένοχος ο α' κατηγορούμενος όπως στο διατακτικό". Στη συνέχεια στο διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει τον 1° κατηγορούμενο Τ, έ ν ο χ ο και τον 2° κατηγορούμενο, Θ , α θ ώ ο, του ότι: Στη συμβολή της επαρχιακής οδού ... στις 8-8-2001 και περί ώρα 15.55', από αμέλεια τους δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν ως μέσοι συνετοί οδηγοί, επέφεραν τον θάνατο άλλου χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους και συγκεκριμένα: Ο 1ος κατηγορούμενος Τ, ενώ οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του και εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση από ... δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, όταν δε έφθασε στο σημείο όπου η επαρχιακή οδός ... διασταυρώνεται με την περιφερειακή επαρχιακή οδό ... έστριψε αιφνιδίως αριστερά για να εισέλθει στην ανωτέρω περιφερειακή επαρχιακή οδό χωρίς όμως προηγουμένως να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος και χωρίς να ελέγξει εάν με την κίνησή του αυτή επιτρέπει την απόλυτη διέλευση των οχημάτων που εκινούντο αντίθετα στο οδόστρωμα που επρόκειτο να εγκαταλείψει, ο δε 2ος κατηγορούμενος Θ, ενώ οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο (JΕΕΡ) ιδιοκτησίας του πατέρα του ... και εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση ...ι, όταν έφθασε στο σημείο όπου η ανωτέρω Επαρχιακή οδός διασταυρώνεται με την περιφερειακή επαρχιακή οδό ..., δεν μείωσε την αυξημένη ταχύτητα του οχήματος του καίτοι πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και υπήρχε στην πορεία του πινακίδα αναγγελίας κινδύνου (Κ-28 δ) εμφαίνουσα διακλάδωση με κάθετη οδό δεξιά, παράλληλα δε επέβαιναν στο όχημά του οι: ..., δηλαδή επιβάτες περισσότεροι των αναγραφομένων στην άδεια κυκλοφορίας του οχήματος με αποτέλεσμα από την συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά των ανωτέρω οδηγών να συγκρουσθούν τα οχήματά τους πλαγιομετωπικά και ειδικότερα το υπ' αριθ. κυκλοφ. ... αυτοκίνητο (JΕΕΡ) να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος του στο πλάγιο δεξιό τμήμα του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...αυτοκινήτου, λόγω δε της σφοδρότητας της συγκρούσεως και της αυξημένης ταχύτητας του φορτηγού αυτοκινήτου, το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ...αυτοκίνητο εκτινάχθηκε στον αέρα, ακολούθως παρασύρθηκε από το JΕΕΡ σε απόσταση 10 μέτρων και τελικά ακινητοποιήθηκε αφού προσέκρουσε σε τσιμέντινο κράσπεδο με μεταλλική περίφραξη. Η προπεριγραφείσα σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της επιβάτιδος - συνοδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφ.... αυτοκινήτου Ζ, η οποία υπέστη κατάγματα της δεξιάς κλείδας και ολων των πλευρών του δεξιού ημιθωρακίου, αιμοθώρακα δεξιά καθώς και τραυματικές διασχίσεις του δεξιού πνεύμονος, κακώσεις από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης είκοσι δύο (22) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο στο σκεπτικό και στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίούς έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 και 28 του Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του αναιρεσείοντος, την οποία χαρακτηρίζει μη συνειδητή, αφού δέχεται σαφώς ότι αυτός δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του, ενώ δεν δέχεται περιστατικά που προσιδιάζουν σε ενσυνείδητη αμέλεια και έτσι δεν υπάρχει η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αντίφαση ως προς το είδος της αμέλειας αυτού. Επίσης από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν καθώς και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την εκκαλούμενη απόφαση, ενώ δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης ότι προσκομίστηκε η υπ' αριθ. 2492/2007 απόφαση του (Πολιτικού ) Εφετείου Αθηνών και ότι ζητήθηκε η ανάγνωσή της. Επομένως η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε συνεκτιμήθηκαν τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ούτε η ανωτέρω απόφαση του Πολιτικού Εφετείου, είναι αβάσιμη, ενώ κατά το μέρος που αποδίδεται στο Δικαστήριο η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτιμήσεως των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, η σχετική αιτίαση είναι απαράδεκτη, γιατί αφορά στην ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω από τη σύγκριση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι : α) το αιτιολογικό δεν αποτελεί πιστή επανάληψη του διατακτικού και του κατηγορητηρίου, αλλά περιέχει και επιπλέον στοιχεία και σκέψεις που συνιστούν την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και β) δεν περιέχουν αντιφατικές παραδοχές ως προς την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα δεν δέχεται το Δικαστήριο στο διατακτικό του συνυπαιτιότητα, ενώ στο αιτιολογικό αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, αλλά απλώς κηρύσσει ένοχο τον αναιρεσείοντα και αθώο τον τότε συγκατηγορούμενό του για την πράξη που είχε αποδοθεί και στους δύο ως οφειλόμενη σε συγκλίνουσα αμέλεια αυτών. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-7-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 318/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2009 Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2010.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή