Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2351 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Ψευδής καταμήνυση.




Περίληψη:
Όταν το δικαστήριο επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση, άλλως υποπίπτει στις πλημμέλειες της ελλείψεως αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση κλπ, με την οποία επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών σε κάθε μία από τις αναιρεσείουσες, που μετατράπηκε σε χρηματική, ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της, αφού το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής. Παραπέμπει.




Αριθμός 2351/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαζάνα, περί αναιρέσεως της 4417/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2007 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1373/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή ως προς το μέρος της ποινής, η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αιτιώνται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απαγγέλθηκε "κεκλεισμένων των θυρών", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή απαγγέλθηκε σε δημόσια συνεδρίαση.
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν τούτο, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητα του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, μεταξύ των εγγράφων που, όπως βεβαιώνεται σ' αυτά αναγνώσθηκαν αναφέρονται τα ακόλουθα: 1) Η υπ' αριθμ. 10541/13.2.06 απόφαση του Γ' Τριμ. Πλημ/κείου Αθηνών και τα πρακτικά αυτής. 2) Η από 11.12.1987 έκθεση προφορικής μήνυσης της Χ1. 3) Η υπ' αρ. 2272/2004 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών (Τακτική Διαδικασία). 4) Η υπ' αρ. 4621/1985 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Αθηνών (1ο Πολιτ. Τμήμα). 5) Η υπ' αρ. 14483/2004 απόφαση Εφετείου Αθηνών (Τριμελούς) 6) Η υπ' αρ. 9155/2001 απόφαση Εφετ. Αθηνών (Α' Τριμ. Πλημ/των) 7) Η υπ' αριθμ. 6760/2004 απόφαση Εφετ. Αθηνών (Ε' Τριμ. Πλημ/των). 8) Η υπ' αριθμ. 88832/2002 απόφαση Τριμ. Πλημ/κείου Αθηνών. 9) Η υπ' αριθμ. 2301/2005 απόφαση Εφετ. Αθηνών (Α' Τριμ. Πλημ/των). 10) Η υπ' αρ. 1020/2005 απόφαση Αρείου Πάγου (Ε' Ποινικό Τμήμα). 11) Απόσπασμα της υπ' αρ. 2301/2005 απόφασης Εφετ. Αθηνών (Τριμ. Πλημ/των). 12) Απόσπασμα της υπ' αρ. 3446/2004 απόφασης Εφετ. Αθηνών (Τριμ. Πλημ/των). 13) Απόφαση υπ' αρ. 2070/2005 του Αρείου Πάγου (Ε' Ποινικό Τμήμα). 14) Η υπ' αρ. 7137/06 απόφαση Εφετ. Αθηνών (Δ' Τριμ. Πλημ/των). 15) Το υπ' αρ. 5134/2003 Βούλευμα Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. 16) Η από 8.9.1997 ένορκη εξέταση μάρτυρα Χ2. 17) Το από 1715/02 πρακτικά διεξαγωγών αποδείξεων 18) Η υπ' αρ. 1148/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. 19) Οι υπ' αριθμ. 4621/85 αποφ. Πολ. Πρωτ. Αθηνών και η υπ' αρ. 4490/86 απόφ. Εφετ. Αθηνών. Η κατ' αυτόν τον τρόπο περιγραφή στα πρακτικά της ταυτότητας των ως άνω εγγράφων δεν νοείται ότι είχε ως συνέπεια τη στέρηση από την κατηγορουμένη του δικαιώματός της να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με αυτά, αφού τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται, από τα άρθρα 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρος, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυς ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται η αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 362 Π Κ όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοινώσεως που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διαδόσεως και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της αποφάσεως για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά, με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο και ειδικότερα όταν αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα τελευταία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 4417/2007 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής, Ψ, πρώην σύζυγος της πρώτης κατηγορουμένης και κουμπάρος της δεύτερης, άσκησε την από 15.12.1997 αγωγή κατά της ήδη δεύτερης κατηγορουμένης, Χ2, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι αυτή, στην από 8.9.1997 ένορκη κατάθεσή της Στην Ειρηνοδίκη Καπανδριτίου κατέθεσε γι' αυτόν τα εξυβριστικά και συκοφαντικά, τα οποία αναλυτικά αναφέρει στην άνω αγωγή του και ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη (ήδη 2η κατηγορουμένη) να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την άνω σε βάρος της τελεσθείσα αδικοπραξία, το ποσό των 49.990.000 δρχ. Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η 1752/1999 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την άνω αγωγή. Κατά της 1752/1999 ως άνω απόφασης η εναγομένη και ήδη 2η κατηγορουμένη Χ2 άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την 1148/2000 απόφαση Εφετείου, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη και διατάχθηκαν αποδείξεις. Στα πλαίσια των διαταχθεισών ως άνω αποδείξεων, η εκκαλούσα (2η κατηγορουμένη) στις 17.5.2002 εξέτασε ενώπιον της Εισηγήτριας Δικαστού, ως μάρτυρα την πρώτη κατηγορουμένη, Χ1, πρώην σύζυγο του μηνυτού και ενάγοντος -εφεσίβλητου και εξαδέλφη αυτής, αλλά και νονά της θυγατέρας του μηνυτή και της ήδη πρώτης κατηγορουμένης. Κατά την κατά τα άνω ένορκη εξέτασή της, η πρώτη κατηγορουμένη ως μάρτυρας, ενώπιον της εισηγήτριας δικαστού, κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας τα ακόλουθα ψευδή περιστατικά και δη ότι "από το έτος 1981 μέχρι και σήμερα είμαστε στα δικαστήρια με τον κ. Ψ. Δεν εμφανίσθηκα καθόλου στα Δικαστήρια για το διαζύγιο, και η υπόθεση εκδικαζόταν ερήμην. Από το 1981 τα παιδιά του ο Ψ τα είδε μόνο μία φορά, όταν του τα πήγα η ίδια στο σπίτι της ερωμένης του, Α για μία ημέρα και τους είπε να πάει η μάνα σας στη ..... να σας ζήσει, γιατί εγώ δεν έχω λεφτά να σας δώσω και τα λεφτά μου θα τα τρώω με την ερωμένη μου, όπως και έχει γίνει. Άσκησα προφορική μήνυση εναντίον του, στις 11.12.1987 ότι είπε στα παιδιά τη φράση να πάει η μάνα σας στη ..... για να σας ζήσει. Το αποτέλεσμα αυτής της υπόθεσης ήταν να αθωωθεί ο κύριος Ψ, εφ' όσον δεν κατέθεσαν τα παιδιά μου. Αυτό το έλεγε πολύ πριν χωρίσουμε, μέχρι που ενηλικιώθηκαν τα παιδιά μου. Το 1973 γεννήθηκε η κόρη μου και το 1974 ο γιος μου. Αυτή τη φράση μου την έλεγε μπροστά σε συγγενείς και φίλους. Η εκκαλούσα είναι πρώτη μου εξαδέλφη και νονά της κόρης μου ..... . Από το 1981 μέχρι το 1997 ο κύριος Ψ πήγαινε στη μητέρα της εκκαλούσας και είχε επαφή με την εκκαλούσα. Εγώ είχα επαφή με την κυρία Χ2 ... Την έχω φέρει μάρτυρα την εκκαλούσα ενώπιον του κ. Ψ, στο διάστημα από το 1981 μέχρι το 1996...". Η αλήθεια όμως ήταν ότι 1) το διαζύγιο δεν έγινε ερήμην της, όπως τούτο προκύπτει από τις 4621/85 και 4490/86 αποφάσεις τού Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα. 2) Ο εγκαλών δεν έλεγε στα παιδιά του και μάλιστα μέχρι που ενηλικιώθηκαν τη φράση "να πάει η μάνα σας στη ..... για να σας ζήσει", και τούτο επιβεβαιώνεται ότι ύστερα από σχετική μήνυση της συζύγου του και νυν κατηγορουμένης, αυτός αθωώθηκε, ενώ ο ίδιος είχε σταματήσει κάθε επαφή με τα παιδιά, του από το έτος 1981, 3) ο εγκαλών δεν είχε επαφή με τη μητέρα της Χ2 (2ης κατηγορουμένης) μέχρι το 1997, αφού όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. ..... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου η μητέρα της Χ2, Β, απεβίωσε στις 3.1.1991, ενώ η πρώτη κατηγορουμένη, Χ1 δεν χρησιμοποίησε τη δεύτερη κατηγορουμένη, Χ2, ως μάρτυρα σε κανένα δικαστήριο κατά του άνω εγκαλούντος Ψ. Πρέπει επομένως η πρώτη κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρος, που της αποδίδεται. Η αυτή ως άνω κατηγορουμένη με την προαναφερόμενη ένορκη κατάθεσή της στην Εισηγήτρια Δικαστή ισχυρίσθηκε σε βάρος του εγκαλούντος τα όσα ψευδή γεγονότα αναφέρονται παραπάνω, των οποίων έλαβαν γνώση η εισηγήτρια, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, ο γραμματέας, αν και γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχη της συκοφαντικής δυσφημήσεως που της αποδίδεται. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον ίδιο προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, η δεύτερη κατηγορουμένη με πρόθεση και ενεργώντας με πειθώ, φορτικότητα και συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, έπεισε την πρώτη κατηγορουμένη να καταθέσει τα προαναφερόμενα ψευδή πραγματικά περιστατικά, των οποίων την αναλήθεια γνώριζε και τα οποία ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Επομένως πρέπει και αυτή να κηρυχθεί ένοχη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία και τη συκοφαντική δυσφήμηση, τις οποίες όπως παραπάνω τέλεσε η πρώτη κατηγορουμένη". Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείουσες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς, επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα (πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις) που χρησιμοποίησε η αναιρεσείουσα ηθική αυτουργός, με τα οποία προκάλεσε στην αυτουργό συγκατηγορουμένη της την απόφαση προς εκτέλεση των αδικοπραξιών, τις οποίες διέπραξε η τελευταία. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2479/1997 "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην απόφαση στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει, χωρίς αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ενώ καταδίκασε τις αναιρεσείουσες για παραπάνω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών την καθεμία, παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής αυτής, με την αιτιολογία ως προς τον αποκλεισμό της αναστολής, που συνιστά απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως και συγκεκριμένα ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα των κατηγορουμένων που κηρύχθηκαν ένοχες και τις άλλες περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματικής ποινής αρκεί να τις αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων (άρθρο 82 Π.Κ., όπως τελικώς αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Νόμου 1419/1984). Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παραπάνω ποινή σε χρηματική. Αν ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού και οι οικονομικοί όροι των κατηγορουμένων που κηρύχθηκαν ένοχες, πρέπει κάθε ημέρα φυλάκισης να υπολογιστεί προς 4,40 ευρώ. Έτσι, όμως, το Δικαστήριο υπέπεσε στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ πλημμέλειες, της ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας, και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού δεύτερου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξη της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφ' όσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 παρ. 10 του Νόμου 3160/2003.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως.

Αναιρεί την 4417/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής που επιβλήθηκε στις αναιρεσείουσες,

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την άνω υπόθεση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ