Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1385 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Αποδεικτικά μέσα, Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Πληρεξουσιότητα .




Περίληψη:
Ο διάδικος δεν παρίσταται νομίμως, αν δεν εκπροσωπείται με ειδικά προς τούτο εξουσιοδοτημένο πληρεξούσιο δικηγόρο (άρθρ. 94 παρ 1, 96 και 104 ΚΠολΔ). ’ρθρο 559 αρ. 11γ. Ο λόγος στοιχειοθετείται μόνο αν δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα. ’ρθρο 559 αρ. 8. Πράγμα αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που αφορά σε αυτοτελή και όχι σε αλυσιτελή ισχυρισμό στον οποίο το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει. Κτήση κληρονομιάς κατά ΒΡΔ. Η αποσπασματική και επιλεκτική επιλογή των παραδοχών της απόφασης καθιστά αόριστο το λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ενώ ο λόγος του αρ. 10 του ιδίου άρθρου αναφέρεται σε «πράγματα», ήτοι σε αυτοτελείς ισχυρισμούς που έγιναν δεκτοί χωρίς να έχει προσκομισθεί απόδειξη. ’ρθρο 559 αρ. 9, ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση που προκαλεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.





Αριθμός 1385/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Μ. Γ. του Κ., 2.Ε. Γ. του Κ., κατοίκων ..., 3.Α. συζ. Κ. Μ., το γένος Θ. Κ., 4.Κ. Κ. συζ. Θ. Ρ., το γένος Θ. Κ., κατοίκων ..., 5.Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 6.Ζ. Κ. του Ι., 7.Α.- Ε. Κ. του Σ., κατοίκων ..., 8.Α. Ν. του Ι. Σ. Κ., η οποία ενεργεί στην προκειμένη περίπτωση: α)για τον εαυτό της ατομικά και β)ως ασκούσα την γονική μέριμνα και ως νόμιμος εκπρόσωπος των ανήλικων τέκνων της: 9.Λ. Κ. του Σ., 10.Η. Κ. του Σ., κατοίκων ..., και 11.Α. Α. του Α., κατοίκου .... Οι 1η έως 10η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Τίγκα και η 11η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Α. χήρας Γ. Ψ., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Ευσταθίου, η οποία ανακάλεσε την από 1-4-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-1995 αγωγή των 1ης, 3ης και 4ης των ήδη αναιρεσείουσων και λοιπών αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-7-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 2-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ 1 και 2 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ’ρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ’ρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Εξάλλου κατά το άρθρο 94 παρ 1 ΚΠολΔικ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 του ίδιου κώδικα η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά , κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες πλην της ενδεκάτης και η αναιρεσίβλητη, εκπροσωπήθηκαν από τους ειδικώς προς ταύτα εξουσιοδοτηθέντες πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αντώνιο Τίγκα και Φωτεινή Ευσταθίου, αντίστοιχα. Η ενδέκατη αναιρεσείουσα (Α. Α. του Α.) εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον ίδιο όπως και οι λοιποί αναιρεσείοντες δικηγόρο (Αντώνιο Τίγκα) χωρίς όμως αυτός να έχει ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθεί από την εν λόγω αναιρεσείουσα, η οποία δεν προσκομίζει το απαραίτητο προς τούτο πληρεξούσιο. Όμως αυτή κλητεύθηκε από τους ομοδίκους της αναιρεσείοντες, με την επίδοση σ' αυτήν αντιγράφου της αναιρέσεως και κλήσεως για συζήτηση για την σημερινή δικάσιμο (βλ υπ' αριθμ.3981 Γ/11-7-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσπρωτίας Θ. Κ. ) και συνεπώς πρέπει η υπόθεση να δικασθεί ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ήτοι και η μη νομίμως παραστάσα αναιρεσείουσα. Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 23/2008). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΟλΑΠ 8/2005). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφαση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από τη συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων, σ' αυτό, αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, σε σχέση με την ένδικη διεκδικητική συγκυριότητος αγωγή των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων αρχικών εναγουσών, στη θέση των οποίων λόγω του θανάτου τους υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Επίδικα στην παρούσα αγωγή είναι τα ακόλουθα ακίνητα και συγκεκριμένα τα 2/5 εξ αδιαιρέτου αυτών : α) ... β) ... γ) ... δ) ... ε) ... στ) ... ζ) ... η) ... Τα ακίνητα αυτά, εκτός από το υπό στοιχείο δ νεμόταν ο Γ. Ψ., πατέρας του Ν. Ψ., από τα έτη 1884-1886 που περιήλθαν σε αυτόν έως το θάνατο του που επισυνέβη το έτος 1890. [Μετά το θάνατο του Γ. Ψ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, η κληρονομιά του περιήλθε στα πέντε τέκνα του, δηλαδή στο Ν. Ψ. (πατέρα των τριών πρώτων αρχικώς εναγουσών Α. Κ., Ε. Γ. και Μ. Γ. και του συζύγου της εναγομένης Γ. Ψ. και παππού της τέταρτης και πέμπτης των αρχικώς εναγουσών Α. Μ. και Κ. Κ. Ρ.-θυγατέρων της ήδη αποβιώσασας κόρης του Ν. Ψ., Ε. Κ.), στην Κ. σύζυγο Δ. Π., στη Χ. σύζυγο Β. Μ., στην Π., σύζυγο Γ. Μ. και στο Σ. Ψ., κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, οι οποίοι υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην κληρονομιά του με πρόθεση κληρονόμου. Το 1924 απεβίωσε ο Σ. Ψ., ο οποίος με την υπ' αριθμ. .../20.5.1924 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Τρικάλων Μ. Ντουλόπουλου, η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 38/11.6.1924 πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Τρικάλων, κατέλειπε την ακίνητη περιουσία του στον αδερφό του Ν. Ψ. (στην οποία περιλαμβανόταν το 1/5 εξ αδιαιρέτου της κληρονομιάς του Γ. Ψ.), ο οποίος την αποδέχθηκε αναμειχθείς σε αυτή. Έτσι στο Ν. Ψ. περιήλθαν τα 2/5 εξ αδιαιρέτου της κληρονομιάς του Γ. Ψ.. Το 1929 ο Ν. Ψ. παρέσχε στη δανείστρια του ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "αδερφοί Δ. Π." δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί ολόκληρου του προαναφερόμενου υπό 2 ευρισκόμενου στα Τρίκαλα ακινήτου (που εμφαίνεται ως τμήμα Β στο από 2.2005 τοπογραφικό διάγραμμα, σχέδιο 1) (υπ' αριθμ. .../1929 δανειστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τρικάλων Γ. Χατζηγώγου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία κατασχέσεων του υποθηκοφυλακείου Τρικάλων στον τόμο … και με αριθμό 3255). Στη συνέχεια με δεύτερο δανειστικό συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου παρέσχε στο δανειστή αυτού Γ. Σ. δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί ολόκληρων των υπό 1 και 2 ευρισκόμενων στα Τρίκαλα ακινήτων (που εμφαίνονται ως τμήμα Β και Γ στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα) (καθώς και επί τρίτου ακινήτου που βρισκόταν στην ίδια περιοχή και το οποίο δεν είναι επίδικο, εμφαίνεται δε ως τμήμα Α στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, υπ' αριθμ. .../1930 δανειστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τρικάλων Γ. Χατζηγώγου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα τ 48, αρ 5676). Ο Γ. Σ. επίσπευσε στη συνέχεια αναγκαστική κατάσχεση επί των ως άνω ακινήτων (υπ' αριθμ. 139/1932 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Γ. Α.). Προκειμένου να διασφαλίσουν τα δικαιώματα τους (3/5 εξ αδιαιρέτου) στα ακίνητα αυτά από τους δανειστές του Ν. Ψ., οι συγκληρονόμοι του τελευταίου, ήτοι η Κ. σύζυγος Δ. Π. και οι κληρονόμοι της Χ. συζύγου Β. Μ. και της Π. συζύγου Γ. Μ., οι οποίες είχαν εν τω μεταξύ αποβιώσει, άσκησαν την από 20.1.1932 αγωγή τους κατά του Ν. Ψ. και των ως άνω δανειστών αυτού, με την οποία ζητούσαν να εξαλειφθούν ως προς τα δικά τους μερίδια (3/5) οι εγγραφείσες υποθήκες. Περαιτέρω αφενός η Κ. σύζυγος Δ. Π. και αφετέρου οι κληρονόμοι της Χ. συζύγου Β. Μ. και της Π. συζύγου Γ. Μ., άσκησαν τις από 5.12.1932 και 14.12.1932 διεκδικητικές ανακοπές κατά του Ν. Ψ. και του Γ. Σ. με τις οποίες ζητούσαν να αναγνωρισθεί το εξ αδιαθέτου κληρονομικό τους δικαίωμα επί της κληρονομιάς του πατρός τους Γ. Ψ. και να ακυρωθεί η επιβληθείσα κατάσχεση κατά το μέρος που αφορούσε το μερίδιο τους (1/5 για κάθε μία). Επί της πρώτης ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 148/1934 απόφαση του Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 119/1938 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Μετά ταύτα και χωρίς να εκδικαστούν τα λοιπά ένδικα βοηθήματα, η κατάσχεση περιορίστηκε στα 2/5 εξ αδιαιρέτου των ως άνω ακινήτων, τα οποία κατόπιν πλειστηριασμού περιήλθαν στον Γ. Σ., ως υπερθεματιστή, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1935 κατακυρωτικής περίληψης του συμβολαιογράφου Τρικάλων Αν. Κυριακού, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ …, αρ 13492). Το 1945 ο Ι. Π., κληρονόμος της Κ. Π., άσκησε κατά του Ν. Ψ. την από 30.5.1945 διεκδικητική αγωγή με την οποία ζητούσε να του αποδοθεί το ποσοστό συγκυριότητας του (1/5) στα ως άνω ακίνητα. Ενόψει της δίκης αυτής και επειδή η διεκδικητική ανακοπή της μητέρας του ενάγοντος είχε γίνει ήδη τελεσιδίκως δεκτή (προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 148/1934 απόφαση του Εφετείου Λάρισας) με συνέπεια να θεωρείται σφόδρα πιθανή η επιτυχής έκβαση και της δίκης αυτής, ο Ν. Ψ. προέτρεψε τον υιό του Γ. Ψ. να έρθει σε συμφωνία με τον Ι. Π. αλλά και με τους κληρονόμους της Χ. συζύγου Β. Μ. και της Π., συζύγου Γ. Μ., ώστε να επιλυθούν συμβιβαστικά οι μεταξύ τους διαφορές. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής και προκειμένου να αποφευχθεί η συζήτηση της αγωγής που επίκειτο ο Ι. Π. μεταβίβασε στο Γ. Ψ. με το υπ' αριθμ. .../1946 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κοζάνης Φ. Τσικρίκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα (τ … αρ. 15.731), το 1/5 εξ αδιαιρέτου επί των ακινήτων στα Τρίκαλα στα οποία είχε αναγνωρισθεί η μητέρα του ως συγκληρονόμος. Με τους κληρονόμους της Χ. Μ. και της Π. Μ. δεν συνετάγησαν έγγραφα, προφανώς προς αποφυγή των εξόδων και διότι δεν είχε εκδοθεί επί των ενδίκων βοηθημάτων τους απόφαση, αλλά, έναντι καταβολής σε αυτούς των δικαστικών τους εξόδων, παρέδωσαν ατύπως τη νομή των ακινήτων κατά τα 2/5 στο Ν. Ψ.. Στη συνέχεια το 1948 ο Ν. Ψ. ανέκτησε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1948 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Τρικάλων Αλ. Κλείδωνα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, τα υπόλοιπα 2/5 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων που βρίσκονταν στα Τρίκαλα από τον αποκτήσαντα αυτά με τον προαναφερόμενο πλειστηριασμό Γ. Σ.. Τότε ο Ν. Ψ. με άτυπη δωρεά παρέδωσε τη νομή όλων των ανηκόντων σε αυτόν ακινήτων, δηλαδή των ακινήτων στην Κρανιά και στο Παλαιοχώρι Καλαμπάκας (εκτός από το υπό 4 ακίνητο) και των 4/5 εξ αδιαιρέτου των ευρισκόμενων στα Τρίκαλα ακινήτων (υπό 1, 2) στο Γ. Ψ., μοναδικό άρρεν τέκνο του, αναγνωρίζοντας την προσπάθεια που ο τελευταίος κατέβαλε και τα έξοδα στα οποία υπεβλήθη για να περιέλθουν και πάλι σε αυτόν (Ν. Ψ.) τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου των ως άνω ακινήτων. Η δωρεά συνοδευόταν από συμφωνία μεταξύ του γέροντα πατέρα (76 ετών τότε) και του Γ. Ψ. να φροντίσει ο τελευταίος τις αδερφές του Ε. και Μ., που δεν είχαν ακόμη παντρευτεί και να βοηθήσει στην αποκατάσταση τους, όπως είχε πράξει και με τις άλλες δύο αδερφές του. Την άτυπη δωρεά γνώριζαν και αποδέχονταν τόσο η σύζυγος του Ν. Ψ., Ε., όσο και οι κόρες του, αδερφές του Γ. Ψ., Α., Ε., Μ. (τρεις πρώτες αρχικώς ενάγουσες) και η Ε. (μητέρα των δύο τελευταίων αρχικώς εναγουσών). Έκτοτε, δηλαδή από το 1946 (με βάση το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. .../1946 συμβόλαιο) όσον αφορά το 1/5 εξ αδιαιρέτου των υπό 1 και 2 ακινήτων που βρίσκονται στα Τρίκαλα και από το 1948 (με βάση την προαναφερόμενη άτυπη δωρεά) όσον αφορά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων αυτών καθώς και τα υπόλοιπα ακίνητα στην Κρανιά και στο Παλαιοχώρι Καλαμπάκας (υπό 3, 5, 6, 7 και 8), ο Γ. Ψ. νεμόταν ως αποκλειστικός νομέας τα επίδικα. Στη συνέχεια απεβίωσε στις 21.1.1950 ο Ν. Ψ. χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας ως πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγο του Ε., η οποία απεβίωσε στις 9.10.1963 και τα πέντε παιδιά τους, το Γ., την Ε., που απεβίωσε στις 9.7.1950, την Α., την Ε. και τη Μ.. Την κληρονομιά του Ν. Ψ. αποδέχθηκαν οι τρεις τελευταίες με την υπ' αριθμ. …/1989 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Τρικάλων Ι. Παπαμιχαήλ, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα (τ. …, αρ 458, 459, υποθηκοφυλακείο Τρικάλων, τ. …, αρ 36042 υποθηκοφυλακείο Καλαμπάκας), ενώ την κληρονομιά της μετέπειτα αποβιωσάσης μητέρας τους αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ …/1989 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα (τ. …, αρ 460, 461 υποθηκοφυλακείο Τρικάλων, τ. …, αρ 36043 υποθηκοφυλακείο Καλαμπάκας). Οι δε κόρες της Ε. αποδέχθηκαν την κληρονομιά της καθώς και για λογαριασμό της την κληρονομιά του Ν. Ψ. με την υπ' αριθμ. …/1989 αποδοχή κληρονομιάς του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα (τ …, αρ 36040 υποθηκοφυλακείο Καλαμπάκας και τ …, αρ 454, 455 υποθηκοφυλακείο Τρικάλων), ενώ την κληρονομιά της γιαγιάς τους Ε. Ψ. αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. …/1989 αποδοχή κληρονομιάς του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα (τ …, αρ 36041 υποθηκοφυλακείο Καλαμπάκας και τ …, αρ 456, 457 υποθηκοφυλακείο Τρικάλων). Εντούτοις ήδη από τα έτη 1946 και 1948 (κατά τη διάκριση που γίνεται παραπάνω) ο Γ. Ψ. νεμόταν ως αποκλειστικός νομέας τα επίδικα, νομή την οποία συνέχισε και μετά το θάνατο του πατέρα του έως το θάνατο του ίδιου το 1992. Να σημειωθεί ότι επίδικα στην παρούσα δίκη είναι μόνα τα 2/5 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων (ενώ ως προς τα υπόλοιπα 3/5 η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη). Επειδή όμως δεν διαφοροποιείται η τύχη των επιδίκων 2/5 από τα υπόλοιπα 3/5, στο εξής και προς απλούστευση στη διατύπωση θα γίνεται λόγος για ολόκληρα τα ακίνητα. Πιο συγκεκριμένα όσον αφορά τις πράξεις νομής, ο Γ. Ψ. διέμενε στην οικία που βρισκόταν στο υπ' αριθμ. 2 ακίνητο, με τη μητέρα του (Ε.), τις ανύπαντρες αδερφές του (δεύτερη και τρίτη των αρχικώς εναγουσών), τις οποίες φιλοξενούσε και τις ανήλικες κόρες της αποβιώσασας το 1950 αδερφής του Ε. (τέταρτη και πέμπτη των αρχικώς εναγουσών), τις οποίες φρόντιζε. Όλες τις ανωτέρω συντηρούσε ο Γ. Ψ. ο οποίος ήταν και ο μόνος από την οικογένεια που εργαζόταν, εκμεταλλευόμενος φορτηγά και επιβατικά αυτοκίνητα. Μετά το γάμο τους οι αδερφές του Γ. Ψ., οι οποίες προικίστηκαν από αυτόν, και οι ανεψιές του αποχώρησαν από την ως άνω οικία και διέμεναν πλέον με τους συζύγους τους σε διαφορετικές οικίες, χωρίς ουδέποτε να επιστρέψουν ή να ενδιαφερθούν γι' αυτή. Μόνον η Α. Κ. επέστρεψε με την οικογένεια της (προσωρινά και εξ ανάγκης), διότι το δικό της σπίτι είχε υποστεί καταστροφές, και φιλοξενήθηκε εκ νέου από το Γ. Ψ. για δύο χρόνια (1959-1960). Ο τελευταίος συνέχισε να διαμένει στην οικία με την εναγομένη - σύζυγο του (από το 1960) έως το 1977, οπότε, λόγω της παλαιότητας της, την εγκατέλειψαν και εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα. Στο υπό 1 ακίνητο ο Γ. Ψ. καλλιεργούσε αρχικώς τριφύλλι, ως τροφή του ποιμνίου που παράλληλα με τις άλλες κύριες επαγγελματικές του δραστηριότητες διατηρούσε. Το ότι ο Γ. Ψ. νεμόταν τα ως άνω υπό 1 και 2 ακίνητα ως αποκλειστικός κύριος επιβεβαιώνεται από τα ακόλουθα: 1)Κατά το χρονικό διάστημα 1969-1971 προέβη σε πωλήσεις διαιρετών τμημάτων του υπό 1 ακινήτου καθώς και άλλου ακινήτου στην ίδια περιοχή που εμφαίνεται στο σχέδιο 1 του πραγματογνώμονα ως τμήμα Α, τα οποία είχαν αποκτήσει εν τω μεταξύ σημαντική οικοπεδική αξία, εν γνώσει των αδερφών του, οι οποίες καμία αντίρρηση δεν προέβαλαν ούτε αμφισβήτησαν το δικαίωμα του να προβεί στις ως άνω πωλήσεις. Συγκεκριμένα με τα υπ' αριθμ. …/1969, …/1970, …/1970, …/1971, …/1971 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Τρικάλων Β. Πουλιανίτη, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα, ο Γ. Ψ. πώλησε στους Σ. Κ., Χ. Ο., Χ. Τ. και Γ. Σ., Χ. Κ. και Γ. Ο. και στον Ε. Κ. αντίστοιχα, διαιρετά οικοπεδικά τμήματα έκτασης 252, 20 τμ, 290 τμ, 240,84 τμ, 456,40 τμ, 306,10 τμ αντίστοιχα, στα τέσσερα πρώτα από τα οποία οι αγοραστές ανήγειραν από ετών πολυώροφες οικοδομές. Οι τρεις πρώτες πωλήσεις αφορούν το εμφαινόμενο ως τμήμα Α στο σχέδιο 1 του πραγματογνώμονα ακίνητο, το οποίο δεν είναι επίδικο στην παρούσα δίκη, αν και ανήκε και αυτό στο δικαιοπάροχο των διαδίκων Ν. Ψ., διότι με τις ως άνω πωλήσεις και τη διάνοιξη της οδού … εξαντλήθηκε η έκταση του. Οι δύο τελευταίες πωλήσεις αφορούν τμήματα του υπό 1 επίδικου ακινήτου (το οποίο εμφαίνεται ως τμήμα Γ στο σχέδιο 1 του πραγματογνώμονα, ενώ τα πωληθέντα τμήματα σημειώνονται με τους αριθμούς 4 και 5 στο ως άνω σχέδιο). Στα πωλητήρια συμβόλαια αναγράφεται ο πωλητής Γ. Ψ. ως αποκλειστικός κύριος των πωλούμενων τμημάτων. Τις πωλήσεις αυτές γνώριζαν οι αρχικώς ενάγουσες, όπως καταθέτουν σαφώς οι μάρτυρες τους, και δεν αντιτάχθηκαν σε αυτές ούτε κατά τη σύναψη τους ούτε μεταγενέστερα. Ο ισχυρισμός τους ότι προηγήθηκε συναίνεση τους στις ως άνω πωλήσεις, ότι έλαβαν μέρος του τιμήματος και ότι συγκατατέθηκαν σε αυτές προκειμένου να βοηθήσουν το στενό συγγενή τους Γ. Ψ., ο οποίος εκείνη την εποχή αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά προβλήματα δεν κρίνεται αληθής. Αν τούτο ίσχυε θα συμμετείχαν και αυτές στη σύνταξη των συμβολαίων προκειμένου να δηλώσουν και τυπικώς τη συναίνεση τους και κυρίως να διασφαλίσουν τα δικαιώματα τους έναντι των δανειστών του Γ. Ψ. στα εναπομένοντα τμήματα. Επίσης δεν είναι αληθή τα κατατιθέμενα, εντελώς αόριστα, από το μάρτυρα των εναγόντων αλλά και από τις ενόρκως βεβαιούσες, που εν τέλει κατέστησαν διάδικοι, ότι καταβλήθηκε στις αδερφές και ανεψιές του Γ. Ψ. μέρος του τιμήματος. Οι καταθέσεις αυτές έρχονται σε ευθεία αντίθεση τόσο με την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως όσο και με τα προαναφερόμενα πωλητήρια συμβόλαια. Κανένας από τους μάρτυρες αυτούς δεν μπόρεσε να προσδιορίσει σε τι ποσό αντιστοιχούσε το καταβληθέν τίμημα και πότε έλαβε χώρα η καταβολή αυτού, μολονότι βεβαίως θα επρόκειτο για σημαντικά ποσά και λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης θα έπρεπε, αν είχαν λάβει χώρα καταβολές, να μπορούν έστω κατά προσέγγιση να καθορίσουν το ύψος τους. Επιβεβαιώνεται έτσι η είσπραξη του ποσού αποκλειστικώς από τον πωλητή Γ. Ψ., όπως ρητώς καταθέτει ο μάρτυρας της εναγομένης και αναφέρεται στα πωλητήρια συμβόλαια. Τέλος και ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι αδερφές και ανεψιές του Γ. Ψ. επέτρεψαν τις ως άνω πωλήσεις θεωρώντας ότι ο τελευταίος ως συγκληρονόμος μεταβίβαζε το μερίδιο που του αναλογούσε δεν είναι βάσιμος. Οι αδερφές και ανεψιές του Γ. Ψ. γνώριζαν ότι αυτός μεταβιβάζει διαιρετά τμήματα, τα οποία συνολικά υπερέβαιναν το 1/5 που κατ' αυτές του αναλογούσε και ήταν τα πλέον προνομιούχα, λόγω του σχήματος τους και ως μη αποτελούντα ή δυνάμενα να αποτελέσουν ρυμοτομούμενη έκταση. Αν επομένως θεωρούσαν ότι έχουν δικαιώματα επί των ως άνω οικοπέδων θα φρόντιζαν να διασφαλίσουν αυτά με κάποιο τρόπο, έστω στα μη πωληθέντα τμήματα. Μετά τις ως άνω πωλήσεις ο Γ. Ψ. εξακολουθούσε να νέμεται το υπό 2 ακίνητο (τμήμα Β στο σχέδιο 1 του πραγματογνώμονα) και τμήμα του αρχικού υπό 1 ακινήτου (τμήμα Γ), όπως το τμήμα αυτό εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα (σχέδιο 1) του πραγματογνώμονα Η. Μ. με τα στοιχεία 37-38-39-40-41-42-43-44-45-46-47-48-49-50-51-52-53-54-55- 56 -57 -58 -59 -60 -61 -62 -63 -64-65-66-67-67α-37α-37, έκτασης (3546,99 αρχική έκταση - 456,40 πωληθέν τμήμα - 306,10 πωληθέν τμήμα) 2.784,49 τμ, ενώ τα πωληθέντα τμήματα νέμονται από της αγοράς τους οι αγοραστές αυτών. 2) Με το από 2.8.1937 Β. Διάταγμα, όπως τροποποιήθηκε με το από 10.1.1969 Β.Δ., εγκρίθηκε το σχέδιο ρυμοτομίας της πόλης των Τρικάλων. Σημαντικά τμήματα των υπό 1 και 2 ακινήτων επρόκειτο να ρυμοτομηθούν για τη διάνοιξη των οδών …, …, … και ανώνυμης οδού. Για την εφαρμογή του πολεοδομικού σχεδιασμού συνετάγησαν 5 πράξεις τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης (2/1963, 10/1975, 6/1976, 3/1978 και 1/1980, εκ των οποίων κυρώθηκαν μόνο οι 10/1975 και 6/1976, ενώ οι υπόλοιπες ακυρώθηκαν). Στη μακροχρόνια σχετική διοικητική διαδικασία /συμμετείχε αποκλειστικά ο Γ. Ψ.. Συγκεκριμένα, σε αυτόν κοινοποιούνταν τα υπηρεσιακά έγγραφα, τα οποία τον ανέφεραν ως ιδιοκτήτη (προσκλήσεις προς υπόδειξη ορίων, πράξεις τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημιώσεως, απαντήσεις επί ενστάσεων), αυτός συμμετείχε στις αναγκαίες για τη σύνταξη των ως άνω πράξεων αυτοψίες προκειμένου να υποδείξει τα όρια των ακινήτων, αυτός αναφερόταν ως ιδιοκτήτης των επιδίκων στις πράξεις τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημιώσεως και στα συνοδευτικά τοπογραφικά διαγράμματα, αυτός υπέβαλε ενστάσεις προκειμένου να διασφαλιστούν κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του κατά την ως άνω διαδικασία (υπ' αριθμ. Ε 9197/1976, Ε 1553/1978, Ε1041/1980 έγγραφα της διεύθυνσης τεχνικών υπηρεσιών της Νομαρχίας Τρικάλων με το συνημμένο πίνακα διανομής, υπ' αριθμ. Ε2021/1978 απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων με την οποία γίνεται δεκτή ένσταση του Γ. Ψ. και ακυρώνεται η υπ' αριθμ. 3/1978 πράξη τακτοποίησης λόγω μη κλήτευσης του για την υπόδειξη των ορίων της ιδιοκτησίας του προκειμένου να συνταγεί η πράξη αυτή, υπ' αριθμ. Πρωτ. 2784/1980 ένσταση κατά της υπ' αριθμ. 1/1980 πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης και υπ' αριθμ. 3192/1980 έγγραφο της νομαρχίας Τρικάλων με το οποίο γίνεται δεκτή η ένσταση του και ακυρώνεται η υπ' αριθμ. 1/1980 πράξη, υπ' αριθμ. 1785/1988 αίτηση του Γ. Ψ. και το υπ' αριθμ. 352/1989 έγγραφο της δ/νσης τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου Τρικαίων με το οποίο απορρίπτεται). Μάλιστα όταν ο Δήμος προέβη στην εκτέλεση εργασιών προς διάνοιξη των οδών … και …, χωρίς να έχει καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, ο Γ. Ψ., διαμαρτυρόμενος, έριξε όγκους χωμάτων σε διανοιγέντα τμήματα της οδού, όπως σαφώς καταθέτει ο μάρτυρας της εναγομένης, ο οποίος προέβη στην ως άνω πράξη κατ' εντολή του Γ. Ψ. . Οι ανιψιές του Γ. Ψ. (τρίτη και τέταρτη ενάγουσα) και οι αδερφές του Γ. Ψ. - δικαιοπάροχοι των λοιπών εναγόντων, για πρώτη φορά το έτος 1989, επιχείρησαν να λάβουν μέρος στις σχετικές διαδικασίες επικαλούμενες, αβάσιμα σύμφωνα με τα εκτιθέμενα παραπάνω, κληρονομικά δικαιώματα τους επί των επιδίκων (υπ' αριθμ. 352/1989 έγγραφο του Δήμου Τρικκαίων). 3)Με την υπ' αριθμ. …/1970 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Β. Γ. κατασχέθηκε αναγκαστικά με επίσπευση της εταιρίας ΒΙΑΜΑΞ, δανείστριας του Γ. Ψ., ένα από τα επίδικα στη Βουβή. Στην έκθεση το ακίνητο φέρεται ως ανήκον αποκλειστικά στο Γ. Ψ.. Σε δίκη (ασφαλιστικά μέτρα) το 1989 με όμορο γείτονα στη Βουβή συμμετείχε μόνο ο Γ. Ψ. ως αποκλειστικός νομέας του ακινήτου (βλ. υπ' αριθμ. 998/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, δικάζοντος σε δεύτερο βαθμό επί της υπ' αριθμ. 285/1989 αίτησης του Γ. Ψ.). Περαιτέρω και τα υπόλοιπα ακίνητα στην Κρανιά και στο Παλαιοχώρι Καλαμπάκας νεμόταν ο Γ. Ψ. ως αποκλειστικός νομέας από της περιελεύσεώς τους σε αυτόν το 1948 μέχρι το θάνατο του το 1992, εκτός από το υπ' αριθμ. 4 ακίνητο στην Κρανιά, έκτασης 5.000 τμ, το οποίο αποτελεί δημόσια δασική έκταση και ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επ' αυτού οι διάδικοι ή οι δικαιοπάροχοι τους. Όσον αφορά τα υπόλοιπα ακίνητα: ο Γ. Ψ. επισκεπτόταν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και φρόντιζε το υπό 3 οικόπεδο στην Κρανιά Καλαμπάκας στο οποίο υπήρχε ερειπωμένη οικία. Τοποθέτησε δε σε αυτό παράπηγμα από λαμαρίνες με WC. Επιπροσθέτως, παραχώρησε ατύπως στην Κοινότητα Κρανιάς έκταση 200 τμ προκειμένου να διανοιχθεί κοινοτικός δρόμος, έργο το οποίο δεν έχει υλοποιηθεί μέχρι σήμερα. Ο Γ. Ψ. χρησιμοποιούσε τη λιθόκτιστη οικία που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. 5 οικόπεδο στο Παλαιοχώρι Καλαμπάκας ως παραθεριστική κατοικία. Διέμενε σε αυτή κατά τους καλοκαιρινούς μήνες με τα μέλη της οικογένειας του που φιλοξενούσε (μητέρα, ανύπαντρες αδερφές και ανιψιές του) και μετά το γάμο του με τη σύζυγο του. Επισκεύασε την οικία αυτή (αντικαθιστώντας τη σκεπή και κατασκευάζοντας νέο WC), φρόνησε για την υδροδότηση και ηλεκτροδότηση της, έβαλε σε αυτή τηλέφωνο και πλήρωνε τα κοινοτικά τέλη γι αυτή. Οι αρχικώς ενάγουσες μετά το γάμο τους έπαψαν να διαμένουν στην οικία αυτή και παραθέριζαν πλέον με τους συζύγους τους σε άλλα μέρη, ενώ ουδέποτε επέδειξαν ενδιαφέρον γι αυτή ή συμμετείχαν στα έξοδα της. Τα υπ' αριθμ. 6 και 7 ακίνητα χρησιμοποιούσε ο Γ. Ψ. για την καλλιέργεια τριφυλλιού ως τροφή για το ποίμνιο του που διατηρούσε έως το 1980 και στη συνέχεια προς πώληση. Στο πρώτο από αυτά είχε κατασκευάσει μαντρί για το σταυλισμό του ποιμνίου του. Τέλος, το υπ' αριθμ. 8 ακίνητο χρησιμοποιούσε αρχικώς προς βόσκηση του ποιμνίου του και στη συνέχεια (μετά το 1980) το εκμίσθωνε σε τρίτους. Να σημειωθεί δε ότι στα υπό 7 και 8 ακίνητα στο Παλαιοχώρι εγγράφηκε το 1974 από την Αγροτική Τράπεζα υποθήκη σε βάρος του Γ. Ψ., οφειλέτη της ΑΤΕ (τ …, αρ 3716). Στα σχετικά δε έγγραφα τα ακίνητα φέρονται ως ανήκοντα αποκλειστικώς στο Γ. Ψ.. Οι αρχικώς ενάγουσες ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν για τα ως άνω ακίνητα στα Τρίκαλα, την Κρανιά και το Παλαιοχώρι Καλαμπάκας, δεν άσκησαν επ' αυτών πράξεις νομής, ούτε αμφισβήτησαν το δικαίωμα του Γ. Ψ. να τα νέμεται ως αποκλειστικός νομέας. Ο ισχυρισμός τους ότι επέτρεψαν απλώς τη διαχείριση των ως άνω ακινήτων στο Γ. Ψ. ως συγκληρονόμο τους, στο πλαίσιο λειτουργίας μιας πατριαρχικής οικογένειας, δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Όπως και παραπάνω αναφέρθηκε γνώριζαν και αποδέχονταν την παράδοση της νομής των ακινήτων στο Γ. Ψ. από τον πατέρα τους Ν. Ψ. το 1948 και την εν συνεχεία άσκηση από αυτόν πράξεων νομής ως αποκλειστικό νομέα (πώληση διαιρετών τμημάτων των οικοπέδων στα Τρίκαλα, παραχώρηση δικαιώματος εγγραφής υποθήκης σε ακίνητα στα Τρίκαλα και στο Παλαιοχώρι, συμμετοχή σε διαδικασίες διοικητικές και δικαστικές που αφορούσαν τα ως άνω ακίνητα ως αποκλειστικός κύριος) χωρίς οι ενάγουσες να αντιδράσουν, τουλάχιστον μέχρι το έτος 1989, που για πρώτη φορά αυτές εκδήλωσαν την πρόθεση τους να λάβουν μέρος στη διαδικασία των πράξεων αναλογισμού και τακτοποίησης των οικοπέδων στη θέση "Βουβή" του Δήμου Τρικκαίων. Ενόψει όλων των ανωτέρω ο Γ. Ψ. κατέστη κύριος κατά παράγωγο τρόπο (δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1946 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κοζάνης Φ.; Τσικρίκη, που μεταγράφηκε νόμιμα) του 1/5 εξ αδιαιρέτου των υπό 1και 2 ακινήτων, ενώ κατά το υπόλοιπο (επίδικο) ποσοστό του 1/5 εξ αδιαιρέτου των υπό 1 και 2 ακινήτων και των 2/5 εξ αδιαιρέτου των υπό 3, 5, 6, 7 και 8 με έκτακτη χρησικτησία, εκτός από το υπ' αριθμ. 4 ακίνητο στην Κρανιά Καλαμπάκας που κατά τα ανωτέρω ανήκει στο Δημόσιο. Να σημειωθεί ότι τα ρυμοτομούμενα τμήματα των υπό 1 και 2 ακινήτων δεν είχαν κατά το χρόνο του θανάτου του εκφύγει της κυριότητας και της νομής του Γ. Ψ., αφού δεν είχε καταβληθεί από το Δήμο Τρικκαίων η νόμιμη αποζημίωση και επομένως αποτελούσαν αντικείμενο της κληρονομιάς. Μετά το θάνατο του Γ. Ψ., στις 29.5.1992, η περιουσία του περιήλθε στην πρώτη εναγομένη, μοναδική κληρονόμο αυτού δυνάμει της υπ' αριθμ. …/1990 δημόσιας διαθήκης, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 116/1992 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την κληρονομιά αποδέχθηκε η πρώτη εναγομένη με την υπ' αριθμ. …/1996 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Τρικάλων Φ. Αθανάτου, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ …, αρ 264 στο υποθηκοφυλακείο Τρικάλων, τ. …, αρ 48179 στο υποθηκοφυλακείο Καλαμπάκας), συνέχισε δε να ασκεί, όπως ακριβώς και ο δικαιοπάροχος της πράξεις νομής, επί των υπό 1, 2, 3, 5, 6, 7 και 8 ακινήτων. Ειδικότερα όσον αφορά τα επίδικα στα Τρίκαλα, επιβλέπει και φροντίζει αυτά συνέχισε δε τις διαπραγματεύσεις με το Δήμο Τρικκαίων όσον αφορά την τύχη των ρυμοτομούμενων τμημάτων αυτών (βλ υπ' αριθμ. 3663/1998 και 434/1994 αιτήσεις της) και αντάλλαξε δύο τμήματα ρυμοτομούμενων εκτάσεων συνολικής έκτασης 389,25 τμ, που αποτελούν τμήμα των επιδίκων, με ακίνητο σε άλλη περιοχή ιδιοκτησίας του Δήμου Τρικκαίων, με το υπ' αριθμ. …/2004 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τρικάλων Γ. Αθανάτου, που μεταγράφηκε νόμιμα (τ. …, αρ. 339, 340). Όσον αφορά τα υπόλοιπα εκτός Τρικάλων επίδικα η εναγομένη επισκέπτεται το υπό 3 ακίνητο στην Κρανιά, χρησιμοποιεί ως παραθεριστική οικία τη λιθόκτιστη οικοδομή στο υπό 5 ακίνητο, συγκομίζει τους καρπούς από τα δένδρα που βρίσκονται στο υπό 6 ακίνητο, έλαβε δε από τον ΕΛΓΑ και αποζημίωση για καταστροφή που υπέστη η παραγωγή το 1998 λόγω παγετού και εκμισθώνει σε τρίτους τα υπό 7 και 8 αγροτικά ακίνητα. Αντίθετα, οι ήδη εκκαλούντες, οι οποίοι υπεισήλθαν στη δίκη με τον αναφερόμενο στο κεφάλαιο 3 της παρούσας τρόπο και συνεχίζουν τη δίκη των αρχικώς εναγουσών, δεν απέκτησαν δικαιώματα συγκυριότητας επί των επίδικων ακινήτων, όπως αβάσιμα αυτοί υποστηρίζουν με την ένδικη αγωγή τους και με το εφετήριό τους. Ενόψει των ανωτέρω έπρεπε, δεκτής καθισταμένης της ενστάσεως ιδίας κυριότητας που πρότεινε νομίμως η εναγομένη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η υπό κρίση αγωγή που αφορά τα 2/5 εξ αδιαιρέτου όλων των ακινήτων". Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο από τους λόγους της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως επαναφερθέντα στο δεύτερο βαθμό, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔικ, με επίκληση παρακάτω έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής των αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα η κυριότητα του δικαιοπαρόχου τους Ν. Ψ. επί των επιδίκων ακινήτων και ο τρόπος κατοχής αυτών από τον κληρονομηθέντα από την αναιρεσίβλητη σύζυγό της Γ. Ν. Ψ. και ότι ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α) την ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Τρικάλων από τον προαναφερθέντα Γ. Ν.Ψ., υπ' αριθμ καταθ 285/18-4-1989 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (πρώτος λόγος), β) τα υπ' αριθμ …/1969, …/1970, …/1970, …/1971 και …/1971 αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβ/φου Τρικάλων Β. Πουλιανίτη (δεύτερος λόγος)και γ) τα υπ' αριθμ .../19-11-1929, …/23-11-1929, …/27-11-1929 και …/30-5-1930 πιστοποιητικά του Οικονομικού Εφόρου Τρικάλων Μιχ. Ντουλόπουλου, περί εκχωρήσεως απαίτησης μισθωμάτων και περί εκμισθώσεως, αντίστοιχα, των ευρισκομένων στα Τρίκαλα επιδίκων ακινήτων από τον Ν. Ψ. (τέταρτος λόγος). Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται" (σελίδα 5), σε συνδυασμό με το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασης και την ιδιαίτερη μάλιστα αναφορά στα επίμαχα αποδεικτικά στοιχεία του πρώτου (σελίδες 15-16) και του δεύτερου λόγου (σελίδα 12), δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος. Οι αιτιάσεις των ερευνωμένων λόγων κατά τις οποίες η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως, για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ 1 ΚΠολΔικ. Εξάλλου η παράθεση στους ίδιους δύο πρώτους λόγους του περιεχομένου των διατάξεων των αριθμών 12 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, χωρίς και την παράθεση αντίστοιχα πραγματικού δεν αρκεί για την στοιχειοθέτηση των προβλεπομένων, από τις διατάξεις αυτές, αναιρετικών λόγων. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ 8 εδ β του ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν αίτημα της αγωγής ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι , αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004), "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής ή με αλυσιτελή ισχυρισμό (ΟλΑΠ 2/2008), ενώ αντίστοιχα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιαδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 9 εδ γ ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" αφεθείσα αδίκαστη νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που προκαλεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, ήτοι εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής τριτανακοπής και κάθε ενδίκου ( ΟλΑΠ 25/2003). Έτσι δεν νοείται " αίτηση" με την έννοια του παρόντος άρθρου, ο λόγος εφέσεως ή ένσταση ή αντένσταση και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε είδους "πράγματα" με την έννοια του αριθμού 8. Εξάλλου κατά το β.ρ. δίκαιο (ν. 3 Εισ (3.1), 14 πανδ (11.28), 20πανδ (29.2) βας 17 (35.14), 7 Εισ (2.19),1 και 2 Εισ (2.19), καθώς και (3.1).14 πανδ (38.16), 11 πανδ (28.2), 3 κωδ(6.30) και ΕισΝΑΚ 92 η κτήση κληρονομίας, για μεν τους οικείους, δηλαδή τα πρόσωπα που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του αποβιώσαντα κατά το χρόνο του θανάτου του, τόσο από διαθήκη όσο και από κληρονομική διαδοχή (εξ αδιαιρέτου) γινόταν αυτοδικαίως, από το νόμο, χωρίς τη γνώση ή βούληση αυτών, ενώ για τους εξωτικούς εκτός από την επαγωγή, χρειαζόταν και υπεισέλευση, δηλαδή ρητή ή σιωπηρή από αυτούς αποδοχή της κληρονομίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με τρίτο λόγο της αναιρέσεως και κατ' εκτίμηση των όσων αναφέρονται σ' αυτόν, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τις παραπάνω διατάξεις των αριθμών 8 εδ β και 9 εδ γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλειες κατά τις οποίες το Εφετείο δεν εξέτασε τον περιεχόμενο στον δεύτερο λόγο της εφέσεως ισχυρισμό κατά τον οποίο " η άσκηση της από 14-12-1932 διεκδικητικής ανακοπής των κληρονόμων της Π. Μ. και της Χ. Μ. δεν αποτελούσε πράξη αναμείξεως για λογαριασμό τους και σε χρόνο που αυτές είχαν ήδη αποβιώσει στην κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1890 πατέρα τους Γ. Στ Ψ., αφού η ανάμειξη ήταν δικαίωμα προσωπικό με αποτέλεσμα αυτές που δεν είχαν αναμειχθεί στην κληρονομιά του πατέρα τους και εν συνεχεία οι κληρονόμοι να θεωρηθεί ότι είχαν δικαιώματα στην κληρονομιά του Γ. Στ. Ψ., πράγμα το οποίο άσκησε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ως αφορών, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα σε αλυσιτελή ισχυρισμό είναι απαράδεκτος και το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτόν, αφού όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασης. (σελ 6) έγινε δεκτό ότι μετά το θάνατο το 1890 του Γ. Στ. Ψ., η εξ αδιαιρέτου κληρονομιά του περιήλθε στα πέντε τέκνα του δηλαδή στις προαναφερθείσες Π. Μ. και Χ. Μ. και τα τρία αδέλφια τους (Κ. Π., Ν. Ψ. και Σ. Ψ.), που υπεισήλθαν (και οι 5) και αναμείχθηκαν (από το 1890 ) στην κληρονομιά με πρόθεση κληρονόμου και επομένως οι ασκήσαντες την επίμαχη ανακοπή είχαν ίδιο δικαίωμα αναμείξεως και όχι για λογαριασμό των δικαιοπαρόχων τους. Επίσης ο ίδιος λόγος ως αιτίαση από τη διάταξη του αριθμού 9 εδ γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ είναι επίσης απαράδεκτος αφού ο επικαλούμενος και περιεχόμενος σε λόγο εφέσεως ισχυρισμός δεν συνιστά "αίτηση" υπό την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, ως μη αφορών σε ιδιαίτερο κεφάλαιο, το οποίο να προκαλεί εκκρεμοδικία. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος τρίτος λόγος της αναιρέσεως και κατά τις δύο αιτιάσεις του πρέπει να απορριφθεί. Επειδή όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ 4, 566 παρ 1 και 577 παρ 3 ΚΠολΔικ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ 559 αρ 19 ΚΠολΔικ) πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές με τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στις πλημμέλειες που συγκροτούν το λόγο αυτό αναίρεσης, γιατί διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος. Η αποσπασματική και επιλεκτική επιλογή των παραδοχών καθιστά τον λόγο αόριστο, η δε αοριστία αυτή που επάγεται τη απόρριψη του λόγου ως απαραδέκτου (άρθρο 577 παρ 1, 2 ΚΠολΔικ) δεν μπορεί όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση. Εξ ετέρου κατά το άρθρο 559 αρ 10 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης " αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 ΚΠολΔικ συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που είχαν προταθεί και αποδειχθεί. Ειδικότερα ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε " πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει έστω και γενικά από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή. Δεν απαιτείται να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξατομικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ κατά τις οποίες το Εφετείο δέχθηκε ότι οι θυγατέρες του αποβιώσαντος το 1890 Γ. Σ.. Ψ. υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην κληρονομιά του, αφενός μεν χωρίς να διευκρινίζει τον τρόπο, αν δηλαδή ενόψει του ισχύοντος, κατά το χρόνο της υπεισελεύσεως Β Ρωμαϊκού δικαίου έλαβε χώρα ρητή δήλωση υπεισέλευσης ή πράξεις που φανερώνουν την αποδοχή και αφετέρου ότι δέχθηκε ότι έγινε υπεισέλευση και ανάμειξη χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ως αιτίαση από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη αόριστος, γιατί περιορίζεται αποσπασματικά και επιλεκτικά σε μία παραδοχή της απόφασης, χωρίς να προσδιορίζει αν η παραδοχή αυτή (εν όψει του ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων κατ' αποδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί των επιδίκων και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και της διενέργειας πράξεων νομής επ' αυτών από τα έτη 1946 και 1948 με διάνοια κυρίου μέχρι της εξεγέρσεως της αγωγής το έτος 1995), συνδέεται με το διατακτικό, ενώ ως αιτίαση από τη διάταξη του αριθμού 10 του ίδιου άρθρου είναι αβάσιμος, καθόσον ανεξάρτητα από το αν η παραδοχή αυτή αφορά σε αυτοτελή ισχυρισμό στην προσβαλλομένη απόφαση προσδιορίζονται αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα που, με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, από τη συνεκτίμηση των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην επικαλούμενη παραδοχή ενώ, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, το δικαστήριο δεν χρειαζόταν να αξιολογεί κάθε επί μέρους αποδεικτικό μέσο. Ενόψει τούτου και ο λόγος αυτός (πέμπτος) και κατά τις δύο αιτιάσεις του, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της παρισταμένης πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρ 176, 180 παρ 1 και 183 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-7-2011 αίτηση της Μ. Γ. του Κ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ 202/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, στην οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή