Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1926 / 2007    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Κανονισμός αρμοδιότητας.




Περίληψη:
Αρμοδιότητας κανονισμός(Ανακριτή). Αίτηση κατηγορουμένου για κανονισμό αρμοδιότητας κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 136 εδ. γ (για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας) προκειμένου να εξασφαλισθεί η ανεπηρέαστη διεξαγωγή της δίκης. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1926/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος ....... , περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, που δεν παραστάθηκε. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 18 Σεπτεμβρίου 2007, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1647/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 359/8.10.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την από 18-9-2007 αίτηση του ...... για κανονισμό αρμοδιότητος και εκθέτω τα εξής:
Σε βάρος του αιτούντος διεξάγεται κυρία ανάκριση από την Ανακρίτρια Ζακύνθου, η οποία έχει καλέσει αυτόν σε απολογία για βαρύτατες κατηγορίες, όπως τοκογλυφία κατ΄εξακολούθηση, κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκβίαση κατ΄εξακολούθηση, σύσταση οργάνωσης με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κ.λ.π.
Ο αιτών υποστηρίζει ότι έχει παραβιασθεί η αρχή της αντικειμενικής αμεροληψίας της προδικασίας. Διότι πριν ασκηθεί σε βάρος του η ποινική δίωξη, εμφανίστηκε ως ένοχος, αφού προηγήθηκε καταιγισμός αναληθών και συκοφαντικών δημοσιευμάτων για το πρόσωπό του από τον τοπικό και αθηναϊκό τύπο, ενώ λίγες ημέρες προτού απολογηθεί δημοσίευμα τοπικής εφημερίδος θεωρεί βεβαία την προφυλάκισή του, με αποτέλεσμα να εμφωλεύει άμεσος κίνδυνος να επηρεαστεί η κρίση της Ανακρίτριας, (χωρίς να αμφισβητεί την υποκειμενική της αμεροληψία) και να δημιουργείται αντικειμενικά η σφοδρή προσδοκία ότι σε περίπτωση μη προφυλακίσεώς του η Ανακρίτρια θα στηλιτευτεί με αντίστοιχα δημοσιεύματα.
΄Ηδη, με την κρινομένη αίτηση, ο αιτών ζητεί όπως παραπεμφθεί η διεξαγωγή της σε βάρος του ανάκρισης σε Ανακριτή οποιουδήποτε άλλου Πρωτοδικείου της Χώρας, πλην του Πρωτοδικείου Ζακύνθου, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 136 εδ. γ΄ Κ.Π.Δ., επιφυλασσόμενος άλλως να προσφύγει ενώπιον του Ευρωπαϊκου Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την αποκατάσταση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Κατ΄αρχήν, η κατά παραπομπή αρμοδιότητα δεν βρίσκεται σε αντίθεση με το άρθρο 8 του Συντάγματος (ΑΠ 1505/83) ενώ περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή συντρέχει όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της άσκησης ποινικής διώξεως και διενέργειας προανακριτικής εξετάσεως (ΑΠ 784/02). Περαιτέρω, κατά το άρ. 137 Κ.Π.Δ. στις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ του άρθρου 136 Κ.Π.Δ. δικαίωμα να ζητήσει την παραπομπή έχει μόνο ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου αυτεπάγγελτα ή μετά από παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΑΠ 1161/86). Εξάλλου, οι κατά το άρθρο 136 Κ.Π.Δ. λόγοι παραπομπής είναι περιοριστικοί και πρέπει να ερμηνεύονται στενά σύμφωνα και με το ως άνω άρθρο του Συντάγματος (ΑΠ 1435/83). Στην περίπτωση δε του εδ. γ΄ του άρθρου 136 Κ.Π.Δ. η παραπομπή διατάσσεται από το Δικαστήριο σας. σε Συμβούλιο όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι σχετικά με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Οι λόγοι όμως αυτοί κρίνονται αντικειμενικώς (ΑΠ 141/53) και δεν χωρεί παραπομπή για λόγους που ανάγονται στην υποκειμενική κρίση του κατηγορουμένου ή που πηγάζουν από υπερβολικό φόβο αυτού.
Συνακόλουθα δεν χωρεί παραπομπή κατ΄ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 136 εδαφ. γ΄ Κ.Π.Δ. με την επίκληση από τον κατηγορούμενο λόγων που ανάγονται στην υποκειμενική κρίση αυτού και η κρινομένη είναι απαράδεκτη και ως εκ τούτου απορριπτέα.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ-------------------
Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί η από 18-9-2007 αίτηση του ...... , για παραπομπή της διεξαγωγής της Ανάκρισης για την σε βάρος του υπόθεση σε Ανακριτή άλλου Πρωτοδικείου της Χώρας, πλην του Πρωτοδικείου Ζακύνθου.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 136 ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν: α) αποφασίστηκε η εξαίρεση ολόκληρου δικαστηρίου ή τόσων μελών ενός δικαστηρίου, ώστε τα υπόλοιπα να μη συμπληρώνουν το νόμιμο αριθμό για τη συζήτηση της υπόθεσης, β) δεν υπάρχει ο νόμιμος αριθμός δικαστών για τη σύνθεση του δικαστηρίου, εξαιτίας ασθένειας ή άλλου λόγου, και το κώλυμα αυτό διαρκεί ή πρόκειται να διαρκέσει δύο τουλάχιστον μήνες από την ημέρα που παραπέμφθηκε αμετάκλητα η υπόθεση στο ακροατήριο, γ) επιβάλλουν την παραπομπή σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη, δ) ο κατηγορούμενος εκτίει σε φυλακή εκτός της περιφέρειας του αρμόδιου κατά τα άρθρα 122 - 125 δικαστηρίου ποινή στερητική της ελευθερίας που το ανεκτέλεστο υπόλοιπό της υπερβαίνει τα τρία έτη και πρόκειται να δικαστεί για κακούργημα, ή, αν κρίνεται ύποπτος να αποδράσει, και για πλημμέλημα, ε) όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 δικαστήριο. και στ) όταν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 117, [δηλαδή εξύβριση ή δυσφήμηση του δικαστηρίου από δικηγόρο, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης], περίπτωση που προστέθηκε με το άρθρο 10 περ. ε του Ν.3.160/30-6-03]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 137 ΚΠΔ, το δικαστήριο επιλαμβάνεται με αίτηση του εισαγγελέα, του κατηγορούμενου ή του πολιτικώς ενάγοντος, εκτός από τις περιπτώσεις των στοιχείων γ΄ και δ΄ του άνω άρθρου 136, οπότε την παραπομπή μπορεί να ζητήσει μόνο ο εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Αρμόδιος να διατάξει την παραπομπή, όταν πρόκειται να γίνει παραπομπή από το ένα Εφετείο στο άλλο, καθώς και όταν ζητείται η παραπομπή για το λόγο που αναφέρεται στο στοιχείο γ΄ του άνω άρθρου 136, είναι ο Αρειος Πάγος που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Ειδικά στην τελευταία περίπτωση [στην περίπτωση γ΄ του άρθ. 136], αν την παραπομπή τη ζητεί ο εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισάγει την αίτηση σε συζήτηση μόνο αν συμφωνεί για την παραπομπή. Εξάλλου, γίνεται δεκτό, ότι συντρέχει περίπτωση παραπομπής, όχι μόνον κατά την κύρια διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου του σταδίου της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και αυτού της διενέργειας προκαταρκτικής εξετάσεως, πλην όμως, οι πιο πάνω , κατά το άρθρο 136 Κ.Π.Δ., λόγοι παραπομπής, είναι περιοριστικοί και πρέπει να ερμηνεύονται στενά σύμφωνα και με το άρθρο 8 του Συντάγματος. Στην προαναφερόμενη δε περίπτωση του εδ. γ' του άρθρου 136 Κ.Π.Δ., όπου η παραπομπή διατάσσεται από τον Αρειο Πάγο σε Συμβούλιο, όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι σχετικά με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη, οι λόγοι όμως αυτοί κρίνονται αντικειμενικώς και δεν χωρεί παραπομπή για λόγους που ανάγονται στην υποκειμενική κρίση του κατηγορουμένου, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για δίκαιη και ανεπηρέαστη διεξαγωγή της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, σε βάρος του αιτούντος ....... , διεξάγεται κυρία ανάκριση από την Ανακρίτρια Ζακύνθου, η οποία έχει καλέσει αυτόν σε απολογία με τις κατηγορίες: Α) της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, Β) της εκβίασης κατ' εξακολούθηση, Γ) της σύστασης οργάνωσης με σκοπό τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, Δ) της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης, Ε) της τέλεσης των προβλεπομένων στα άρθρα 55 και 60 του νόμου 3028/2002 "για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς", αξιοποίνων πράξεων, της αποδοχής και διάθεσης μνημείων που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος και της παράνομης εμπορίας μνημείων, αντίστοιχα, ΣΤ) της πλαστογραφίας και Ζ) της παράνομης οπλοκατοχής. Ο αιτών υποστηρίζει ότι, κατά τις μέχρι τώρα διαδικαστικές πράξεις, υπήρξε παραβίαση της αρχής της αντικειμενικής αμεροληψίας, με αποτέλεσμα να εμφωλεύει άμεσος κίνδυνος να επηρεαστεί η κρίση της Ανακρίτριας στην επικείμενη ανάκριση, την υποκειμενική αμεροληψία της οποίας δεν την αμφισβητεί, πλην όμως αμφισβητεί την αντικειμενική αμεροληψία της προδικασίας, η οποία είναι ανεξάρτητη του προσώπου του ανακρίνοντος, αναφέρεται δε αποκλειστικώς στην τήρηση των αντικειμενικών προϋποθέσεων της δίκαιης δίκης από την Πολιτεία. Τούτο δε, διότι, όπως ισχυρίζεται, πριν ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, εμφανίστηκε ως ένοχος, καθόσον προηγήθηκε πραγματικός καταιγισμός συκοφαντικών σε βάρος του δημοσιευμάτων, τα οποία προσέβαλαν βάναυσα το τεκμήριο αθωότητας ως προς το πρόσωπό του, προκαλώντας απόλυτη ακυρότητα. Η προσβολή δε αυτή συνδέεται με όργανα της Ελληνικής Πολιτείας, καθόσον τα εν λόγω δημοσιεύματα περιέχουν πολυάριθμα στοιχεία της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης και τα οποία λογικώς διοχετεύθησαν στον Τύπο από υπαλλήλους του Κράτους. Η ανάγκη κανονισμού αρμοδιότητας, κατά τον αιτούντα, καθίσταται άκρως πιεστική και επείγουσα, διότι η ευρύτατη και καταθλιπτική δημοσιότητα συνιστά βαρεία παραβίαση του δικαιώματος αντικειμενικής αμεροληψίας, και μολονότι ουδεμία αμφισβήτηση της αμεροληψίας της Ανακρίτριας υπάρχει, όπως ο αναιρεσείων εκθέτει, "η αντικειμενική αμεροληψία παραβιάζεται κατά τρόπο ανυπόφορο, δεδομένου ότι σε ένα μικρό νησί με μικρό πληθυσμό, με ελάχιστους δικαστές και με ένα μόνο ανακριτή, ο καταιγισμός πρωτοσέλιδων πηχυαίων δημοσιευμάτων από πολλές εφημερίδες σε διαδοχή πλειόνων ημερών, δημοσιευμάτων, τα οποία λογικώς απευθύνονται σε ένα και μόνον πρόσωπο στο νησί, την ανακρίτρια, λογικό είναι να ασκούν, τόσο ισχυρή και καταθλιπτική επίδραση, ώστε να μην μπορεί ανθρωπίνως δυνατόν να αξιωθεί αμερόληπτη και απροσωπόληπτη κρίση. Υπό την έννοια αυτή συντρέχουν στο ακέραιο όλες οι προϋποθέσεις της παραβίασης της αντικειμενικής αμεροληψίας, όπως αυτές περιγράφονται στην πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Τόσο η δριμεία εκστρατεία του Τύπου εναντίον μου, όσο και η σωρεία απολύτων δικονομικών ακυροτήτων, οι οποίες σημειώθηκαν μέχρι τούδε κατά τον χειρισμό της υπόθεσής μου επιρρωνύουν την ανάγκη ανάθεσης του χειρισμού της σε πρόσωπα, τα οποία θα επιφέρουν την ίαση των όποιων ακυροτήτων και την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας, ώστε να δοθεί η δυνατότητα να αποδείξω την αθωώτητά μου". Με την κρινομένη δε αίτηση, ο αιτών ζητεί όπως παραπεμφθεί η διεξαγωγή της σε βάρος του ανάκρισης σε Ανακριτή οποιουδήποτε άλλου Πρωτοδικείου της Χώρας, πλην του Πρωτοδικείου Ζακύνθου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 136 εδ. γ' Κ.Π.Δ., καθόσον τούτο είναι το μόνο πρόσφορο και κατάλληλο μέτρο, προκειμένου να εξασφαλισθεί η ανεπηρέαστη διεξαγωγή της δίκης επιφυλασσόμενος, άλλως, να προσφύγει ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την αποκατάσταση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Η αίτηση, κατά το μέρος με το οποίο ζητείται η παραπομπή σε άλλο δικαστήριο, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 136 περίπτωση γ` του ΚΠΔ, δηλαδή για προβαλλόμενους λόγους που ανάγονται στη δημόσια τάξη και ασφάλεια, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Εξάλλου, ανάλογη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, δηλαδή το να γίνει δεκτό ότι υφίσταται δυνατότητα παραπομπής και για τους πιο πάνω λόγους που εκθέτει ο αιτών, θα είχε την προφανή έννοια ότι ο εισαγγελέας του αρμόδιου Δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου θα είχαν την δυνατότητα να ζητήσουν την παραπομπή της υπόθεσης και για τους λόγους αυτούς και όχι να παρασχεθεί η εν λόγω δυνατότητα σε πρόσωπο στο οποίο δεν δίνεται τέτοιο δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 136 περ.γ ΚΠΔ). Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση, αφού δεν περιέχει κανένα λόγο από τους περιοριστικά οριζόμενους στο άρθρο 136 ΚΠΔ, που να δίνει στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλον ανακριτή ούτε χωρεί, κατά τα προεκτιθέμενα, παραπομπή κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 136 εδαφ. γ' Κ.Π.Δ, με την επίκληση από τον κατηγορούμενο λόγων που ανάγονται στην υποκειμενική κρίση αυτού , είναι απαράδεκτη και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς όμως να επιβληθεί στον αιτούντα το κατά το άρθρο 134 ΚΠΔ πρόστιμο, διότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-9-2007 αίτηση του ..... , για παραπομπή της διεξαγωγής της Ανάκρισης για την σε βάρος του υπόθεση σε Ανακριτή άλλου Πρωτοδικείου της Χώρας, πλην του Πρωτοδικείου Ζακύνθου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ