Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2107 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2107/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 564/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "OPTIMUM - ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.4.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 720/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 238/7.7.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1- Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την 38/16-4-09 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ, κατά του 564/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε την έφεσή της κατά του 2099/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών και επικύρωσε το εκκληθέν τούτο βούλευμα, την παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών για α) υπεξαίρεση αντικειμένου αξίας άνω των 73.000 € και β) απείθεια, αμφότερα κατά συναυτουργία, [άρθρα 60, 94 παρ. 1, 331 375 παρ. 1 ΠΚ και 42 Εισ.Ν.ΚΠολΔ], και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα.
2- Η εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος εδράζεται στη διάταξη του άρθρου 483 παρ.1 ΚΠΔ, και ασκήθηκε με αυτοπρόσωπη δήλωση αυτής στη γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που είναι της κατοικίας της. Ασκείται μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση του βουλεύματος, που έγινε σ' αυτή μεν με θυροκόλληση στην οικία της στις 24-4-09, στον αντίκλητό της δε δικηγόρο με παράδοση στη συνεργάτιδά της στο γραφείο Ουρ. Ανδρεάκου στις 8-4-09 [βλ. τα οικεία επιδοτήρια των δικ. επιμελητριών .... και ..., αντίστοιχα]. Η έκθεση που συντάχθηκε από τη γραμματέα έγινε με την τήρηση των απαιτούμενων από τα άρθρα 150-151 και 474 ΚΠΔ διατυπώσεων και περιέχει τους προβλεπόμενους από το νόμο λόγους, για τους οποίους ασκείται, οι οποίοι έγκεινται στην έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας και στην απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας [άρθρο 484 παρ.1 περ. α και δ ΚΠΔ].
Συνεπώς, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και δικαιωματικά ασκηθείσα, καθόσον παραπέμπεται για κακούργημα [άρθρο 482 παρ.1 περ. α ΚΠΔ], οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά της.
3-Ο λόγος της έλλειψης αιτιολογίας
Α-Νομικές διατάξεις.
α-Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. [ΑΠ.94/06].
β-Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτό, καθ' όν χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του, και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Περαιτέρω, η υπεξαίρεση αναβαθμίζεται σε κακούργημα, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν υπάρχουν όλα τα στοιχεία της απλής υπεξαίρεσης και επιπλέον μια από τις ακόλουθες περιοριστικά απαριθμούμενες δυο επιβαρυντικές περιστάσεις, εάν η συνολική αξία υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 Ε, [παρ.1 περ. β, που προστέθ. με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2171/3-6-99], ή εάν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση.[παρ.2, εδ. β που προστέθ. με το άρθρο 14 παρ. 3β του Ν. 2721/99].
γ-Κατά το άρθρο 42 του ΕισΝΚΠολΔ, κάθε παραβίαση από τους διαδίκους των αποφάσεων που διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την προσωρινή ρύθμιση της νομής ή κατοχής, ανεξάρτητα από τις άλλες συνέπειές της, τιμωρείται και με την ποινή του άρθρου 169 ΠοινΚ. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 696-698 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου και τιμωρούμενου ιδιώνυμου εγκλήματος προς την πρώτη των διατάξεων αυτών απαιτείται παραβίαση απόφασης από διάδικο με την οποία διατάσσεται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της νομής ή κατοχής, εκτελεστότητα της απόφασης κατά τον χρόνο της παραβίασης και μη αποβολή από την απόφαση αυτή της δύναμης του προσωρινού δεδικασμένου, το οποίο παύει από την ανάκληση της απόφασης που παραβιάσθηκε ή την άρση του ασφαλιστικού μέτρου ή την έκδοση της απόφασης επί της κυρίας δίκης. Η παραβίαση δε αυτή πρέπει να ανάγεται στον χρόνο της ισχύος της απόφασης που διατάσσει την λήψη των ασφαλιστικών μέτρων, ανεξάρτητα από την τυχόν μεταγενέστερη ανάκλησή της για οποιονδήποτε λόγο ή την παραγραφή του προστατευόμενου δικαιώματος νομής. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του παραβάτη διαδίκου, ο οποίος συνίσταται στην γνώση και την θέληση παραβίασης των διατάξεων της απόφασης αυτής. [ΑΠ 826/93 ΠΧΡ 93/655].
Β-Αιτιολογία του βουλεύματος
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων,[καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογιών] προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά:
Η εδρεύουσα στην ... μηνύτρια ανώνυμη εταιρεία, υπό την επωνυμία "ΟPTIMUM - ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΑΕ", νομίμως εκπροσωπούμενη, με την 01077/03-8-2005 σύμβαση μακροχρονίου εκμισθώσεως αυτοκινήτων, υπομίσθωσε και παρέδωσε, κατά κατοχή και χρήση, στην εδρεύουσα στην ..., υπό την επωνυμία "DEER LAND ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "DEER LAND A.E", ανώνυμη εταιρεία, ένα ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, με αριθμόν κυκλοφορίας ...., αριθμόν πλαισίου ...., μάρκας BMW, τύπου Μ5, χρώματος μπλε. Η αξία του ανωτέρω αυτοκινήτου, που ήταν ιδιοκτησία της Τραπέζης ΒΝP PARIBAS, κατά τον χρόνο συνάψεως της ρηθείσης συμβάσεως μισθώσεως, ανήρχετο εις το ποσόν των 114.513,34 ευρώ.
Κατά τους όρους της συμβάσεως, το μηνιαίο μίσθωμα του αυτοκινήτου συνεφωνήθη και ορίσθηκε στο ποσόν των 2400,58 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 19% εξ ευρώ 456,10, δηλαδή συνολικώς στο ποσόν των 2.856,68 ευρώ, που ήταν καταβλητέο, κατά τα συμβατικώς προβλεπόμενα, έκαστο μήνα, την πρώτη ημέρα αυτού.
Η εκκαλούσα-κατηγορουμένη, που ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνουσα σύμβουλος της ως είρηται μισθώτριας εταιρείας, εγγυήθηκε προσωπικώς την πλήρη, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση πάσης απαιτήσεως της εκμισθώτριας-μηνύτριας εταιρείας, κατά της μισθώτριας εταιρείας, από της συνάψεως δε της συμβάσεως, δηλαδή από της 03-8-2005, είχε στην ιδία αυτής κατοχή και χρήση το περί ου ο λόγος επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσεως (Ορ. σχετ. την προμνησθείσα σύμβαση εκμισθώσεως, μετά του συνημμένου εις αυτήν υπ' αριθμ. 1 παραρτήματος).
Επειδή όμως, παρά τις συναφθείσες και ισχύουσες συμβατικές υποχρεώσεις, αλλά και τις σχετικές οχλήσεις της εκμισθώτριας - μηνύτριας εταιρείας, η κατηγορουμένη -εκκαλούσα, που ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, διευθύνουσα σύμβουλος και εκπρόσωπος της μισθώτριας εταιρείας, δεν κατέβαλε, ως έδει, τα μισθώματα των μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2005, συνολικού ύψους οφειλής 5959,14 ευρώ, με σχετικές εξώδικες διαμαρτυρίες, καταγγελίες και προσκλήσεις της, που επεδόθησαν στην μισθώτρια εταιρεία και στην εκκαλούσα, η εκμισθώτρια-μηνύτρια εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη και κατά τα συμβατικώς προβλεπόμενα ενεργούσα, κατήγγειλε την ειρημένη σύμβαση εκμισθώσεως αυτοκινήτου και ζήτησε να της παραδοθεί η συμπεφωνημένη συμβατική αποζημίωση συνολικού ποσού 114.513,34 ευρώ (Σχετ. το 3796/7-5-04 ΦΕΚ, τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης, η από 05-10-2005 εξώδικη διαμαρτυρία, καταγγελία και πρόσκληση, που επεδόθη στην μισθώτρια εταιρεία την 07-10-2005, με την 8052/2005 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αλλά και στην εκκαλούσα κατηγορουμένη την 02-11-05, με τη 5171/2005 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού επιμελητού ...).
Στις ως άνω ενέργειες της εκμισθώτριας -μηνύτριας εταιρείας, παρά την κατά τα προεκτεθέντα γνώση αυτών (ενεργειών), η εκκαλούσα δεν ανταποκρίθηκε και δεν απέδωσε, ως έδει και όφειλε, το περί ου ο λόγος Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, αλλ' αντιθέτως παρακράτησε αυτό στη κατοχή της, εκδηλώσασα ούτω ευθεία και σαφή πρόθεση παρανόμου ιδιοποιήσεώς του.
Ακολούθησε, εν συνεχεία, κατάθεση, εκ μέρους της μηνύτριας, αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, με αίτημα να αναγνωρισθεί αυτή (μηνύτρια), προσωρινός κάτοχος του αυτοκινήτου, να διαταχθεί η αφαίρεση τούτου (αυτοκινήτου) από την μισθώτρια ανώνυμη εταιρεία και από την εκκαλούσα κατηγορουμένη και η ,εν συνεχεία, παράδοσή του στην αιτούσα-εκμισθώτρια - μηνύτρια εταιρεία. Επί της αιτήσεως εξεδόθη η 6879/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία εγένετο δεκτή η αίτηση της μηνύτριας και δη εφ' όλων των αιτημάτων αυτής (Ορ. σχετ. την ειρημένη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Παρά, όμως, το γεγονός της επιδόσεως της ως άνω δικαστικής αποφάσεως, την 03-01-2006, με την 9108 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ...., στην μισθώτρια του αυτοκινήτου εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη από την εκκαλούσαν κατ/νη, αυτή και πάλιν δεν απέδωσε, ως έδει και όφειλε, το επίδικο αυτοκίνητο στην μηνύτρια εταιρεία, αλλ' αντιθέτως εξακολούθησε παρακρατούσα αυτό, εκδηλώσασα και πάλιν σαφή και αναμφήριστη πρόθεση παρανόμου ιδιοποιήσεώς του.
Η ακολουθήσασα προσπάθεια εκτελέσεως, δια δικαστικού επιμελητού και κατά τα δικονομικώς προβλεπόμενα, της προμνησθείσης δικαστικής αποφάσεως, απέβη άκαρπος, αφού ο ενταλθείς σχετικώς δικαστικός επιμελητής δεν κατέστη δυνατόν να εντοπίσει και αφαιρέσει το αυτοκίνητο, το οποίον, η εκκαλούσα κατηγορουμένη, εγκαίρως απέκρυψε εις άγνωστο για την μηνύτρια τοποθεσία (Ορ. σχετ. από 17-01-2006 "ΣΗΜΕΙΩΜΑ-ΒΕΒΑΙΩΣΗ" του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., εις το οποίον επί λέξει αναγράφεται ότι "η εκτέλεση ματαιώθηκε για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς μου δεν βρέθηκε το ανωτέρω περιγραφόμενο αυτοκίνητο, καίτοι υπ' εμού επιμόνως αναζητήθηκε. Συντάχθηκε δε, προς τούτο σχετική έκθεση ματαιωθείσης εκτελέσεως"). Βεβαίως, τελικώς και δη την 13ην-02-2006, το επίδικο αυτοκίνητο επανήλθε εις την κατοχή της μηνύτριας, τούτο όμως δεν εγένετο οικεία της κατηγορουμένης βουλήσει, αλλά συνέβη, μετά μάλιστα την υποβολή (02/02/2006) της μηνύσεως, δια βιαίως αφαιρέσεώς του υπό του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., εις εκτέλεση της προμνησθείσης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, συνταχθείσης συναφώς της 824/13-02-06 Εκθέσεως Βιαίας Αφαιρέσεως Αυτοκινήτου (Ορ. σχετ. την έκθεση αυτή).
Ούτω, πρόδηλο, αφ' ενός τυγχάνει ότι δεν ευρισκόμεθα προ συνδρομής προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 379 παρ. 1 Π.Κ., ενώ αφ' ετέρου, ούτε περί σταδίου απόπειρας του διωκομένου ποινικού αδικήματος της υπεξαιρέσεως δύναται να γίνει λόγος και να υπάρξει σχετικός προβληματισμός. Τούτο δε, καθόσον χρόνος τελέσεως του ποινικού αδικήματος της υπεξαιρέσεως, είναι ο χρόνος κατά τον οποίον ο δράστης εξεδήλωσε την βούληση παρανόμου ιδιοποιήσεως του περιελθόντος στην κατοχή του ξένου, εν όλω ή εν μέρει, κινητού πράγματος και ενταύθα το τοιούτον έχει λάβει χώρα, όπως προεξετέθη, την 07-10-2005, με την επίδοση στην μισθώτρια εταιρεία της "εξωδίκου διαμαρτυρίας - καταγγελίας - προσκλήσεως", αλλά και μετέπειτα, την 02-11-2005, με την επίδοση στην ίδια την εκκαλούσα της ιδίας ως άνω "εξωδίκου διαμαρτυρίας -καταγγελίας-προσκλήσεως" της μηνύτριας και την 03-01-2006, ότε επεδόθη, κατά τα προεκτεθέντα, στην μισθώτρια του αυτοκινήτου εταιρεία η 6879/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, προσέτι δε και την 17-01-2006, ότε, κατά τα προδιαληφθέντα, απέβη άκαρπος προσπάθεια της μηνύτριας προς εκτέλεση της ειρημένης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Κατ' επανάληψη, δηλαδή, η εκκαλούσα κατηγορούμένη και πολύ πριν την 13-02-2006, ότε, κατά τα προμνησθέντα, αφηρέθη βιαίως από την μηνύτρια το επίδικο αυτοκίνητο, είχε εκδηλώσει ευθεία και σαφή βούληση παρανόμου ιδιοποιήσεως τούτου, της επαναληπτικής εκδηλώσεως της ως άνω θελήσεώς της επισημαινομένης προς κατάδειξη και μόνον της εντάσεως του δόλου της και όχι υπό την έννοια της εξακολουθητικής τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος. Η εν τέλει και καθ' όν τρόπο προεξετέθη επάνοδος του επιδίκου αυτοκινήτου στην δικαιούχο αυτού μηνύτρια, μη συνιστώσα έμπρακτη μετάνοια και μη θεμελιούσα απόπειρα του ποινικού αδικήματος της υπεξαιρέσεως, ενδεχομένως δύναται να αποτελέσει στοιχείο συνεκτιμητέο, μελλοντικώς, κατά την επιμέτρηση της ποινής και μόνον και εφόσον βεβαίως η υπόθεση αχθεί εις τοιούτον διαδικαστικό στάδιο.
Ούτε, βεβαίως, ευρισκόμεθα εν προκειμένω προ πωλήσεως κινητού, με παρακράτηση της κυριότητος εκ μέρους του πωλητού, έως αποπληρωμής του πιστωθέντος τιμήματος, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει η εκκαλούσα, αλλά προ συμβάσεως μακροχρονίου εκμισθώσεως αυτοκινήτου, με απότοκη συνέπεια να μην απαιτούνται, προς στοιχειοθέτηση της κρινομένης υπεξαιρέσεως, οι προϋποθέσεις που απαιτούνται προς θεμελίωση της υπεξαιρέσεως επί πωλήσεως με παρακράτηση της κυριότητος, έως αποπληρωμής του πιστωθέντος τιμήματος.
Και το ακριβές όμως ύψος της διεκδικηθείσης, από πλευράς μηνυτρίας, αποζημιώσεως ή του, εν τέλει, διαμορφωθέντος ποσού αυτής, ουδεμία ασκεί επιρροή στην στοιχειοθέτηση της κρινομένης υπεξαιρέσεως, αφού αυτή (υπεξαίρεση) θα κριθεί επί τη βάσει και μόνον της αξίας του υπεξαιρεθέντος αντικειμένου (αυτοκινήτου), ανερχομένης, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εις το χρηματικό ποσόν των 114.513,34 ευρώ, δηλαδή εις ποσόν υπέρτερο των 73.000 ευρώ (25 εκατομμυρίων δραχμών).
Επειδή, συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με την παραπεμπτική του κρίση, όπως αυτή αποτυπούται στο εκκαλούμενο βούλευμα, δεν έσφαλε, αλλά, αντιθέτως, ορθώς εξετίμησε τα πραγματικά περιστατικά και τις εν γένει αποδείξεις της υποθέσεως, θα πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η υπό κρίσιν έφεση, να επικυρωθεί το πρωτόδικο βούλευμα και να επιβληθούν εις βάρος της εκκαλούσης, κατ' άρθρον 583 § 1 Κ.Π.Δ., τα νόμιμα δικαστικά έξοδα.
Από τα περιστατικά αυτά έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι πληρούνται σε βάρος της κατηγορουμένης οι ποινικές υποστάσεις του εγκλήματος της ιδιαίτερα διακεκριμένης υπεξαίρεσης και της παραβίασης αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων για τη ρύθμιση της νομής, που τέλεσε σε βάρος της παθούσας ως άνω εταιρίας, και γι' αυτό απέρριψε την έφεσή της ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών και την παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως αρμόδιου κατά νόμο για την εκδίκαση της προκειμένης κατηγορίας.
Γ)-Αναιρετικός έλεγχος
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν τις αντικειμενικές και υποκειμενικές υποστάσεις τόσο της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, με την επιβαρυντική περίσταση του ότι το υπεξαιρεθέν αντικείμενο υπερβαίνει την αξία του ποσού 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 €, όσο και της ιδιώνυμης απείθειας της παραβίασης απόφασης που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα περί νομής, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: Όσον αφορά την υπεξαίρεση διαλαμβάνει από πλευράς μεν της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ότι η κατηγορούμενη έλαβε υπό την κατοχή της το ... αυτοκίνητο BMW, υπό την ιδιότητά της ως προέδρου της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία DEER LAND AE, ότι μετά την καταγγελία της μίσθωσής αυτού και την αναζήτησή του από την εκμισθώτρια εταιρία αρνήθηκε την απόδοσή του στην εκμισθώτρια εταιρία, παρακρατώντας το και ενσωματώνοντάς το στην ιδιοκτησία της εταιρίας, που εκπροσωπούσε, και ότι το αυτοκίνητο αυτό υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, από πλευράς δε της υποκειμενικής του υπόστασης ότι αυτή γνώριζε τα περιστατικά αυτά και επιδίωκε την πραγματοποίησή τους.
Όσον αφορά δε την παραβίαση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της κατοχής διαλαμβάνει από πλευράς μεν της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ότι επιδόθηκε στην κατηγορουμένη η 6879/05 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που διατάσσει την απόδοση του ανωτέρω αυτοκινήτου προσωρινώς στην εκμισθώτρια εταιρία και ότι αυτή αρνήθηκε την απόδοσή του, από πλευράς δε της υποκειμενικής του υπόστασης ότι αυτή γνώριζε τα περιστατικά που συγκροτούν την αξιόποινη αυτή πράξη και ότι επιδίωκε την πραγματοποίησή τους.
Η αιτίαση ότι το παραπεμπτικό βούλευμα στερείται της απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας γιατί αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση είναι αβάσιμη για τους εξής λόγους: Η ειδική αιτιολογία που απαιτεί το Σύνταγμα υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται ακόμη και εξολοκλήρου και καθολικά στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής πρότασης, εφόσον βέβαια αυτή πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και η τυπολατρική επανάληψη των ίδιων περιστατικών, θα ήταν άσκοπη και περιττή. Το ίδιο ισχύει και όταν το βούλευμα αναφέρεται στις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος και της ενσωματωμένης σ` αυτό εισαγγελικής πρότασης. Όταν όμως το Συμβούλιο Εφετών επιλαμβάνεται μετά από έφεση του κατηγορούμενου κατά πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, δεν έχει τη δυνατότητα, χωρίς δικές του σκέψεις, να αναφερθεί εξ ολοκλήρου και καθολικά, στις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος και της ενσωματωμένης σ` αυτό εισαγγελικής πρότασης, γιατί έτσι εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική του λειτουργία και απεμπολείται η δευτεροβάθμια κρίση, η οποία έχει ανάγκη ιδιαίτερης αιτιολογίας, απαραίτητης για την απάντηση στα παράπονα και τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Στην περίπτωση αυτή της καθολικής αναφοράς του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, στις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος ή της ενσωματωμένης σ` αυτό (στο Πρωτόδικο) εισαγγελικής πρότασης, το βούλευμα (του Συμβουλίου Εφετών) στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έχει όμως το Συμβούλιο Εφετών τη δυνατότητα, εφόσον το βούλευμά του έχει δικές του σκέψεις ή αναφέρεται στις σκέψεις της ενσωματωμένης σ` αυτό εισαγγελικής πρότασης, να παραπέμψει (το βούλευμα ή η εισαγγελική πρόταση), συμπληρωματικά μόνο, στις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος, καθώς και της ενσωματωμένης σ` εκείνο εισαγγελικής πρότασης. [ΑΠ. 2367/2005]. Επομένως, η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη γιατί η ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση περιέχει τη δέουσα αιτιολογία.
4-Απόλυτη ακυρότητα από αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος της εμφάνισης στο δικαστικό συμβούλιο, της μη ειδοποίησής της να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως, καθώς και της μη παραμονής της δικογραφίας στην Εισαγγελία επί δεκαήμερο.
α-Το αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης. Κατά το άρθρο 309 παρ.2 του ΚΠΔ, το οποίο επίσης εφαρμόζεται αναλόγως και κατά τη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών (άρθρ. 316 παρ.2), "το συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του, με την παρουσία και του εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση... Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι μόνο αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή αν αρνηθεί αναιτιολογήτως την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ` του ΚΠΔ, η οποία δημιουργεί λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατ` άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α` του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση αναφέρει τα εξής:Ως προς το δια της εκθέσεως εφέσεως διατυπούμενο αίτημα της εκκαλούσης περί αυτοπρόσωπης ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου παραστάσεώς της για παροχή εξηγήσεων, παρατηρητέα τυγχάνουν τα ακόλουθα. Το ως άνω αίτημα ερείδεται επί του άρθρου 309 § 2 Κ.Π.Δ., παρέχοντος αντίστοιχον συναφές δικαίωμα εις τον κατηγορούμενο, παράνομη δε απόρριψη του αιτήματος τούτου συνεπάγεται απόλυτον ακυρότητα, κατ' άρθρον 171 § 1 στοιχ. δε και 484 § 1 περ. α' του Κ.Π.Δ., εν συνδ. προς άρθρον 20Σ και 6 § 3 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ορ. Σχετ. και ΑΠ 1173/2005, εν Συμβουλίω Π. Χρ. ΝΣΤ' 154).Και ναι μεν η αποδοχή του αιτήματος του κατηγορουμένου, στην περίπτωση αυτή, συνιστά τον κανόνα (ΑΠ 1173/2005 έ.α.), πλην όμως η επαρκής και διεξοδική ανάπτυξη των απόψεων του αιτούντος κατηγορουμένου είτε δια των απολογητικών υπομνημάτων του, είτε δια της εφέσεώς του, θεμελιοί αιτιολογημένη απόρριψη του σχετικού περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως αιτήματος, πολλώ δε μάλλον συντρέχει αιτιολογημένη απόρριψη του περί ου πρόκειται αιτήματος, όταν δεν διευκρινίζεται, δια της αιτήσεως, ποία συγκεκριμένα σημεία της κατηγορίας πρόκειται να διευκρινισθούν δια της αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του (ορ. Σχετ. Εφ. Θες. 28/2007 Π.Χρ. ΝΖ' 928, με περαιτέρω παραπομπές εις ΑΠ 85/2006 Π.Χρ. ΝΣΤ'704, ΑΠ 1104/95 Π.Χρ. ΜΣΤ' 244, ΑΠ 1134/94 Π.Χρ. ΜΔ'959, ΑΠ 23/1988 Π.Χρ. ΛΗ'572, Συμβ. Εφ. Θες. 1920/2002 Π. Χρ. ΝΓ'442 επ., Ποιν.Δικ/νη 2003 σε. 495 επ., Εφ. Ναυπλ. 161/1995 Π.Χρ. ΜΣΤ'1316, 'Αγγ. Μπουρόπουλον Ερμ. Κ.Π.Δ. Α' 1957, σελ. 414, σημ. 2).
Εν προκειμένω, η αιτούσα την ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών αυτοπρόσωπη εμφάνισή της εκκαλούσα κατηγορούμενη, με την απολογία της, το απολογητικό της, εν συνεχεία της απολογίας, υπόμνημα και τους αναπτυσσόμενους στην έκθεση εφέσεως λόγους ασκήσεως αυτής (εφέσεως), επαρκώς και διεξοδικότατα έχει παραθέσει και αναπτύξει τις σχετιζόμενες με την κατηγορία θέσεις και απόψεις της αφ' ενός, ενώ, αφ' ετέρου, εξαιτείται την αυτοπρόσωπη ενώπιον του Συμβουλίου παράστασή της "για παροχή εξηγήσεων" γενικώς και αορίστως και άνευ ουδεμίας εξειδικεύσεως των σημείων της κατηγορίας εφ' ων παρασχετέες τυγχάνουν οι εξηγήσεις, πρόδηλο παρίσταται ότι θα πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα. Το δικαίωμα αυτοπρόσωπου, ενώπιον του Συμβουλίου, παραστάσεως του κατηγορούμένου, ασκούμενο συνδέεται, από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητάς του, με την παροχή ουσιωδών και κρισίμων για την στοιχειοθέτηση της κατηγορίας διευκρινίσεων, επ' ουδενί δε η ικανοποίησή του δεν συνιστά αυτοσκοπό. Επομένως το βούλευμα απέρριψε αιτιολογημένα το ανωτέρω αίτημα και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
β-Το αίτημα γνώσης της εισαγγελικής πρότασης και της μη παραμονής της δικογραφίας στην Εισαγγελία επί δεκαήμερο.
Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα, και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο εισαγγελέας οφείλει σ' αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασής του μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Αν ο διάδικος δεν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου και δεν διόρισε αντίκλητο, δεν ειδοποιείται, χωρίς πάντως να εμποδίζεται από το λόγο αυτό να γνωρίσει την πρόταση του εισαγγελέα και μετά την υποβολή της στο συμβούλιο. Για το σκοπό αυτό κατατίθεται στο γραμματέα της εισαγγελίας αντίγραφο της πρότασης. "Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά, οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα της εισαγγελίας, που επισυνάπτεται στη δικογραφία". "Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση, η δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο, αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής".
Στην προκειμένη περίπτωση ο λόγος της απόλυτης ακυρότητας του βουλεύματος γιατί δεν ειδοποιήθηκε να λάβε γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών προς το Συμβούλιο Εφετών και γιατί δεν παρέμεινε η δικογραφία επί ένα δεκαήμερο προκειμένου να της παρασχεθεί η ευχέρεια να λάβει γνώση αυτής είναι αβάσιμος γιατί η αναιρεσείουσα αφενός μεν ειδοποιήθηκε μέσω του αντικλήτου της δικηγόρου Κ. Κατσανίδη στις 16-2-09 να λάβει γνώση της εισαγγελικής πρότασης, [βλ. την από 16-2-09 βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα],αφετέρου δε η δικογραφία παρέμεινε στην Εισαγγελία επί ένα δεκαήμερο, ήτοι μέχρι της 26-2-09, [βλ. επισημείωση της Προέδρου Εφετών επί του σώματος της εισαγγελικής πρότασης], για να της παρασχεθεί η ευχέρεια να λάβει γνώση αυτής και να ασκήσει τα υπερασπιστικά δικαιώματά της.
3-Αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης
Κατά το άρθρο 309 παρ.2 του ΚΠΔ το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Μπορεί ακόμη να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης. Το συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση της αναιρεσείουσας, που υποβάλλει με την αίτηση αναιρέσεως, για να διαταχθεί η εμφάνισή της στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει σε συμβούλιο, πρέπει να απορριφθεί καθόσον με την οκτασέλιδη αίτηση αναιρέσεως έχει εκθέσει επαρκώς τους ισχυρισμούς της ως προς τις πλημμέλειες που προσάπτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα και επομένως παρέλκει η εμφάνισή της στο δικαστήριο προς περαιτέρω διευκρινίσεις.
5- Κατ' ακολουθίαν, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς και την αίτησή της για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, το δε να καταδικάσει αυτή στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 220 Ε.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να απορριφθεί η 38/16-4-09 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ, κατά του 564/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και
Β-Να απορριφθεί αίτηση της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, και Γ-Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 220 Ε.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Κατά δε το άρθρο 169 ΠΚ, με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών τιμωρείται όποιος ύστερα από νόμιμη πρόσκληση αρνείται σε κάποιον από τους υπαλλήλους του άρθρου 13 παρ. α' χωρίς αντίσταση την υπηρεσία ή συνδρομή που οφείλεται κατά τον νόμο ή την είσοδο σε οποιοδήποτε μέρος για να επιχειρηθεί κάποια νόμιμη υπηρεσιακή ενέργεια. Εξάλλου δε, κατά το άρθρο 42 του Εισ.ν. Κ.Πολ.Δ. υπό τον τίτλο ποινική ευθύνη και προσωρινή ρύθμιση της νομής ή κατοχής, κάθε παραβίαση από τους διαδίκους των αποφάσεων που διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την προσωρινή ρύθμιση της νομής ή της κατοχής, ανεξάρτητα από τις άλλες συνέπειες της, τιμωρείται και με την ποινή του άρθρου 169 ΠΚ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου αυτού. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το συμβούλιο δίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όχι μόνον όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε, αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό με το διατακτικό το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με το 2099/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για: 1) υπεξαίρεση αντικειμένου αξίας άνω των 73.000 ευρώ και 2) απείθεια. Μετά από έφεση της αναιρεσείουσας, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 564/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεσή της κατ' ουσίαν και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα κατά τις παραπεμπτικές διατάξεις του. Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, αφού αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι: Η εδρεύουσα στην ... μηνύτρια ανώνυμη εταιρεία, υπό την επωνυμία "OPTIMUM - ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΑΕ", νομίμως εκπροσωπουμένη, με την υπ' αριθ. 01077/03.8.2005 σύμβαση μακροχρονίου εκμισθώσεως αυτοκινήτων, υπομίσθωσε και παρέδωσε, κατά κατοχήν και χρήση, στην εδρεύουσα στην ..., υπό την επωνυμίαν "DEER LAND ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "DEER LAND AE", ανώνυμη εταιρεία, ένα ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας ..., αριθμό πλαισίου ...., μάρκας BMW, τύπου Μ5, χρώματος μπλε. Η αξίας του ανωτέρω αυτοκινήτου, που ήτο ιδιοκτησίας της Τράπέζης BNP PARIBAS, κατά τον χρόνο συνάψεως της ρηθείσης συμβάσεως μισθώσεως, ανήρχετο εις το ποσόν των 114.513,34 ευρώ. Κατά τους όρους της συμβάσεως, το μηνιαίο μίσθωμα του αυτοκινήτου συνεφωνήθη και ορίσθηκε στο ποσόν των 2400,58 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19% εξ ευρώ 456,10, δηλαδή συνολικώς στο ποσόν των 2.856,68 αυρώ, που ήτο καταβλητέον, κατά τα συμβατικώς προβλεπόμενα, έκαστον μήνα, την πρώτη ημέρα αυτού. Η εκκαλούσα - κατηγορουμένη, που ήτο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και διευθύνουσα σύμβουλος της, ως είρηται, μισθώτριας εταιρείας, εγγυήθηκε προσωπικώς την πλήρη, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση πάσης απαιτήσεως της εκμισθωτρίας - μηνυτρίας εταιρείας, κατά της μισθωτρίας εταιρείας, από της συνάψεως δε της συμβάσεως, δηλαδή από της 3.8.2005, είχε στην ιδίαν αυτής κατοχή και χχρήση το περί ού ο λόγος επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσεως (ορ. σχετ. την προμνησθείσα σύμβαση εκμισθώσεως, μετά του συνημμένου εις αυτήν υπ' αριθ. 1 παραρτήματος). Επειδή, όμως, παρά τις συναφθείσες και ισχύουσες συμβατικές υποχρεώσεις, αλλά και τις σχετικές οχλήσεις της εκμισθωτρίας - μηνυτρίας εταιρείας, η κατηγορουμένη - εκκαλούσα, που ήτο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, διευθύνουσα σύμβουλος και εκπρόσωπος της μισθωτρίας εταιρείας, δεν κατέβαλε, ως έδει, τα μισθώματα των μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2005, συνολικού ύψους οφειλής 5.959,14 ευρώ, με σχετικές εξώδικες διαμαρτυρίες, καταγγελίες και προσκλήσεις της, που επεδόθησαν στην μισθώτρια εταιρεία και στην εκκαλούσα, η εκμισθώτρια - μηνύτρια εταιρεία, νομίμως εκπροσωπουμένη και κατά τα συμβατικώς προβλεπόμενα ενεργούσα, κατήγγειλε την ειρημένη σύμβαση εκμισθώσεως αυτοκινήτου και εζήτησε να της παραδοθεί άμεσα το μισθωμένο αυτοκίνητο, πλέον της συμπεφωνημένης συμβατικής αποζημιώσεως, συνολικού ποσού 114.513,34 ευρώ (σχετ. το υπ' αριθ. 3796/7.5.04 ΦΕΚ, τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης, η από 5.10.2005 εξώδικη διαμαρτυρία, καταγγελία και πρόσκληση, που επεδόθη στην μισθώτρια εταιρεία την 7.10.2005, με την υπ' αριθ. 8052/2005 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αλλά και στην εκκαλούσα κατηγορουμένη την 2.11.2005, με την υπ' αριθ. 5171/2005 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού ....). Στις ως άνω ενέργειες της εκμισθώτριας - μηνύτριας εταιρείας, παρά την κατά τα προεκτεθέντα γνώση αυτών (ενεργειών), η εκκαλούσα δεν ανταποκρίθηκε και δεν απέδωσε, ως έδει και όφειλε, το περί ου ο λόγος Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, αλλ' αντιθέτως παρακράτησε αυτό στη κατοχή της, εκδηλώσασα ούτω ευθεία και σαφή πρόθεση παρανόμου ιδιοποιήσεώς του.
Ακολούθησε, εν συνεχεία, κατάθεση, εκ μέρους της μηνύτριας, αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, με αίτημα να αναγνωρισθεί αυτή (μηνύτρια), προσωρινός κάτοχος του αυτοκινήτου, να διαταχθεί η αφαίρεση τούτου (αυτοκινήτου) από την μισθώτρια ανώνυμη εταιρεία και από την εκκαλούσα κατηγορουμένη και η, εν συνεχεία, παράδοσή του στην αιτούσα-εκμισθώτρια - μηνύτρια εταιρεία. Επί της αιτήσεως εξεδόθη η 6879/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία εγένετο δεκτή η αίτηση της μηνύτριας και δη εφ' όλων των αιτημάτων αυτής (Ορ. σχετ. την ειρημένη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Παρά, όμως, το γεγονός της επιδόσεως της ως άνω δικαστικής αποφάσεως, την 03-01-2006, με την 9108 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ...., στην μισθώτρια του αυτοκινήτου εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη από την εκκαλούσαν κατηγορουμένη, αυτή και πάλιν δεν απέδωσε, ως έδει και όφειλε, το επίδικο αυτοκίνητο στην μηνύτρια εταιρεία, αλλ' αντιθέτως εξακολούθησε παρακρατούσα αυτό, εκδηλώσασα και πάλιν σαφή και αναμφήριστη πρόθεση παρανόμου ιδιοποιήσεώς του. Η ακολουθήσασα προσπάθεια εκτελέσεως, δια δικαστικού επιμελητού και κατά τα δικονομικώς προβλεπόμενα, της προμνησθείσης δικαστικής αποφάσεως, απέβη άκαρπος, αφού ο ενταλθείς σχετικώς δικαστικός επιμελητής δεν κατέστη δυνατόν να εντοπίσει και αφαιρέσει το αυτοκίνητο, το οποίον, η εκκαλούσα κατηγορουμένη, εγκαίρως απέκρυψε εις άγνωστο για την μηνύτρια τοποθεσία (Ορ. σχετ. από 17-01-2006 "ΣΗΜΕΙΩΜΑ-ΒΕΒΑΙΩΣΗ" του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., εις το οποίον επί λέξει αναγράφεται ότι "η εκτέλεση ματαιώθηκε για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς μου δεν βρέθηκε το ανωτέρω περιγραφόμενο αυτοκίνητο, καίτοι υπ' εμού επιμόνως αναζητήθηκε. Συντάχθηκε δε, προς τούτο σχετική έκθεση ματαιωθείσης εκτελέσεως"). Βεβαίως, τελικώς και δη την 13ην-02-2006, το επίδικο αυτοκίνητο επανήλθε εις την κατοχή της μηνύτριας, τούτο όμως δεν εγένετο οικεία της κατηγορουμένης βουλήσει, αλλά συνέβη, μετά μάλιστα την υποβολή (02/02/2006) της μηνύσεως, δια βιαίως αφαιρέσεώς του υπό του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ...., εις εκτέλεση της προμνησθείσης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, συνταχθείσης συναφώς της 824/13-02-06 Εκθέσεως Βιαίας Αφαιρέσεως Αυτοκινήτου (Ορ. σχετ. την έκθεση αυτήν). Ούτω, πρόδηλον, αφ' ενός τυγχάνει ότι δεν ευρισκόμεθα προ συνδρομής προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 379 παρ. 1 ΠΚ, ενώ αφ' ετέρου, ούτε περί σταδίου απόπειρας του διωκομένου ποινικού αδικήματος της υπεξαιρέσεως δύναται να γίνει λόγος και να υπάρξει σχετικός προβληματισμός. Τούτο δε, καθόσον χρόνος τελέσεως του ποινικού αδικήματος της υπεξαιρέσεως, είναι ο χρόνος κατά τον οποίον ο δράστης εξεδήλωσε την βούληση παρανόμου ιδιοποιήσεως του περιελθόντος στην κατοχή του ξένου, εν όλω ή εν μέρει, κινητού πράγματος και ενταύθα το τοιούτον έχει λάβει χώρα, όπως προεξετέθη, την 7-10-2005, με την επίδοση στην μισθώτρια εταιρεία της "εξωδίκου διαμαρτυρίας - καταγγελίας - προσκλήσεως", αλλά και μετέπειτα, την 2-11-2005, με την επίδοση στην ίδια την εκκαλούσα της ιδίας ως άνω "εξωδίκου διαμαρτυρίας -καταγγελίας - προσκλήσεως" της μηνύτριας και την 3-01-2006, ότε επεδόθη, κατά τα προεκτεθέντα, στην μισθώτρια του αυτοκινήτου εταιρεία η 6879/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, προσέτι δε και την 17-01-2006, ότε, κατά τα προδιαληφθέντα, απέβη άκαρπος προσπάθεια της μηνύτριας προς εκτέλεση της ειρημένης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Κατ' επανάληψη, δηλαδή, η εκκαλούσα κατηγορούμένη και πολύ πριν την 13-02-2006, ότε, κατά τα προμνησθέντα, αφηρέθη βιαίως από την μηνύτρια το επίδικο αυτοκίνητο, είχε εκδηλώσει ευθεία και σαφή βούληση παρανόμου ιδιοποιήσεως τούτου, της επαναληπτικής εκδηλώσεως της ως άνω θελήσεώς της επισημαινομένης προς κατάδειξη και μόνον της εντάσεως του δόλου της και όχι υπό την έννοια της εξακολουθητικής τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος. Η εν τέλει και καθ' όν τρόπο προεξετέθη επάνοδος του επιδίκου αυτοκινήτου στην δικαιούχο αυτού μηνύτρια, μη συνιστώσα έμπρακτη μετάνοια και μη θεμελιούσα απόπειρα του ποινικού αδικήματος της υπεξαιρέσεως, ενδεχομένως δύναται να αποτελέσει στοιχείο συνεκτιμητέο, μελλοντικώς, κατά την επιμέτρηση της ποινής και μόνον και εφόσον βεβαίως η υπόθεση αχθεί εις τοιούτον διαδικαστικό στάδιο. Ούτε, βεβαίως, ευρισκόμεθα εν προκειμένω προ πωλήσεως κινητού, με παρακράτηση της κυριότητος εκ μέρους του πωλητού, έως αποπληρωμής του πιστωθέντος τιμήματος, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει η εκκαλούσα, αλλά προ συμβάσεως μακροχρονίου εκμισθώσεως αυτοκινήτου, με απότοκη συνέπεια να μην απαιτούνται, προς στοιχειοθέτηση της κρινομένης υπεξαιρέσεως, οι προϋποθέσεις που απαιτούνται προς θεμελίωση της υπεξαιρέσεως επί πωλήσεως με παρακράτηση της κυριότητος, έως αποπληρωμής του πιστωθέντος τιμήματος. Και το ακριβές όμως ύψος της διεκδικηθείσης, από πλευράς μηνυτρίας, αποζημιώσεως ή του, εν τέλει, διαμορφωθέντος ποσού αυτής, ουδεμία ασκεί επιρροή στην στοιχειοθέτηση της κρινομένης υπεξαιρέσεως, αφού αυτή (υπεξαίρεση) θα κριθεί επί τη βάσει και μόνον της αξίας του υπεξαιρεθέντος αντικειμένου (αυτοκινήτου), ανερχομένης, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εις το χρηματικό ποσόν των 114.513,34 ευρώ, δηλαδή εις ποσόν υπέρτερο των 73.000 ευρώ (25 εκατομμυρίων δραχμών).
Επειδή, συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με την παραπεμπτική του κρίση, όπως αυτή αποτυπούται στο εκκαλούμενο βούλευμα, δεν έσφαλε, αλλά, αντιθέτως, ορθώς εξετίμησε τα πραγματικά περιστατικά και τις εν γένει αποδείξεις της υποθέσεως, θα πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η υπό κρίσιν έφεση, να επικυρωθεί το πρωτόδικο βούλευμα και να επιβληθούν εις βάρος της εκκαλούσης, κατ' άρθρον 583 § 1 Κ.Π.Δ., τα νόμιμα δικαστικά έξοδα.
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον σε αυτήν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο τούτο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άνω άρθρων που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και ορθά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς μνημονεύονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία τούτο έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την κρίση του, ως τέτοια δε αναφέρει τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας ως και την απολογία της αναιρεσείουσας, χωρίς να προκύπτει ότι έγινε επιλεκτική αξιολόγηση κάποιου εκ τούτων, και συνεπώς οι περί του αντίθετου αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, αναφέρονται λεπτομερώς οι πράξεις της αναιρεσείουσας, που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων τούτων κατά τόπο, χρόνο και λοιπές κατά το νόμο περιστάσεις, υπό τη μορφή που προεκτίθενται. Ειδικότερα, και όσον αφορά την υπεξαίρεση, το βούλευμα διαλαμβάνει ότι η κατηγορουμένη έλαβε υπό την κατοχή της το 1171 IX επιβατικό αυτοκίνητο BMW, ως και ότι, μετά τη νόμιμη καταγγελία της μίσθωσης αυτού (υπομίσθωσης) και την αναζήτησή του από την εκμισθώτρια εταιρεία, αρνήθηκε την απόδοσή του σε αυτήν, παρακρατώντας το, με σκοπό την παράνομη από αυτή ιδιοποίησή του, η αξία δε αυτού ανέρχεται στο ποσό των 114.513,34 ευρώ, ήτοι σε ποσό μεγαλύτερο των 73.000 ευρώ, ως και ότι αυτή γνώριζε τα περιστατικά αυτά και επεδίωξε την πραγματοποίησή τους. Όσον δε αφορά την απείθεια με τη μορφή της παραβίασης της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, το βούλευμα διαλαμβάνει ότι επιδόθηκε στην κατηγορουμένη η 6879/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που διατάσσει την απόδοση του ανωτέρω αυτοκινήτου προσωρινώς στην εκμισθώτρια μηνύτρια εταιρεία και ότι η κατηγορουμένη αρνήθηκε την απόδοσή του, ως επίσης και ότι γνώριζε τα περιστατικά που συγκροτούν την αξιόποινη αυτή πράξη της απείθειας και ότι επιδίωκε την πραγματοποίησή τους. Επομένως, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και κατά την διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών (αρθρ. 316 παρ. 2 ΚΠΔ), το συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνηση... Τότε μόνον είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, μόνον αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή αν αρνηθεί αναιτιολογήτως την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ και δημιουργείται λόγος αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ιδίου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την έφεσή της κατά του 2099/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για τις αναφερόμενες σε αυτό κακουργηματική και πλημμεληματική πράξεις και η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με το προσβαλλόμενο 564/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ζήτησε να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του τελευταίου Συμβουλίου "για παροχή εξηγήσεων". Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε το αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισής της ενώπιόν του, με την αιτιολογία ότι "εν προκειμένω, η αιτούσα την ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών αυτοπρόσωπη εμφάνισή της εκκαλούσα κατηγορουμένη, με την απολογία της, το απολογητικό της, εν συνεχεία της απολογίας, υπόμνημα και τους αναπτυσσόμενους στην έκθεση εφέσεως λόγους ασκήσεως αυτής (εφέσεως), επαρκώς και διεξοδικότατα έχει παραθέσει και αναπτύξει τις σχετιζόμενες με την κατηγορία θέσεις και απόψεις της αφ' ενός, ενώ εφ' ετέρου εξαιτείται την αυτοπρόσωπη ενώπιον του Συμβουλίου παράστασή της "για παροχή εξηγήσεων" γενικώς και αορίστως και άνευ ουδεμίας εξειδικεύσεως των σημείων της κατηγορίας εφ' ων παρασχετέες τυγχάνουν οι εξηγήσεις, πρόδηλο παρίσταται, ότι θα πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα. Το δικαίωμα αυτοπροσώπου, ενώπιον του Συμβουλίου, παραστάσεως του κατηγορουμένου, ασκούμενο, συνδέεται, από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητάς του, με την παροχή ουσιωδών και κρισίμων για την στοιχειοθέτηση της κατηγορίας διευκρινίσεων, επ' ουδενί δε, η ικανοποίησή του δεν συνιστά αυτοσκοπό". Επομένως, εφ' όσον το Συμβούλιο Εφετών έκρινε αιτιολογημένως ότι συντρέχουν οι άνω λόγοι και απέρριψε το αίτημά της, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα και ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ειδοποιήθηκε, μέσω του αντικλήτου της δικηγόρου Κ. Κατσανίδη στις 16-02-2009, να λάβει γνώση της εισαγγελικής πρότασης (βλ. την από 16-02-2009 βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα), η δε δικογραφία παρέμεινε στην Εισαγγελία επί δεκαήμερο, ήτοι μέχρι τις 27-02-2009 (βλ. επισημείωση της Προέδρου Εφετών επί του σώματος της Εισαγγελικής πρότασης), για να της παρασχεθεί η ευχέρεια να λάβει γνώση αυτής και να ασκήσει τα υπερασπιστικά δικαιώματά της. Επομένως, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ, σχετικός λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τέλος, το δια της αιτήσεως προβαλλόμενο αίτημα της αναιρεσείουσας, προς εμφάνισή της ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, είναι νόμιμο (αρθρ. 309 παρ. 2 και 485 παρ. 3 ΚΠΔ), πλην είναι απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, διότι με την οκτασέλιδη αίτηση αναιρέσεως έχει εκθέσει επαρκώς τους ισχυρισμούς της ως προς τις πλημμέλειες που προσάπτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα και επομένως παρέλκει η εμφάνισή της στο Συμβούλιο τούτο προς περαιτέρω διευκρινήσεις. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 38/16.4.2009 αίτηση της Χ, για αναίρεση του 564/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως και το αίτημά της για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή