Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 270 / 2013    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Ψευδής βεβαίωση. Χρήση ψευδούς βεβαίωσης. Χρησιμοποίηση από τον αναιρεσείοντα, ψευδούς βεβαιώσεως που είχε εκδοθεί από το Δήμο, ενώπιον της επιτροπής ενστάσεων αυθαιρέτων κτισμάτων, η οποία βεβαίωνε ψευδώς ότι η οικοδομή του είχε κατασκευαστεί σε χρόνο προγενέστερο του πραγματικού. Λόγοι αναίρεσης: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




ΑΡΙΘΜΟΣ 270/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, περί αναιρέσεως της με αριθμό 6500/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1085/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του Π.Κ, "υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου παραπάνω άρθρου του ΠΚ, "με την ποινή της παρ. 1 τιμωρείται όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί το έγγραφο που είναι πλαστό ή νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της χρήσεως της ψευδούς βεβαιώσεως από το δράστη ή τον τρίτο, στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο της ψευδούς βεβαιώσεως σε εκείνον του οποίου επιδιώκεται η εξαπάτηση και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτού, υποκειμενικά δε, απαιτείται περί των στοιχείων αυτών δόλος, που ενέχει και τη γνώση της πλαστότητας του εγγράφου κατά περιεχόμενο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, λόγος αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους ( μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 6500/2012, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, για την αξιόποινη πράξη της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης, σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται, ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας τα αναγνωσθέντα έγγραφα, την απολογία του κατηγορουμένου και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος στις 16/5/2005 στην ... εν γνώσει του χρησιμοποίησε ενώπιον της Επιτροπής ενστάσεων αυθαιρέτων κτισμάτων της Πολεοδομίας Ελευσίνας το υπ' αριθμ. πρωτ. 716/2004 έγγραφο του Δήμου Βιλίων, στο οποίο βεβαιώνεται ψευδώς ότι η οικοδομή του στη θέση "Προσήλι" της περιοχής ... αποτελούμενη από ένα υπερυψωμένο όροφο 75 τ.μ. επί πλατφόρμας, με υπόγειο λεβητοστάσιο 20 τ.μ., είχε κατασκευαστεί προ της 30/9/2003, αν και γνώριζε ότι αυτό ήταν κατά το περιεχόμενο ψευδές, αφού η οικοδομή κατασκευάστηκε το έτος 2004. Τα παραπάνω προκύπτουν από τις αναφερόμενες στο διατακτικό εκθέσεις προφορικών μηνύσεων και την από 11/3/2004 μήνυση του δασοφύλακα Γ.Κ. και τις από 5/5/2004 και 27/6/2005 εκθέσεις αυτοψίας των δασοπόνων Φ. Ν. και Β. Μ., αντίστοιχα, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Δ. στο ακροατήριο ενώ δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα Β. Μ. στο ακροατήριο, η οποία δεν θεωρείται πειστική. Με την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος σκόπευε να διατηρήσει την αυθαίρετη οικοδομή αποφεύγοντας την καταβολή των προστίμων ανέγερσης και διατήρησης που ανέρχονται σε 63.21 Ε και 31.510,5 Ε αντίστοιχα. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη που κατηγορείται. Στη συνέχεια το δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο του ότι: Στην ... την 16.5.2005 εν γνώσει του χρησιμοποίησε ενώπιον της επιτροπής ενστάσεων αυθαιρέτων κτισμάτων της πολεοδομίας Ελευσίνας το με αρ. πρωτ. 716/2004 έγγραφο του Δήμου Βιλίων, στο οποίο βεβαιώνεται ψευδώς ότι η οικοδομή του στη θέση Προσήλι της περιοχής ... αποτελούμενη από ένα υπερυψωμένο όροφο 75 τμ επί πλατφόρμας, με υπόγειο λεβητοστάσιο 20 τμ, είχε κατασκευαστεί προ της 30.9.2003, αν και γνώριζε ότι αυτό ήταν κατά περιεχόμενο ψευδές, καθόσον η οικοδομή κατασκευάστηκε το έτος 2004, όπως αυτό προκύπτει από τις εκθέσεις προφορικών μηνύσεων για εκτέλεση αυθαίρετων εργασιών του Αστ. Σταθμού ..., καθώς Α) στις 26.2.2004 βεβαιώθηκε η κατασκευή βάσεως από μπετόν διαστάσεων 9,50 Χ 11 μ. καθώς και υπογείου χώρου διαστάσεων 3 Χ 10 μ. (έγγραφο 1020/3544/1-Α/4.3.2004), Β) την 1.4.2004 βεβαιώθηκε η κατασκευή ισογείου οικίας διαστάσεων 9,5 Χ 11 μ. περίπου με τοιχοποιία, καθώς και υπογείου χώρου 3 Χ 10 μ. (έγγραφο 1020/3 544/2 -Α/5.4.2004), Γ) την 11.5.2004 βεβαιώθηκε η κατασκευή των επιχρισμάτων και ταυτοχρόνως συνελήφθησαν δύο εργάτες (έγγραφο 1020/3564/1 - Γ/12.5.2004), Δ) την 27.11.2004 βεβαιώθηκε η προσθήκη υπογείου χώρου από μπετόν αρμέ μήκους 15 μ. περίπου (έγγραφο 1020/3544/3-Α/30.11.2004). Η εκτέλεση των αυθαιρέτων εργασιών δόμησης κατά το χρόνο 2004 και μετά προκύπτει και από την από 11.3.2004 μήνυση του δασοφύλακα Γ. Κ., την από 5.5.2004 έκθεση αυτοψίας της δασοπόνου Φ. Ν. (και την από 27.6.2005 έκθεση αυτοψίας του δασοπόνου Μ. Β., στις οποίες μνημονεύονται παράνομες οικοδομικές εργασίες. Με τις ενέργειές του ο κατηγορούμενος σκόπευε να διατηρήσει την αυθαίρετη οικοδομή, αποφεύγοντας την καταβολή υψηλών προστίμων ανέγερσης και διατήρησης, που ανέρχονταν σε 63.021 ευρώ και 31.510,5 ευρώ όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. Φ.29/2005/4.4.2005 έκθεση αυτοψίας και υπολογισμό προστίμων της Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης, την έννομη συνέπεια της πράξης αυτής (διατήρηση αυθαίρετης οικοδομής αποφεύγοντας την καταβολή προστίμου), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 14, 16, 17, 26 παρ.1α, 27 παρ.1α, 242 παρ.1, 4 Π.Κ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 εδ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ 1ος, 2ος και 3ος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του με τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί, ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, δηλαδή εκείνα που υπήρχαν στη δικογραφία τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το αριθμούμενο με αύξοντα αριθμό και στοιχείο (14) το οποίο αναφέρεται ως εξής: Η από 4-4-2005 έκθεση Αυτοψίας της Δ/νσης Πολεοδομίας Τμ. Ελέγχου Κατασκευών. Το εν λόγω έγγραφο είναι το αναφερόμενο στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης με τα αναλυτικότερα στοιχεία Φ.29/2005/4-4-2005 έκθεση αυτοψίας και υπολογισμού προστίμων της Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδ/σης Αττικής. Εξάλλου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του εγγράφου αυτού, που, όπως προαναφέρθηκε, αναγνώστηκε, αφού άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό, (Έκθεση Αυτοψίας) και χρόνο έκδοσης 4-4-2005 δεν αναγνώσθηκαν. Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού, που αναγνώσθηκε, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού αυτού, αφού μάλιστα με την ανάγνωση στο ακροατήριο του κειμένου του, κατέστη γνωστό και κατά το περιεχόμενό του στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός, δια του συνηγόρου του, που τον εκπροσώπησε, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτού, γεγονός πάντως που δεν εξαρτήθηκε από τον παραπάνω τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και το πιο πάνω έγγραφο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ συναφής 4ος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 Α' ΚΠΔ, απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, έλαβε υπόψη του το πιο πάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, σε κάθε περίπτωση δεν προσδιορίζεται η ταυτότητά του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 21-9-2012, υπ' αριθμό πρωτ. 6346/ 25-9-2012 αίτηση του Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 6500/2012, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή