Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2474 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (ιατρού μαιευτήρα). Πότε υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού. Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας - νόμιμης βάσης. Αιτιολόγηση συνδρομής στοιχείων του άρθ. 15 ΠΚ). Δεν είναι αναγκαία η ειδική μνεία του άρθρου 15 ΠΚ. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του γιατρού. Αιτιολόγηση ως προς το είδος αμέλειας συνειδητής και ασυνείδητης. Λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη των καταλυτικών της κατηγορίας ισχυρισμών του αναιρεσείοντος για την αληθή αιτία θανάτου και ως προς τις αμελείς παραλείψεις και τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο. Λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα από την μη χορήγηση του λόγου στον κατηγορούμενο, επί ερωτήσεων της πολιτικής αγωγής, και από την τυχόν λήψη υπόψη (ερωτήσεων και) απαντήσεων που δεν καταχωρήθηκαν ποτέ στα πρακτικά. Η απολογία του κατηγορούμενου καταχωρίζεται σε συντομία στα πρακτικά, χωρίς να απαιτείται η καταχώρηση ιδιαίτερα των ερωτήσεων. Εφόσον δεν αναγράφεται στα πρακτικά σχετική άρνησή του κατηγορούμενου να απαντήσει θεωρείται ότι απάντησε στις ερωτήσεις. Έγγραφα. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των εγγράφων αυτών, που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα. Ταυτότητα εγγράφων. Ανάγνωση εγγράφων νομολογίας. Τα έγγραφα αυτά δεν είναι από εκείνα που δημιουργούν την ακυρότητα, όταν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο χωρίς να αναγνωσθούν, αφού τέτοια έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 364 παρ.1 του ΚΠΔ είναι μόνο όσα μπορούν να χρησιμεύσουν για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου και τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2474/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Στέφανο Παύλου και Αστέριο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 540/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον C, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 19 Σεπτεμβρίου 2008 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1045/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να είχε τη δυνατότητα αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από την έλλειψη τη προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν, γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 28 Π.Κ. η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποίαν προέβλεψε μεν, ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διάκρισης αυτής το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιό από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι, αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια, ή δέχεται και τα δύο είδη ,δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή.. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η πιο πάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 540/2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο κατηγορούμενος είναι ιατρός μαιευτήρας και διατηρεί ιδιωτική μαιευτική κλινική στην πόλη της Καρδίτσας με τη μορφή ομόρρυθμης εταιρίας της οποίας τυγχάνει εταίρος και ο A, επίσης μαιευτήρας. Παρακολουθούσε την εγκυμοσύνη της B, 32 ετών, κατοίκου εν ζωή ....., συζύγου του πολιτικώς ενάγοντα Ψ. Η παραπάνω διήνυε τον ένατο μήνα της κύησης και βρισκόταν ήδη σε "παράταση" 4-5 ημερών δηλ. είχε παρέλθει η πιθανή ημερομηνία τοκετού. Την 27-7-2001 και περί ώρα 19.00 το απόγευμα η παραπάνω συνοδευόμενη από το σύζυγό της επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στην κλινική του. Ο τελευταίος της χορήγησε κολπικό δισκίο προσταγλαδίνης για την πρόκληση τεχνητών ωδίνων τοκετού λόγω της ως άνω παράτασης και της επέτρεψε να αναχωρήσει από την κλινική και να επιστρέψει στην οικία της, να επανέλθει δε με την έναρξη των ωδίνων. Περί ώρα 24.00 (μεσάνυχτα) άρχισαν οι ωδίνες του τοκετού. Η επίτοκος συνοδευόμενη από το σύζυγο της και την κουνιάδα της Γ, αναχώρησε από την οικία της στην ..... και περί ώρα 2.30 της 2001 έφθασε στην κλινική του κατηγορούμενου όπου και έγινε εισαγωγή από την νοσηλεύτρια Δ. Η τελευταία της μέτρησε την πίεση και τους σφυγμούς, οι οποίοι βρέθηκαν φυσιολογικοί. Ταυτόχρονα ο αναισθησιολόγος Ε της έκανε ένεση Βuscopan ως σπασμολυτικό του τραχήλου και της τοποθέτησε ορό για να έχει στη διάθεση του έτοιμη φλέβα. Η πρώτη εξέταση της επιτόκου από τον κατηγορούμενο έλαβε χώρα περί ώρα 2.50. Η επίτοκος του παραπονέθηκε ότι αισθανόταν έντονους πόνους, οι οποίοι ήσαν διαφορετικοί από τους πόνους που είχε αισθανθεί στους δύο προηγούμενους τοκετούς της (βλ. καταθέσεις συζύγου, κουνιάδας νοσηλεύτριας και της ιατροδικαστού .....). Την καθησύχασε λέγοντας της, ότι πρόκειται για ωδίνες τοκετού. ’φησε δε την νοσηλεύτρια να παρακολουθεί την επίτοκο, η οποία παραπονιόταν συνεχώς στη νοσηλεύτρια, η οποία την καθησύχαζε. Ο κατηγορούμενος περαιτέρω επισκέφθηκε την επίτοκο για δεύτερη φορά περί ώρα 3.15 η οποία του επανέλαβε ότι αισθανόταν τους έντονους, ασυνήθεις και συνεχείς πόνους διαφορετικούς από τις προηγούμενες γέννες. Ο κατηγορούμενος και πάλι την καθησύχασε λέγοντας της ότι επίκειται ο τοκετός και προέβη σε κολπική εξέταση (όχι άλλη εξέταση) και τεχνητή ρήξη του θυλακίου ( "της έσπασε τα νερά") προκειμένου να επιταχύνει τον τοκετό. Περί ώρα 3.25 η επίτοκος παρουσίασε δύσπνοια, κυάνωση και σπασμούς. Ειδοποιήθηκε ο κατηγορούμενος και ο αναισθησιολόγος Ε, οι οποίοι προσέτρεξαν και προσπάθησαν βοηθούμενοι και από τον μαιευτήρα Α να τοποθετήσουν αεραγωγό στην ασθενή για τη χορήγηση οξυγόνου σ' αυτή (βλ. καταθέσεις συζύγου, κουνιάδας, ότι τη στιγμή εκείνη αναζητούσαν οξυγόνο που έφεραν, από άλλη αίθουσα). Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο χειρουργείο, όπου ο αναισθησιολόγος προέβη σε διασωλήνωση της ασθενούς και παροχή οξυγόνου. Ακολούθως η επίτοκος διακομίστηκε διασωληνωμένη και σχεδόν νεκρή, στο Νομαρχιακό Νοσοκομείο Καρδίτσας όπου περί ώρα 4.30, απεβίωσε και διαπιστώθηκε θάνατος της. Από τη νεκροψία που διενεργήθηκε στη συνέχεια, προέκυψε ότι ο θάνατος της, οφειλόταν σε ολιγαιμικό shock λόγω πρόωρης κεντρικής αποκόλλησης του πλακούντας. Ο θάνατος της είναι συνάρτηση και του αίματος που χάθηκε κατά την αποκόλληση αλλά και της απότομης απώλειας αυτού (βλ. σχετική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής σε συνδυασμό με την κατάθεση της ιατροδικαστού τόσο στο πρωτόδικο όσο και στο παρών δικαστήριο). Το ότι η αποκόλληση του πλακούντος ήταν κεντρική αποδεικνύεται α) από την μη ύπαρξη εμφανούς αιμορραγίας, από τα γεννητικά όργανα της επιτόκου, β) από τη ραγδαία επιδείνωση της κατάστασής της και γ) από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της ιατροδικαστού που διενήργησε την νεκροψία σε συνδυασμό με την κατάθεση της (αλλά και τις προηγούμενες καταθέσεις της). Το αναγραφόμενο στην έκθεση ιστολογικής εξέτασης ότι πρόκειται για περιφερική αποκόλληση πλακούντoς ελέγχεται ως ανακριβές, διότι δεν συμφωνεί με τα συμπτώματα που δίνει κλινικά η περιφερική αποκόλληση, δηλ. εμφανής αιμορραγία. Πράγματι αν επρόκειτο για περιφερική αποκόλληση θα έπρεπε να εκδηλωθεί αιμορραγία που δεν εκδηλώθηκε εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων. Η πρόωρη αποκόλληση στην περιφέρεια του πλακούντoς είναι συχνή και καλύπτει μία κλίμακα μικρών ή μεγαλύτερων αιμορραγιών, ενώ στην κεντρική αποκόλληση του πλακούντος η ποσότητα αίματος από τα γεννητικά όργανα της γυναίκας είναι μικρή σε σχέση με τα συμπτώματα της δηλ. τη μεγάλη εσωτερική αιμορραγία, η οποία δεν φαίνεται. Το αποτέλεσμα του θανάτου της επιτόκου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν το οποίο ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε οφείλεται σε αμέλεια του (μη ενσυνείδητη) καθόσον διαπιστώθηκε ότι α) δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια που κατά την αντικειμενική κρίση όφειλε να καταβάλλει ως κάθε μετρίως συνετός και ενσυνείδητος άνθρωπος με βάση τους νομικού κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν και την κοινή πείρα και λογική β) τις προσωπικές περιστάσεις και ικανότητες του (ως εκ του επαγγέλματος του) ,όφειλε και μπορούσε να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που επέφερε χωρίς να το έχει προβλέψει και γ) ότι η αμελής του συμπεριφορά συνίσταται σε πλείστες παραλείψεις που συνδέονται αντικειμενικά αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου της επιτόκου. Ειδικότερα: α) ενώ της χορήγησε κολπικό δισκίο προσταγλαδίνης για την πρόκληση τεχνητών ωδίνων της επέτρεψε να αναχωρήσει για την οικία της από την κλινική (27-7-2001 και ώρα 19.00), ενέργεια παρακινδυνευμένη (εν όψει και της μεγάλης απόστασης από την οικία της στην ..... μέχρι την κλινική στην Καρδίτσα) και των παρενεργειών ενίοτε του ως άνω υπόθετου δεδομένου ότι η γυναίκα ήταν τριτότοκος, δηλ. θα μπορούσε να γεννήσει αιφνιδίως ακόμη και στην οικία της αβοήθητη και χωρίς ιατρική υποστήριξη. Επιπρόσθετος λόγος που έπρεπε να παραμείνει στην κλινική είναι και το γεγονός ότι η πρόκληση τεχνιτών ωδίνων σε τριτότοκο ενέχει κινδύνους (ρήξη μήτρας, αποκόλληση πλακούντα κ.λ.π) και ενδείκνυται η παραμονή στην κλινική για την αντιμετώπιση κάθε ενδεχόμενου, β) αν και η επίτοκος από την πρώτη εξέταση (2.50) του είχε παραπονεθεί ότι αισθανόταν έντονους συνέχεις πόνους όχι περιοδικούς, που δεν έμοιαζαν με αυτούς των δύο προηγούμενων τοκετών της ενόψει του ότι η πρόωρη κεντρική αποκόλληση του πλακούντας εμφανίζει έντονο άλγος στην κοιλιακή χώρα καθώς και αύξηση του μεγέθους της μήτρας, η οποία είναι σκληρή και ευαίσθητη στην πίεση και αλλοιώσεις των παλμών του εμβρύου, το γεγονός αυτό δεν το αξιολόγησε ούτως ώστε να καταβάλει την οφειλόμενη προσοχή που θα κατέβαλε κάθε μέτρια συνετός και ενσυνείδητος μαιευτήρας ιατρός κάτω από τις ίδιες περιστάσεις και έπρεπε να υποπτευθεί ότι κάτι άλλο συμβαίνει ενόψει του γεγονότος ότι η παραπάνω θα γινόταν μητέρα και για τρίτη φορά και γνώριζε τις ωδίνες τοκετού. Έτσι επαναπαύτηκε ότι πρόκειται για συνήθεις πόνους τοκετού και δεν ενήργησε σύμφωνα με τις γενικώς παραδεδεγμένες στις περιπτώσεις αυτές μεθόδους, (παρέλειψε δηλ. να προβεί) σε ψηλάφηση της κοιλίας της επιτόκου για να διαπιστώσει εάν υπήρχε ομαλή συσταλτικότητα της μήτρας και στη συνέχεια να προβεί σε άμεση διενέργεια υπερηχογραφήματος για να διαπιστώσει εάν υπάρχει ή όχι οπισθοπλακουντικό αιμάτωμα, με συνέπεια να χαθεί κρίσιμος χρόνος. Ο κατηγορούμενος, αν και έμπειρος μαιευτήρας, επέδειξε ολιγωρία στη διάγνωση, ενώ έπρεπε ψηλαφητά να αντιληφθεί ότι η μήτρα ήταν επώδυνη και μεγαλύτερη του κανονικού και έντονα συσπασμένη. Επιπλέον δεν υπήρχε ο απαιτούμενος επαρκής εξοπλισμός στην αίθουσα τοκετού, δηλ. δεν γινόταν χρήση καρδιοτοκογράφου, δηλ. συσκευής από την οποία ο γιατρός παρακολουθεί την υπερτονικότητα (μόνιμη έντονη σύσπαση) της μήτρας και την αλλοίωση των εμβυϊκών παλμών με συνέπεια να μην προβεί και σε καρδιοτοκογραφία για να διαπιστώσει τα ως άνω (κατάσταση εμβρύου και τονικότητα της μήτρας). Έτσι ο κατηγορούμενος δεν διέγνωσε και δεν αξιολόγησε έγκαιρα ότι η επίτοκος είχε υποστεί πρόωρη κεντρική αποκόλληση του πλακούντα, ώστε να προβεί στην μόνη ενδεδειγμένη λύση για την αντιμετώπιση της, ήτοι στην άμεση μετάγγιση αίματος και έγκαιρη περαιτέρω διενέργεια καισαρικής τομής για τη σωτηρία ης επιτόκου και του εμβρύου. Ο κατηγορούμενος και κατά την πρώτη και κατά τη δεύτερη εξέταση της επιτόκου αρκέσθηκε σε απλή γυναικολογική εξέτασή της, ενώ όφειλε και μπορούσε ενόψει του ως άνω εντόνου και συνεχούς και ασυνήθους πόνου της στις συνεχείς εκκλήσεις της, να υποπτευθεί και να διαγνώσει την πιθανή αιτία, πρόωρης αποκόλλησης του πλακούντα, η οποία εάν δεν αντιμετωπισθεί εγκαίρως, υπάρχει κίνδυνος σοβαρών επιπλοκών (ολιγαιμικού shock, διάχυτης ενδαγγειακής πήξης κ.λ.π), έτσι, όπως προειπώθηκε, διέρρευσε αρκετός και κρίσιμος χρόνος, μισής και πλέον ώρας, από την πρώτη εξέταση, χωρίς να προβεί στις ενδεδειγμένες επιστημονικές προαναφερόμενες ενέργειες (μετάγγισης αίματος και καισαρικής τομής) με δυσμενές επακόλουθο συνεπεία των παραλείψεων του να αποβιώσει η επίτοκος από ολιγαιμικό shock, που οφείλετο στην πρόωρη κεντρική αποκόλληση του πλακούντος και όχι ότι αυτή απεβίωσε από εμβολή δια αμνιακού υγρού, όπως αναγράφεται στην από 26-11-2007 έκθεση ιατροδικαστικής γνωμοδότησης του ιατροδικαστή ..... την οποία συνέταξε κατ' εντολή του κατηγορουμένου Χ μετά από παρέλευση ετών από το χρόνο θανάτου της επιτόκου (28-7-2001) και αφού μελέτησε, όπως σε αυτή αναφέρει, τα σχετικά έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας που του τέθηκαν υπόψη του και δεν ταυτίζεται με την έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής και την έκθεση ιστολογικής εξέτασης που συντάχθηκαν (22-12-2001 και 31-10-2001 αντίστοιχα). Ειδικότερα καθόσον στην ιστολογική εξέταση δεν ανευρέθη στους πνεύμονες αμνιακό υγρό ή λέπια κεράτινης που η περίπτωση αυτή πιστοποιεί την αιτία θανάτου από αμνιακή εμβολή παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο. Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα επερχόταν εάν ο κατηγορούμενος δεν παρέλειπε τις παραπάνω οφειλόμενες ενέργειες. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου: α) ότι βρέθηκε προ τετελεσμένου και αιφνίδιου γεγονότος και ότι δεν μπορούσε να διενεργήσει καισαρική τομή, γιατί δεν το επέτρεπαν οι ζωτικές λειτουργίες της επιτόκου, δεν ευσταθεί, καθόσον ολιγώρησε στη διάγνωση με την κακή εκτίμηση της κατάσταση της η οποία απαιτούσε έγκαιρη και γρήγορη αντιμετώπιση. Δεν υποπτεύθηκε δηλαδή, ότι κάτι το ύποπτο συμβαίνει, απώλεσε πολύτιμο χρόνο με αποτέλεσμα να του ξεφύγει η κατάσταση και φυσικά μετά να ήταν αργά για να αντιδράσει β) ότι ο θάνατος της επίτοκης (Β) προκλήθηκε από εμβολή αμνιακού υγρού, γεγονός για το οποίο δεν θα μπορούσε να έχει καμία ευθύνη. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός διαψεύδεται και τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον από την ιστολογική εξέταση προκύπτει ότι δεν βρέθηκε αμνιακό υγρό, ή λέπια κεράτινης στους πνεύμονες της θανούσας, που να δικαιολογεί πνευμονική εμβολή, όπως έχει προεκτεθεί. Η ανεύρεση αιμορραγικού αμνιακού υγρού, μπορεί κατά την ίδια έκθεση ιστολογική και κατά τους εξετασθέντες ιατρούς μάρτυρες (βλ. καταθέσεις αυτών) να εξηγηθεί από αποκόλληση πλακούντας. Δεν υπήρξε όμως η αιτία του θανάτου της επιτόκου. Συνακόλουθα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για της πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άνευ συνειδήσεως), δια παραλείψεως, παρά υπόχρεου τελεσθείσα, όπως η πράξη αυτή του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και εξειδικεύεται στο διατακτικό της παρούσας είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση η οποία απορρέει από το σύμπλεγμα των νομικών του καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του (ως υπαιτίου) δηλαδή με την ιδιότητα του ως θεράποντος μαιευτήρας ιατρού της θανούσας, επιτόκου Α και εγγυητού της σωματικής της ακεραιότητας και υγείας καθ' όλη τη διάρκεια του σταδίου της εγκυμοσύνης της έως πέρατος του τοκετού". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Για την πράξη του δε αυτή, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1β, 28 , 302 παρ.1, Π.Κ., ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη.
ΙΙΙ. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (μη συνειδητής), για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το διατακτικό, το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρει αναλυτικώς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για την εξενεχθείσα κρίση του, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται σαφώς το είδος της αμέλειας (ασυνείδητης) και παρέθεσε αναλυτικώς τα συνιστώντα την παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης περιστατικά, ενώ ορθώς εφήρμοσε και την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ), χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία της διατάξεως αυτής, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεδομένου ότι η αμέλειά του, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης συνίσταται στο ότι αυτός έχοντας την ιδιότητα του ιατρού μαιευτήρα-γυναικολόγου, που διατηρεί και εκμεταλλεύεται γυναικολογική, μαιευτική κλινική, μολονότι εγνώριζε ότι η 32χρονη έντοκος Β, σύζυγος Ψ, της οποίας είχε αναλάβει την παρακολούθηση και ήλεγχε την εξέλιξη του κυοφορούμενου τέκνου της, είχε εισαχθεί περί την ώρα 02.30' πρωινή της 28ης /7/2001 στο μαιευτήριο του, μετά την υπό αυτού τούτου προώθηση (τεχνικώς) των ωδίνων του τοκετού, αυτός Α) παρέλειψε το ουσιώδες και επιβαλλόμενο εκ του ιατρικού του επαγγέλματος καθήκον αμέσου, συνεχούς, πυκνής εξετάσεως και παρακολουθήσεως της άνω επιτόκου, καθόσον μετά την εισαγωγή της στην κλινική του, δεν παρέμεινε, ως όφειλε συνεχώς κοντά της ελέγχοντας την πορεία του τοκετού της, παρά τα έκδηλα ανησυχητικά συμπτώματα (δύσπνοια, αναπνευστική κυάνωση, σπαστική κατάσταση μαιευτηρίου), το οποίο μάλιστα διαπίστωσε προσωπικά ότι παρουσίασε η επίτοκος και Β) Κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, δεν φρόντισε αμέσως και έγκαιρα για την διερεύνηση της αιτίας των προδρόμων συμπτωμάτων, ενδεικτικών της περιπτώσεως κεντρικής αποκολλήσεως του πλακούντος και την δραστική καταπολέμηση τους, δια της μεταγγίσεως αίματος και αμέσου εκ μέρους του αποπερατώσεως του τοκετού δια καισαρικής τομής ή εκ της κολπικής οδού δι' επεμβάσεως, παρότι επιβαλλόταν η άμεση κλινική και ακόλουθα παρακλινική εξέταση της κυοφορούσας για να διαπιστωθεί η ακριβής αιτία, αλλά, αντιθέτως, εφησύχασε και αρκέσθηκε σε απλή κλινική εξέταση, παρά τις συνεχείς οχλήσεις των συνοδευόντων την επίτοκο συγγενών της. Η αμελής αυτή συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν του επέτρεψε ν' αντιμετωπίσει αποτελεσματικά αρχικά (δύσπνοια, μούδιασμα δεξιού χειρός, σπασμοί των μαιευτήρων μυών), συμπτώματα τα οποία επιδεινώθηκαν και η επίτοκος χειροτέρευσε εμφανίζοντας έντονη δύσπνοια, κυάνωση, έναρξη μυδριάσεως, ελάττωση των καρδιακών τόνων, πτώση της περιφερειακής πιέσεως, σφυγμό μικρό και ταχύ και έλλειψη επαφής με το περιβάλλον, συμπτώματα δηλαδή ενδεικτικά εσωτερικής αιμορραγίας και δη του συνδρόμου βαρείας κυκλοφοριακής διαταραχής (μαιευτική καταπληγία ή shock), στο οποίο περιήλθε η επίτοκος από την κεντρική αποκόλληση πλακούντoς, την οποία επιπόλαια δεν είχε καθόλου διαγνώσει ο κατηγορούμενος και δεν είχε εφαρμόσει την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή, με αποτέλεσμα αυτή να αποβιώσει.
IV. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος προς παρεμπόδισή της επελεύσεως του θανάτου της παθούσας απορρέει, κατά τις σαφείς παραδοχές της αποφάσεως στο γεγονός ότι αυτός, με την ιδιότητα του ως θεράποντος μαιευτήρας ιατρού της θανούσας, επιτόκου Β ανέλαβε την ιατρική παρακολούθηση της εγκυμοσύνης έως πέρατος του τοκετού, και εντεύθεν, όπως είναι αυτονόητο, την αποτροπή του θανάτου αυτής από ιατρικό σφάλμα. Ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια δημιουργείται από την γενόμενη αναφορά στην απόφαση ότι η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου απορρέει "από το σύμπλεγμα των νομικών του καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του (ως υπατίου)", αφού ρητώς διευκρινίζεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ως "ορισμένη έννομη σχέση", νοείται η ιδιότητα του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος "ως θεράποντος μαιευτήρας ιατρού της θανούσας", δηλαδή η υφιστάμενη συμβατική σχέση. Επομένως, ο πρώτος, με στοιχείο Α από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, ότι η απόφαση στερείται ειδικής αιτιολογίας "αναφορικά με την αντικειμενική συνδρομή της παραβάσεως "ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως", κατά τους όρους του άρθρου 15 ΠΚ.", καθώς και ο συναφής δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 15 του ΠΚ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ερμηνεύοντας την έννοια της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως κατά το άρθρο 15 ΠΚ, θεωρεί ότι η "έννομη σχέση" απορρέει από την "υπαιτιότητα" του αναιρεσείοντος, και επιπλέον επισωρεύει ανεπιτρέπτως, δύο νομικές βάσεις της "ιδιαίτερης νομικής σχέσεως", δηλαδή τόσο την συμβατική σχέση του θεράποντος ιατρού, όσο και την "εγγυητική θέση" (που αποκλείει την συμβατική σχέση), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
V. Με τον πρώτο, υπό το στοιχείο Β λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, καθώς και με τον πρώτο με στοιχείο Γ πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο "ουδόλως διατυπώνει μείζονα πρόταση στον δικανικό συλλογισμό του, και ουδόλως εντεύθεν διακρίνει, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι πραγματώθηκαν στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ συνειδητής και ασυνείδητης αμέλειας, κατά τρόπο που καθιστά την απόφαση αναιτιολόγητη και εν πάση περιπτώσει προκαλώντας έλλειψη νομίμου βάσεως". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς τη συνδρομή του είδους της αμέλειας του υπατίου (μη συνειδητής ή ενσυνείδητης), δεν απαιτείται η διατύπωσης "μείζονας πρότασης", αλλά αρκεί να εκτίθεται στην απόφασή του με σαφήνεια ποιό από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση και τα περιστατικά που αιτιολογούν την παραδοχή αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι ο ήδη αναιρεσείων "από αμέλεια του, δηλαδή από παράλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει, όπως θα έπραττε κάθε μέτρια συνετός και ενσυνείδητος ιατρός της ιδίας με αυτόν ειδικότητας και τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής τέχνης, καθώς και τα υπάρχοντα "in concreto" δεδομένα, αφετέρου θα μπορούσε με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να τηρήσει και ν' αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα (θάνατος άλλου), το οποίο από επιπολαιότητα, ολιγωρία και αδράνειά του (προεγχειρητική) καθόλου δεν προέβλεψε ως δυνάμενο να προκληθεί υπ' αυτού (άνευ συνειδήσεως αμέλεια)", κατά τα λεπτομερώς περαιτέρω, εκτιθέμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως, με σαφήνεια και πληρότητα εκθέτει τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται σαφώς το είδος της αμέλειας (ασυνείδητης).
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ και Ε πιο πάνω λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης της αποφάσεως, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VI. Mε τον δεύτερο, με στοιχείο Δ, πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτίασεις της "έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη των καταλυτικών της κατηγορίας ισχυρισμών για την αληθή αιτία θανάτου". Ειδικότερα προβάλλει, ότι με η προσβαλλόμενη απόφαση "εντελώς αφοριστικά και αυθαίρετα απορρίπτεται ο βασικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, καταλυτικός της κατηγορίας για την αληθή αίτια του θανάτου της άτυχης γυναίκας, επελθόντος εξ εμβολής αμνιακοΰ υγρού" και ότι έπρεπε η πληττόμενη απόφαση να αιτιολογήσει "γιατί απορρίπτει την προβληθείσα και τεκμηριωθείσα αποδεικτικώς επιστημονική θέση, ότι "η ανεύρεση αμνιακού υγρού στους πνεύμονες αποδεικνύει πλήρως την εμβολή ως αιτία θανάτου ενώ η μη ανεύρεσή του δεν την αποκλείει". Ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει αρνητικούς της κατηγορίας σε ισχυρισμούς, όπως είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο θάνατος της επιτόκου δεν επήλθε από την αιτία που αναφέρεται στην απόφαση , αλλά για άλλη, για την οποία αυτός δεν ευθύνεται, ούτε να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους πείσθηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο, αντίθετο, ούτε να προβεί σε συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, αρκεί να προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα - και εκείνα που ειδικώς αναφέρει ο αναιρεσείων στους προσθέτους λόγους του - αιτιολογεί με πληρότητα την κρίση του ότι ο θάνατος της επιτόκου οφειλόταν σε ολιγαιμικό shock λόγω πρόωρης κεντρικής αποκόλλησης του πλακούντος και όχι ότι αυτή απεβίωσε από εμβολή δια αμνιακού υγρού, όπως ο κατηγορούμενος υποστηρίζει. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη και αυθαίρετη, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου η αναφορά στο πιο πάνω σκεπτικό ότι η χορήγηση του κολπικού δισκίου προσταγλαδίνης, το οποίο της είχε χορηγήσει ο αναιρεσείων για την πρόκληση τεχνητών ωδίνων, είναι "ενέργεια παρακινδυνευμένη", καθώς και η αναφορά ότι το δισκίο αυτό "ενίοτε" προκαλεί "παρενέργειες", δεν συνιστά υποθετική ή ενδοιαστική κρίση, όπως ο αναιρεσείων αιτιάται. Κατά τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, η θανούσα επίτοκος, μετά την χορήγηση του εν λόγω δισκίου έπρεπε να παραμείνει στη κλινική, προς αντιμετώπιση εγκαίρως κάθε ενδεχόμενου, διότι ο κατηγορούμενος όφειλε και ηδύνατο να προβλέψει ότι υπήρχε κίνδυνος αποκόλλησης του πλακούντα εξαιτίας της προκλήσεως σε τρίτοκο - με το χορηγηθέν δισκίο προσταγλαδίνης - τεχνητών ωδίνων. Όπως δε αυτονοήτως συνάγεται από τις παραδοχές αυτές, η αμέλεια του κατηγορουμένου δεν συνίσταται στη χορήγηση της προσταγλαδίνης για την πρόκληση τεχνητών ωδίνων, αλλά στην παράληψη αυτού να κρατήσει η παθούσα στην κλινική μετά τη χορήγηση του εν λόγω φαρμάκου, ενόψει, πλην, άλλων και του πιθανού κινδύνου αποκολλήσεως του πλακούντος, ενέργεια η οποία, εάν είχε γίνει, θα απέτρεπε το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα, αφού έτσι θα ήταν εφικτή η έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση του συμβάντος. Οι λοιποί δε αναφερόμενοι στην απόφαση λόγοι για τους οποίους ο αναιρεσείων δεν έπρεπε να αφήσει την παθούσα να αναχωρήσει για την οικία της μετά την χορήγηση του δισκίου, (να γεννήσει αιφνιδίως στην οικία της κλπ), δεν συνδέονται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, πλην όμως αναφέρονται στην απόφαση αφηγηματικώς, προκειμένου να επισημανθεί η εν γένει αμελής, έναντι της παθούσας, συμπεριφορά του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αιτιολογία της απόφασης, ως προς τη συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αμέλειας και του αιτιώδους συνδέσμου, στηρίζεται σε υποθετική και ενδοιαστική κρίση, είναι αβάσιμες, ανεξαρτήτως του ότι αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού η περί συνδρομής των στοιχείων της αμέλειας του κατηγορουμένου κρίση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην πιο πάνω παράλειψη, αλλά πρωτίστως στην περιγραφόμενη στην απόφαση αυτού ολιγωρία του κατηγορουμένου ως προς την διάγνωση της παθήσεως της επιτόκου και συγκεκριμένα στην παράλειψη αυτού να προβεί στις απαραίτητες και παραδεδεγμένες στις περιπτώσεις εξετάσεις που λεπτομερώς αναφέρονται στην απόφαση (ψηλάφηση της κοιλίας της επιτόκου κλπ), παράλειψη η οποία στηρίζει αυτοτελώς την περί συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αμέλειας, και του αιτιώδους συνδέσμου της παραλείψεως αυτής με το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα. Συνακόλουθα, ο δεύτερος με στοιχείο Δ ( Δ1 και Δ2), από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς την απόρριψη των καταλυτικών της κατηγορίας ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, για την αληθή αιτία θανάτου και ως προς τις αμελείς παραλείψεις αυτού και τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο αυτών με το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, ή, προκειμένου περί φωτογραφιών, ότι επεδείχθησαν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και επισκοπήθηκαν από αυτούς και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Τα έγγραφα με γραφικές παραστάσεις, όπως είναι οι χάρτες, απεικονίσεις, φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, προς τους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτόν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση.
Συνεπώς, είναι προφανές, ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι "αναγνώσθηκε" φωτογραφία ή σχεδιάγραμμα, η αναγραφή αυτή δεν τίθεται κατά κυριολεξία, αλλά με την παραπάνω έννοια της επισκοπήσεως του εγγράφου τούτου από τους παράγοντες της δίκης, μετά προηγούμενη επίδειξή του εκ μέρους του διευθύνοντος τη συζήτηση της υποθέσεως. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις, και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και "....15) νομολογία, 16) δέκα (10) φωτογραφίες, ....18) απόσπασμα δελτίου ειδήσεων του ΜΕGA CHANEL....... δ) η έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονας ...." . Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων και των φωτογραφιών αυτών, ενόψει και τη αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους ("ποιο ήταν το περιεχόμενο τους, τι παριστούν οι φωτογραφίες από ποιον λήφθηκαν και προσκομίστηκαν, πότε συντάχθηκε η έκθεση κλπ), αφού, με την γενόμενη ανάγνωση των εγγράφων και την επισκόπησή των φωτογραφιών, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη τους τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσειόντος κρίση του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αριθμούμενα έγγραφα, που επιδείχθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και κατά επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ειδικώς, ως προς τα αναφερόμενα μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και εκείνων με αριθμό 15, με την αναφορά ότι πρόκειται για "νομολογία", η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των εγγράφων αυτών, που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα, δεδομένου ότι τα έγγραφα αυτά δεν είναι από εκείνα που δημιουργούν την ακυρότητα αυτή όταν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, χωρίς να αναγνωσθούν, αφού τέτοια έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 364 παρ.1 του ΚΠΔ είναι μόνο όσα μπορούν να χρησιμεύσουν για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου και τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής.
VIII. Από τις διατάξεις των άρθρων 141 και 366 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι στα πρακτικά συνεδρίασης του Ποινικού Δικαστηρίου καταχωρίζεται σε συντομία, εκτός άλλων, και η απολογία του κατηγορουμένου, χωρίς να απαιτείται η καταχώρηση ιδιαίτερα των ερωτήσεων, που υποβάλλονται στον κατηγορούμενο μετά το πέρας της απολογίας του αρχικά από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον Εισαγγελέα και τους δικαστές και συνέχεια από τους υπόλοιπους διαδίκους και τους συνηγόρους του, οι οποίοι υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση, καθώς επίσης και πλήρων των απαντήσεων που δίδει ο κατηγορούμενος στις ερωτήσεις αυτές, εκτός αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να καταχωριστεί ορισμένη απάντησή του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, "μετά την απολογία του κατηγορουμένου, η Πρόεδρος του υπέβαλε ερωτήσεις και κατόπιν έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα και στους δικαστές, για να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, εάν είχαν. Ο Εισαγγελέας και οι δικαστές υπέβαλαν ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο και εκείνος απάντησε, όπως αναφέρεται στην απολογία. Μετά η Πρόεδρος έδωσε το λόγο στους πληρεξούσιους της πολιτικής αγωγής για να απευθύνουν, μέσω της Προέδρου, ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο και αυτοί υπέβαλαν ερωτήσεις". Το ότι η επισήμανση αυτή του γεγονότος της υποβολής ερωτήσεων προς τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, στις οποίες ασφαλώς αυτός απάντησε, αφού δεν αναγράφεται, σύμφωνα με το άρθρο 366 παρ. 3 εδ. τελ. Κ.Π.Δ., στα πρακτικά σχετική άρνησή του, γίνεται μετά το κείμενο της απολογίας, που έχει καταχωριστεί στα πρακτικά, δεν σημαίνει ότι στο κείμενο της απολογίας δεν έχουν περιληφθεί σε συντομία οι σχετικές απαντήσεις του κατηγορουμένου στις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν σ' αυτόν, ούτε ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αυτές ως μέρος της απολογίας του. Και ναι μεν, στην ως άνω επισήμανση, ως προς τις ερωτήσεις που υπέβαλαν, μέσω του Προέδρου, ο πολιτικώς ενάγων, και οι συνήγοροι δεν αναγράφεται η φράση ότι "ο κατηγορούμενος απάντησε όπως αναφέρεται στην απολογία", φράση η οποία επισημαίνεται στις ερωτήσεις που υπέβαλαν ο Πρόεδρος, ο Εισαγγελέας και οι Δικαστές, όμως από μόνη τη διατύπωση αυτή δεν σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν απάντησε στις ερωτήσεις των διαδίκων και των συνηγόρων τους, ούτε ότι οι απαντήσεις του δεν καταχωρήθηκαν σε συντομία στο κείμενο της απολογίας του ή πολύ περισσότερο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο ως μέρος της απολογίας του. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, τελευταίος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων του αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται "απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ), προκληθείσα από την μη χορήγηση του λόγου στον κατηγορούμενο, επί ερωτήσεων της πολιτικής αγωγής, και από την τυχόν λήψη υπόψη (ερωτήσεων και) απαντήσεων που δεν καταχωρήθηκαν ποτέ στα πρακτικά, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙΧ. Μετά από αυτά και την απόρριψη των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος στον αναιρεσείοντα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 23/28-5-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως και τους από 19-9-2008 προσθέτους λόγους του Χ για αναίρεση της 540/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή