Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2173 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 2173/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Δάβαλου, περί αναιρέσεως της 14686/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 760/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου αλλά και ως προς το ύψος του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμιστεί με δόσεις οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Ακολούθησε αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφ' ενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφ' ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Το άρθρο τούτο στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου κλπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Έτσι σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το δημόσιο που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος χρόνος δε συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμιακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου κατά το άρθρο 86 παρ.1 και 2 του ν.2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις" που ισχύει από 1-1-1996, καμία χρηματική απαίτηση του δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή, πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια ΔΟΥ ή στο αρμόδιο τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Η χρηματική απαίτηση του δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Περαιτέρω, κατά το άνω άρθρο 25 παρ.7, όπως αντικαταστάθηκε από το ν.2523/1997, ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Τέλος δε, με το άρθρο 34 παρ.2 του άνω ν. 3220/2004, η άνω παράγραφος 7 αντικαταστάθηκε και πλέον ορίζει ότι η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής. Εκ των ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι δια της νέας αυτής διατάξεως δεν υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση ως προς το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990. Η νέα αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη ως προς το θέμα της παραγραφής, η δε διάταξη του άρθρου 25 παρ.7 του ν. 1882/1990 ως αντικατεστάθη δι' άρθρου 23 ν. 2523/1997 και ακολούθως δι' άρθρου 34 παρ.2 ν. 3220 2004, κατά την οποία υποβολή αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει την παραγραφή του χρέους δεν δύναται να τύχει εφαρμογής επί των προ της ισχύος του ν. 2523/1997 τελεσθεισών πράξεων του εγκλήματος αυτού διότι είναι δυσμενέστερη ως προς το θέμα της παραγραφής του προ αυτού ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος. Εξ' αυτών παρέπεται ότι επί τελέσεως εγκλήματος προ της ισχύος του ν.2523/1997 (01-01-2998) ως προς την παραγραφή του εγκλήματος αυτού ισχύουν οι διατάξεις του ΠΚ ενώ επί τελέσεως του εγκλήματος αυτού μετά την 01-01-1998 ή μετά την 01-01-2004 οι άνω νόμοι καθιερώνουν στην περίπτωση υποβολής αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστολή της παραγραφής του χρέους μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφάρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 14686/2009 απόφασης το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι η κατηγορουμένη διατηρούσε στην ... και επί της ..., ατομική επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών. Σε βάρος της βεβαιώθηκαν στη Δ.Ο.Υ. ... διάφορα χρέη προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 1.173.596,51 ευρώ, τα οποία εμφαίνονται αναλυτικά στον επισυναπτόμενο στην παρούσα πίνακα χρεών της ως άνω Δ.Ο.Υ., κατ' αριθμό και χρονολογία βεβαίωσης, είδος χρέους, οικονομικό έτος στο οποίο αφορά αυτό, ποσό καθενός, τρόπο πληρωμής και χρόνο κατά τον οποίο έγινε ληξιπρόθεσμο το καθένα. Η κατηγορουμένη, όμως, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατά το χρονικό διάστημα από 28-1-2002 έως 30-4-2005, παραβίασε με πρόθεση την τετράμηνη προθεσμία καταβολής καθενός από τα πιο πάνω χρέη του επισυναπτόμενου πίνακα, η οποία αρχίζει από τη σημειούμενη στον πίνακα λήξη του χρόνου καταβολής κάθε χρέους. Ο ισχυρισμός της περί παραγραφής των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από τον κρίσιμο για την έναρξη της παραγραφής χρόνο τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης (ήτοι από την 28-1-2009) και εντεύθεν έως και την ημερομηνία εκδίκασης (19/2/2009) και λαμβανομένης υπόψιν της αναστολής της παραγραφής που επήλθε με την εντός της πενταετίας από την τέλεση κάθε μερικότερης πράξης έναρξη της κύριας διαδικασίας (βλ. το από ... αποδεικτικό επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος του Επιμελητή Δικαστηρίων Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ... προς την κατηγορουμένη) δεν συμπληρώθηκε οκταετία. Σημειωτέον ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 1882/90, όπως ήδη ισχύει είναι αυτός που συμπίπτει με την πάροδο της οριζόμενης προθεσμίας μετά τη λήξη του χρόνου καταβολής, αφού ακριβώς η παραβίαση της προθεσμίας αυτής είναι αξιόποινη. Περαιτέρω, για την άσκηση της ποινικής δίωξης στην προκειμένη περίπτωση δεν απαιτείται η οριστικοποίηση της οφειλής (βλ. ΑΠ 151/2007, ΑΠ 131/2007, δημ. ΝΟΜΟΣ). Όσον αφορά τον περί πτωχεύσεως ισχυρισμό της κατηγορουμένης, ο οποίος δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός αλλά αρνητικός της κατηγορίας, διότι ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου, δεν είναι βάσιμος και ο δόλος της εν προκειμένω δεν αναιρείται από την προηγηθείσα πτώχευσή της με την υπ' αριθμ. 669/30-3-98 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού κατά τους χρόνους που έγιναν ληξιπρόθεσμα τα χρέη της προς το Δημόσιο (βλ. τον επισυναπτόμενο στην παρούσα πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ....), είχε ήδη κηρυχθεί η παύση των εργασιών της πτώχευσης, με την υπ' αριθμ. 1757/3-8-98 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου (βλ. το αναγνωσθέν υπ' αριθμ. ... πιστ/κό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών - τμήματος πτωχεύσεων) και συνεπώς δεν υπήρχε νομική αδυναμία της προς καταβολή των εν λόγω χρεών. Τέλος, απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί μη ευθύνης της λόγω μη άσκησης διαχείρισης απ' αυτήν στην επιχείρηση από την οποία προήλθαν τα χρέη, διότι, αφενός μεν πρόκειται για ατομική της επιχείρηση και όχι για νομικό πρόσωπο του οποίου ήταν αυτή νόμιμη εκπρόσωπος, αφετέρου δε η ανάθεση απ' αυτήν με πληρεξούσιο της διαχείρισης της επιχείρησής της στον ήδη αποβιώσαντα σύζυγό της δεν την απαλάσσει της υποχρεώσεώς της προς καταβολή των ληξιπροθέσμων χρεών της επιχείρησής της προς το Δημόσιο, απέναντι στο οποίο υπόχρεη παραμένει η ίδια, ούτε της ποινικής της ευθύνης από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους. Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη, να της αναγνωρισθεί όμως ότι στην πράξη της δεν ωθήθηκε από ταπεινά αίτια (άρθρο 84 παρ. εβ' ΠΚ).
Ακολούθως το Δικαστήριο αυτό κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο κατ' εξακολούθηση και της επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών ετών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την άνω διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 1882/1990 όπως κατά τα άνω διαδοχικώς αντικαταστάθηκε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη διέλαβε στο σκεπτικό της ότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος τούτου για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα είναι το χρονικό διάστημα από 28-01-2002 έως 30-04-2005. Στον ενσωματωθέντα πίνακα χρεών που αποτελεί ενιαίο σύνολο του σκεπτικού της προσβαλλομένης διαλαμβάνεται ότι τα χρέη για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα βεβαιώθηκαν δια πράξεων της αρμόδιας ΔΟΥ από τις 28-02-2001 μέχρι 11-05-2004 και αφορούν διαχειριστικές περιόδους των οικονομικών ετών 1993 έως 1997 όσον αφορά φόρο εισοδήματος και ΦΠΑ και τέλη κυκλοφορίας του 2001. πριν όμως συμπληρωθεί η παραγραφή των χρεών τούτων, ο οικονομικός έφορος της ΔΟΥ ...υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την 1/2006 αίτηση ασκήσεως ποινικής δίωξης κατά της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, η παραγραφή των χρεών αυτών από την ημερομηνία υποβολής της άνω αιτήσεως προς άσκηση ποινικής δίωξης κατά της αναιρεσείουσας ανεστάλη μέχρι το χρόνο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, ήτοι μέχρι τις 19-02-2009. Τούτο διότι κατά τον άνω χρόνο τελέσεως του εγκλήματος αυτού ίσχυαν διαδοχικώς οι άνω διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 23 του ν. 2523/ 1997 και ακολούθως με το άρθρο 34 παρ.2 του ν.3220/ 2004. Όθεν, μέχρι και της παρούσης συζητήσεως της ένδικης υπόθεσης, τα οφειλόμενα χρέη και παρεπομένως το υπό κρίση ποινικό αδίκημα σε κάθε περίπτωση δεν έχει υποπέσει στην οκταετή παραγραφή του ποινικού κώδικα και ανεξαρτήτως της αναστολής της παραγραφής αυτής. Η προβαλλόμενη αιτίαση ότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος τούτου ανάγεται στο χρονικό διάστημα του έτους 1993 έως 1997 και ως εκ τούτου έχει υποπέσει στην παραγραφή του ΠΚ είναι αβάσιμη αφού ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος ανάγεται και προϋποθέτει την βεβαίωση του χρέους και ανεξαρτήτως του πότε έλαβε αυτή χώρα κατά την άνω διάταξη, του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού και εκείνη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990. Υπό τις άνω παραδοχές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί παραγραφής των χρεών, ορθώς δε ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ.1 του ν. 1882/1990 ως αντικ. με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997 και το άρθρο 34 του ν. 3220/2004, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου ούτε το Δικαστήριο της ουσίας υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω μη προσδιορισμού του χρόνου που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα τα χρέη αυτά, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου διότι τα χρέη αυτά είχαν υποπέσει σε παραγραφή και υπέρβασης εξουσίας διότι έπρεπε να παύει οριστικώς η εναντίον της αναιρεσείουσας ποινική δίωξη λόγω παραγραφής είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-05-2009 αίτηση της ...για αναίρεση 14686/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή