Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1497 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.




Περίληψη:
Η άσκηση αίτησης αναίρεσης πρέπει να περιέλθει στον Εισαγγελέα του ΑΠ με επίδοση από δικαστικό επιμελητή και όχι κατ' άλλο τρόπο. Απόρριψη ως απαράδεκτη όταν ασκήθηκε δια μέσου του Διευθυντή της Φυλακής και όχι με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όταν η αναίρεση απευθύνεται στον Εισαγγελέα αυτόν.




Αριθμός 1497/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5002/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1769/2008.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 28/20.01.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριο σας (σε Συμβούλιο) την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αριθμ. 5002/2008 απόφαση του απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης την αριθμ. 7/2008 έφεση του Χ1, κατοίκου ... ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., κατά της αριθμ. 39141/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο ανωτέρω για αντίσταση κατά συναυτουργία, προμήθεια και κατοχή από κοινού και κατ'εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών προς ιδία αποκλειστική χρήση από μη τοξικομανή, σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και τριών (3) μηνών. Κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης ο κατηγορούμενος- εκκαλών και ήδη αναιρεσείων ήταν παρών, η δε απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 15-9-2008 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Κατά της απόφαση αυτής άσκησε την από 3-10-2008 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με δήλωση του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία εγχειρίστηκε στο Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής ... στην οποία κρατείται.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ 1 Κ.Ποιν.Δ., με την επιφύλαξη της διατάξεως της παραγράφου 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ'εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγ. 2 του επόμενου άρθρου (474) και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγ. 1. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η κατ'εξαίρεση άσκηση της αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μπορεί να γίνει μόνο κατά καταδικαστικής αποφάσεως, δηλαδή κατά αποφάσεως που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τέλεσης κάποιας αξιόποινης πράξης και επιβάλλει σ'αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική (βλ. Ολ. ΑΠ 5/2000, ΠΧ, Ν, 687, ΑΠ 1505/2000 κ.α.) και ότι για να συντελεσθεί η άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον καταδικασθέντα κατά της καταδικαστικής αποφάσεως με την προαναφερόμενη δήλωση πρέπει το σχετικό δικόγραφο να περιέλθει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με επίδοση από δικαστικό επιμελητή και όχι κατ'άλλο τρόπο, όπως είναι η εγχείριση στο Διευθυντή των Φυλακών, ή στην Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ή η αποστολή του ταχυδρομικώς (ΑΠ 1664/2004 ΠΧ, ΝΕ, 694). Επομένως η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης (ΑΠ 295/2001, ΠΧ, ΝΑ, 975, ΑΠ 1279/2000 -σε Συμβούλιο- ΠΧ, ΝΑ, 501).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση η από 3-10-2008 αίτηση αναιρέσεως, κατά της αριθμ. 5002/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, η αριθμ. 7/2008 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της αριθμ. 39141/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που ασκήθηκε από τον ίδιο με δήλωση του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, παραδόθηκε στον Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής .... για περαιτέρω διαβίβαση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, συντάχθηκε δε από αυτόν (Διευθυντή), κάτω από την αίτηση, η από 3-10-2008 έκθεση εγχειρίσεως, η οποία υπογράφηκε από τον εγχειρίσαντα αυτήν ως και από τον Διευθυντή της Φυλακής. Η αίτηση όμως αυτή δεν ασκήθηκε κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ. αφού το μεν στρέφεται κατά μη καταδικαστικής απόφασης, το δε δεν επιδόθηκε με δικαστικό επιμελητή στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και συνεπώς εφόσον δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση της πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 3-10-2008 αναίρεση του Χ1 κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ... κατά της αριθμ. 5002/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 23 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη"

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠΔ, η αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε, εκτός από την τήρηση των οριζομένων στο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ και με δήλωση, η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για να συντελεστεί η άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον καταδικασθέντα κατά της καταδικαστικής απόφασης με την προαναφερόμενη δήλωση πρέπει το σχετικό δικόγραφο να περιέλθει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με επίδοση από δικαστικό επιμελητή και όχι κατ' άλλο τρόπο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε αυτή όταν το ένδικο αυτό μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, η από 3-10-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1, που κρατείται στη δικαστική φυλακή .... κατά της 5002/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της η με αριθ. έκθ. 7/2008 έφεσή του κατά της 39141/2004 αποφάσεως του Τριμελούς ή Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απευθύνεται από τον ίδιο με δήλωσή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και εγχειρίστηκε στον Διευθυντή της δικαστικής φυλακής .... προς διαβίβαση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κάτω δε από την αίτηση αυτή, συντάχτηκε από τον άνω Διευθυντή η από 3-10-2208 έκθεση εγχειρίσεως, η οποία υπογράφηκε από τον εγχειρίσαντα αναιρεσείοντα και το Διευθυντή της φυλακής. Σύμφωνα όμως με τα ανωτέρω, η αίτηση αυτή, δεν ασκήθηκε κατά τις διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της διότι, ενώ η δήλωση αναίρεσης απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δια μέσου του άνω Διευθυντή της Φυλακής ..., όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης, το μεν στρέφεται κατά μη καταδικαστικής απόφασης, το δε δεν επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με δικαστικό επιμελητή. Επομένως πρέπει αφού ειδοποιήθηκε αλλά δεν εμφανίστηκε στο Συμβούλιο ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, κατά τη σχετική επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθ. 76/3-10-2008 αίτηση του Χ1, κρατουμένου στη δικαστική φυλακή ...., για αναίρεση της 5002/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή