Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1755 / 2012    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική.




Περίληψη:
Απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία – Διατάξεις – β.ρ.δ - Έκτακτη χρησικτησία σε δασική έκταση πριν την 11-9-1915 – Νομή διανοία κυρίου και με καλή πίστη. Δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν το πόρισμα είναι σαφές – Απορρίπτει αναίρεση κατά της 794/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.




Αριθμός 1755/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις ΚΥΛΛΗΝΗ ΑΕ" και έδρα την ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δαμή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/1975 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/1977 μη οριστική, 58/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1135/2006 του Εφετείου Πατρών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1482/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 1135/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 794/2010 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 16/3/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, των νόμων 8 παρ. 1 Κώδ. (7.39), 9 παρ. 1 ,8 (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ (23.3.), κατά τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία από ιδιώτη σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δάση. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σε αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων, που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου και εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως είναι η καλλιέργεια τούτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης, της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1), και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μίας συνεχούς τριακονταετίας, εκείνος δε που χρησιδέσποζε, μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι: "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 11-9-1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", αφού έκτοτε ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων, καθώς και του χρόνου της χρησικτησίας, από δε τις 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (ΟλΑΠ 75/1987). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δημόσιο δάσος ή δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία πριν από 11-9-1915, δεν έχουν έδαφος εφαρμογής και δεν ασκούν έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1539/1938 και του άρθρου 165 του α.ν 192/1941, που επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των αδεσπότων και επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε σ' αυτά πράξη νομής, ότι, μεταξύ άλλων, και η βοσκή δεν θεωρείται πράξη νομής στα δημόσια δάση, στις μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις ή στα λιβάδια και τα χορτολιβαδικά εδάφη και ότι νομή από τρίτους στα ακίνητα αυτά θεωρείται ότι ασκείται μόνο με την υλοτομία ή την εκμετάλλευση αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων, με βάση άδειες της δασικής αρχής. Τέλος, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, η δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδίας του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, προϋποθέτει ότι είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (ΟλΑΠ 75/1987). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο επιχειρηματίας Ν. Ο., ο οποίος το έτος 1964 ήταν κάτοικος Δυτικής Γερμανίας, θέλοντας να ιδρύσει μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα στην περιοχή της Κοινότητας Κάστρου Κυλλήνης Ηλείας, με διαφόρους αντιπροσώπους αγόρασε με 18 συμβόλαια τις παρακάτω συνεχόμενες παραθαλλάσιες εκτάσεις: 1) Από τους Γ. Π. Λ., Π. Σ. Λ., Γ. Α. Λ., Α. Α. Λ., Λ. Η. Λ., Α. χήρα Η. Λ., Χ. Η. Λ., Β. Η. Λ., Ν. Η. Λ., Λ. Χ. Λ., Π. Χ. Λ., Χ. Γ. Λ. και Α. I. Λ. με το .../29-4-1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γαστούνης Χαρ. Μακρή, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε ένα ενιαίο ακίνητο προερχόμενο από την ένωση συνεχομένων ακινήτων των ανωτέρω πωλητών, ήτοι ένα αγρό ξηρικό, εκτάσεως 180.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Λαγού - Πήδημα" ή "Φουρνιά" της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Κάστρου Ηλείας. Στους Γ. Π. Λ. και Π. Σ. Λ. το συνεχόμενο ακίνητο, εκτάσεως 98.000 τ.μ. που συνόρευε ανατολικά με αγρούς κληρονόμων Χ. Π. Λ., δυτικά με παραλία θαλάσσης, βόρεια με αγρούς Α. και Λ. Λ. και νότια με αγρούς Α. Α. Λ., περιήλθε, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εις έκαστο, εκ κληρονομιάς των αποβιωσάντων άνευ διαθήκης τα έτη 1953 και 1954 πατρός των Π. Π. Λ. και Σ. Π. Λ. αντιστοίχως. Στο Γ. Α. Λ. το συνεχόμενο ακίνητο, εκτάσεως 20.524,57 τ.μ., που συνόρευε ανατολικά με αγρό Γ. Λ., δυτικά με παραλία θαλάσσης, βόρεια με αγρό Α. Λ. και νότια με αγρό χήρας Α. Λ., περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος άνευ διαθήκης, το έτος 1902 πατρός του Α. Λ.. Στον Α. Α. Λ. το συνεχόμενο ακίνητο, εκτάσεως 29.144,25 τ.μ., που συνόρευε ανατολικά με ακαλλιέργητο αγρό του ιδίου Α. Λ., δυτικά με παραλία θαλάσσης, βόρεια με αγρό Γ. και Π. Λ. και νότια με αγρό Γ. Α. Λ., περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος άνευ διαθήκης, το έτος 1902, πατρός του Α. Λ.. Στους Λ. Η. Λ., Α. χήρα Η. Λ., Χ. Η. Λ., Β. Η. Λ., Ν. Η. Λ., το συνεχόμενο ακίνητο, εκτάσεως 18.000,52 τ.μ., που συνόρευε ανατολικά με αγρό Τ. και Β. Λ., δυτικά με αγρό Π. και Γ. Λ., βόρεια με αγρό Γ. Λ. και νότια με αγρό Α. Λ., περιήλθε, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου, εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος άνευ διαθήκης το έτος 1958, Η. Χ. Λ., συζύγου της δεύτερης και πατρός των λοιπών και ειδικότερα κατά τα 4/16 εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη εξ αυτών και κατά τα 3/16 εξ αδιαιρέτου εις έκαστο των λοιπών. Στο Χ. Γ. Λ. το ως άνω συνεχόμενο ακίνητο περιήλθε κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1943, άνευ διαθήκης, πατρός του Γ. Χ. Λ.. Στους Π. Χ. Λ. και Λ. Χ. Λ. το ως άνω συνεχόμενο ακίνητο περιήλθε, κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου, εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1920, άνευ διαθήκης, πατρός των Χ. Λ.. Στον Α. Ι. Λ., το συνεχόμενο ακίνητο, εκτάσεως 13.964,60 τ.μ., που συνόρευε ανατολικά με λόγγο και βραχώδη έκταση Τ. Δ. Λ., Α. Α. Λ. και Γ. Α. Λ., δυτικά με παραλία θαλάσσης, βόρεια με αγρούς Π. Χ. Λ. και Γ. Π. Λ. και νότια με αγρό χήρας Α. Λ., περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1927, άνευ διαθήκης, πατρός του Ι. Λ.. 2) Από το Λ. Χ. Λ. με το .../5-6- 1964 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 108.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Λαγού Πήδημα" ή "Φουρνιά" της ιδίας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με λογγώδη έκταση και βοσκότοπο ανήκοντα στον ίδιο Λ. Χ. Λ., επί πλευράς 215 μ., δυτικά με θάλασσα επί ομοίας πλευράς μέτρων 215, βόρεια με θαμνώδη έκταση προικώα Ζ. Δ. (πρώην χήρας Α. Λ.), επί πλευράς μέτρων 500 και νότια με αγρούς Π. Σ. Λ. και Σ. Κ. Α., επί πλευράς μέτρων 500. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στον πωλητή Λ. Χ. Λ. εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1920, άνευ διαθήκης, πατρός του Χ. Π. Λ.. 3) Το ως άνω συνεχόμενο ακίνητο περιήλθε, κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου, εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1920, άνευ διαθήκης, πατρός των Χ. Λ.. Στον Α. Ι. Λ., το συνεχόμενο ακίνητο, εκτάσεως 13.964,60 τ.μ., που συνόρευε ανατολικά με λόγγο και βραχώδη έκταση Τ. Δ. Λ., Α. Α. Λ. και Γ. Α. Λ., δυτικά με παραλία θαλάσσης, βόρεια με αγρούς Π. Χ. Λ. και Γ. Π. Λ. και νότια με αγρό χήρας Α. Λ., περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1927, άνευ διαθήκης, πατρός του Ι. Λ.. 2) Από το Λ. Χ. Λ. με το .../5-6-1964 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 108.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Λαγού Πήδημα" ή "Φουρνιά" της ιδίας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με λογγώδη έκταση και βοσκότοπο ανήκοντα στον ίδιο Λ. Χ. Λ., επί πλευράς 215 μ., δυτικά με θάλασσα επί ομοίας πλευράς μέτρων 215, βόρεια με θαμνώδη έκταση προικώα Ζ. Δ. (πρώην χήρας Α. Λ., επί πλευράς μέτρων 500 και νότια με αγρούς Π. Σ. Λ. και Σ. Κ. Α., επί πλευράς μέτρων 500. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στον πωλητή Λ. Χ. Λ. εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1920, άνευ διαθήκης, πατρός του Χ. Π. Λ.. 3) Από τους Π., Χ., Λ., Δ., Γ. και Θ. Π. του Ν. με το .../17-6-1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μυρτουντίων Ευθυμίου Πανουτσοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε αγροτική έκταση, εκτάσεως 51.350 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Πρωτόγυρος" ή "Λαγού Πήδημα" ή "Φουρνιά" της ιδίας ως άνω κτηματικής περιφέρειας και συνόρευε ανατολικά με λογγώδη έκταση και βοσκότοπο ιδιοκτησίας κληρονόμων Δ. Κ. Κ., επί πλευράς μέτρων 130, δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 195, βόρεια με αγρούς Κ. Α. και Γ. Κ., επί πλευράς μέτρων 305 και νότια με αγρό κληρονόμων Δ. Κ. Κ., επί πλευράς μέτρων 305. Στους ως άνω πωλητές το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εξ αγοράς παρά των Α. Χ. Κ., Θ. χήρας Χ. Κ. και Μ. Χ. Κ., δυνάμει του .../15-3-1957 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μυρτουντίων Δημητρίου Κατσιάπη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στους εν λόγω δικαιοπαρόχους των ως άνω πωλητών το προαναφερόμενο ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1927, άνευ διαθήκης, Χ. Κ., συζύγου της δεύτερης και πατρός των λοιπών. 4) Από το Γ. Κ. Κ. με το .../17-6-1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μυρτουντίων Ευθυμίου Πανουτσοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε ένα αγροτικό ακίνητο, εκτάσεως 128.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Καλαμιά" ή "Λαγού Πήδημα" ή "Φουρνιά" της ιδίας ως άνω κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με ελαιώνα και αγρό δέον πωλητού, επί πλευράς μέτρων 355, δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 450, νότια με ρέμα και πέραν τούτου με αγρό υιών Ν. Π., πρότερον και ήδη αγοραστού και με αγρό Σ. Α., επί πλευράς μέτρων 285 και βόρεια με αγρό Α. Κ., επί πλευράς μέτρων 370. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στον ως άνω πωλητή εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1936, άνευ διαθήκης, πατρός του Κ. Δ. Κ.. 5) Από τους Α., Β., Κ., Δ., Ν. Κ. του Δ. και Β. χήρα Δ. Κ. με το .../17-6-1964 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε ένα αγροτικό ακίνητο, εκτάσεως 105.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Ριζοσπήλια" ή "Πρωτογύρου" ή "Λαγού Πήδημα" ή "Φουρνιά" της ιδίας ως άνω κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με λογκώδη έκταση και βοσκότοπο ιδίων πωλητών, επί πλευράς- μέτρων 345, δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 230, νότια με περιοχή του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού και ιδιοκτησία συνεχομένη των ιδίων πωλητών, επί πλευράς μέτρων 360 και βόρεια με αγρούς αδελφών Π. πρότερον και ήδη ιδίου αγοραστού, επί πλευράς μέτρων 440. Στους ως άνω πωλητές εν λόγω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1940, άνευ διαθήκης, Δ. Κ. Κ., πατρός των πέντε πρώτων και συζύγου της τελευταίας και δη κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου εις έκαστο των πέντε πρώτων και κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου στην τελευταία. Στο Δ. Κ. Κ. το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει το έτος 1900 εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του πατρός του Κ. Δ. Κ.. 6) Από τον Α. Κ. του Χ. με το υπ' αριθμ. .../27-6-1964 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα αγόρασε: α) έναν αγρό, εκτάσεως 12.870 τ.μ. κείμενο στη θέση "Βαριές" της ιδίας ως άνω κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό Χ. συζ. Π. Λ., επί πλευράς μέτρων 39, δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 39, βόρεια με αγρό του ιδίου, επί πλευράς μέτρων 330 και νότια με αγρό Γ. Κ. Κ., β) έναν αγρό, εκτάσεως 56.600 τ.μ., κείμενο στην ίδια θέση, που συνόρευε ανατολικά με αγρό του ιδίου επί πλευράς μέτρων 240, δυτικά με θάλασσα επί πλευράς μέτρων 180, βόρεια με αγρό Β. Π. Π. και αγρό ιδίου, επί πλευράς μέτρων 240 και νότια με αγρούς Χ. Π. Λ. και του ιδίου, επί πλευράς μέτρων 360, γ) έναν αγρό, εκτάσεως 100.120 τ.μ., κείμενο στην ιδία θέση, που συνόρευε ανατολικά με αγρό Β. Π. Π., με αγρό και ελαιώνα ιδίου ιδιοκτήτη Α. Κ. και με αγρό Β. Κ., επί πλευράς μέτρων 235, δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 300, βόρεια με αγρούς κληρονόμων Δ. Κ. Κ., επί πλευράς μέτρων 375 και νότια με αγρό Β. Π. Π. και με αγρό του ιδίου, επί πλευράς μέτρων 360, δ) έναν αγρό, εκτάσεως 12.390 τ.μ., κείμενο στη θέση "Παληοσταφίδα" της ιδίας ως άνω κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό του ιδίου, επί πλευράς μέτρων 42, δυτικό με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 42, βόρεια με αγρό Β. Κ. Κ., επί πλευράς μέτρων 295 και νότια με αγρό Χ. συζ. Π. Λ., επί πλευράς μέτρων 295. Στον ως άνω πωλητή τα εν λόγω ακίνητα περιήλθαν εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1927, άνευ διαθήκης, πατρός του Χ. Δ. Κ.. 7) Από τη Χ. Κ. συζ. Π. Λ. με το .../27-6-1964 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε: α) έναν αγρό, εκτάσεως 1092 τ.μ., κείμενο στη θέση "Βαριές" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό της ιδίας επί πλευράς μέτρων 39, δυτικά με αγρό Α. Κ., επί πλευράς μέτρων 39, βόρεια με αγρό Α. Κ., επί πλευράς μέτρων 28 και νότια με αγρό Γ. Κ. Κ., β) έναν αγρό, εκτάσεως 19.000 τ.μ., κείμενο στην ίδια θέση, που συνόρευε ανατολικά με αγρό Α. Κ., επί πλευράς μέτρων 57, δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 57, βόρεια με αγρό Α. Κ., επί πλευράς μέτρων 332 και νότια με αγρό Α. Κ. και γ) έναν αγρό, εκτάσεως 29.000 τ.μ. κείμενο στη θέση "Παληοσταφίδα", της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό της ιδίας, με αγρό Β. Π. Π., επί συνολικής πλευράς μέτρων 98, δυτικά με θάλασσα επί πλευράς μέτρων 98, βόρεια με αγρό Α. Κ. επί πλευράς μέτρων 295 και νότια με αγρό αδελφών Κ. επί ίσης πλευράς. Στην ως άνω πωλήτρια περιήλθαν τα εν λόγω ακίνητα εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1927, άνευ διαθήκης, πατρός της Χ. Δ. Κ., 8) Από τους Α., Β., Κ., Δ., Ν. Κ. του Δ. και Β. χήρα Δ. Κ. με το .../8-8-1964 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 23.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Παληοσταφίδα" της ιδίας ως άνω κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό Β. Κ. Κ., δυτικά με θάλασσα, βόρεια με αγρό Β. Κ. Κ. και νότια με αγρό πρώην Α. Χ. Κ. και ήδη Ν. Ο. (αγοραστού) και με αγρό Β. Κ.. Στους ως άνω πωλητές το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1940, άνευ διαθήκης, Δ. Κ. Κ., πατρός των πέντε πρώτων και συζύγου της τελευταίας και δη κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου εις έκαστο των πέντε πρώτων και κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου στην τελευταία. Στο Δ. Κ. Κ. είχε περιέλθει το έτος 1925 εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του πατρός του Κ. Δ. Κ.. 9) Από το Β. Κ. Κ. με το .../10-8-1964 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε ένα αγρό ξηρικό, εκτάσεως 25.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Παληοσταφίδα" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 90, βόρεια με αγρό Κ. Π. Π., επί πλευράς μέτρων 275, νότια με αγρό πρότερον Α. Κ. και ήδη αγοραστού Ν. Ο., επί πλευράς μέτρων 275 και ανατολικό με συνεχόμενο αγρό ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 90. Στον ως άνω πωλητή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε το έτος 1925 εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του πατρός του Κ. Δ. Κ., στον οποίο είχε περιέλθει εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1900, άνευ διαθήκης, πατρός του Δ. Κ.. 10) Από τους Α., Β., Κ., Δ., Ν. Κ. Δ. και Β. χήρα Δ. Κ. με το .../17-9-1964 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 45.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Βλαχοκαλύβες" της ιδίας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό Δ. Π., δυτικά με περιοχή Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, βόρεια με αγρό ιδιοκτησίας Ν. Π. Ο. και νότια με αγρό Δ. Π.. Στους ως άνω πωλητές το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1940, άνευ διαθήκης, Δ. Κ. Κ., πατρός των πέντε πρώτων και συζύγου της τελευταίας και δη κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου εις έκαστο των πέντε πρώτων και κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου στην τελευταία. 11) Από το Σ. Κ. Α., με το .../13-7-1964 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 38.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "ΒΑΤΟΥΧΙΑ" της ιδίας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με θαμνώδη έκταση Γ. Λ. και Π. Λ., βόρεια με θαμνώδη έκταση Ν. Ο. (αγοραστού), δυτικά με αγρό Κ. Π. και με θάλασσα και νότια με αγρούς ’. Π. Π. και αδελφών Α. Μ.. Στον ως άνω πωλητή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1921, άνευ διαθήκης, πατρός του Κ. Σ. Α., στον οποίο είχε περιέλθει εκ κληρονομιάς του προ αμνημονεύτων ετών αποβιώσαντος, άνευ διαθήκης πατρός του Σ. Α.. 12) Από τον Κ. Π. του Π. με το .../1-8-1964 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 16.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "ΒΑΤΟΥΧΙΑ" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε βόρεια με αγροτική έκταση πρώην Σ. Α. και ήδη αγοραστού Ν. Ο., νότια με αγρούς Γ. Β. Π. και Γ. Π. Π., ανατολικά με αγρό πρώην Σ. Α. και ήδη αγοραστού Ν. Ο. και δυτικά με θάλασσα. Στον ως άνω πωλητή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε το έτος 1925 εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του πατρός του Π. Π. Π., στον οποίο είχε περιέλθει εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός του το έτος 1900, άνευ διαθήκης, Π. Π. Π.. 13) Από το Δ. Π. του Σ., με το υπ' αριθμ. .../9- 6-1964 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 70.750 τ.μ. κείμενο στη θέση "Κουμαριά" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε νότια με περιοχή Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, δυτικά με περιοχή Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, βόρεια με συνεχόμενο αγρό ιδίου πωλητού και ανατολικά με συνεχόμενο αγρό ιδίου πωλητού και πέραν αυτού με αγρόκτημα (ελαιώνα) Β. Π. και Α. Π.. Στον ως άνω πωλητή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1900, άνευ διαθήκης, πατρός του Σ. Π. Π. και κατόπιν έκτοτε ατύπου διανομής της πατρικής κληρονομιαίας περιουσίας μεταξύ των λοιπών συγκληρονόμων. 14) Από τον Π. Χ. Λ., δυνάμει του .../27-1-1965 συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 13.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Κουτσουπιά" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρούς Γ. Π. Λ. και Π. Σ. Λ., επί συνολικής πλευράς μέτρων 50, ως έγγιστα, βόρεια με συνεχόμενο αγρό του ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 260, ως έγγιστα, δυτικά με περιοχή θαλάσσης, επί πλευράς μέτρων 50, ως έγγιστα και νότια με συνεχόμενο αγρό του ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 260. Στον ως άνω πωλητή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1920 πατρός του Χ. Π. Λ., 15) Από τον Ν. Π. Π., με το .../28-1-1965 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 12.000 τ.μ. κείμενο στη θέση "ΒΑΤΟΥΧΙΑ" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρούς Γ. Λ. και Π. Λ., βόρεια με αγρό Γ. Β. Π., δυτικά με θάλασσα και νότια με αγρό Κ. Π.. Στον ως άνω πωλητή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε το έτος 1915 εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του πατρός του Π. Π.. 16) Από το Λ. Χ. Λ., με το .../2-2-1965 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 13.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "Κουτσουπιά" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό Π. Σ. Λ., επί πλευράς μέτρων 50, ως έγγιστα, βόρεια με αγρό κληρονόμων Η. Χ. Λ., επί πλευράς μέτρων 260, ως έγγιστα, δυτικά, με περιοχή θαλάσσης, επί πλευράς μέτρων 50, ως έγγιστα και νότια με αγρό αγοραστού Ν. Ο., επί πλευράς μέτρων 260. Στον ως άνω πωλητή το εν λόγω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1920 πατρός του Χ. Π. Λ. 17) Από το Δ. Σ. Π., με το .../11-2-1965 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε α) έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 28.800 τ.μ., κείμενο στη θέση "Βρυτσούλια" της ίδιας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό του ιδίου του πωλητού, επί πλευράς μέτρων 80, βόρεια με αγρό ωσαύτως του ιδίου του πωλητού επί πλευράς μέτρων 360, δυτικά με αγρό του αγοραστού Ν. Ο., επί πλευράς μέτρων 80 και νότια με αγρό ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 360, β) έναν αγρό ξηρικό εκτάσεως 16.800 τ.μ., κείμενο στην ίδια θέση, που συνόρευε ανατολικά με αγρό ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 80, βόρεια με αγρό ιδίου ωσαύτως πωλητού, επί πλευράς μέτρων 200, δυτικά με αγρό αγοραστού Ν. Ο., επί πλευράς μέτρων 80 και νότια με αγρό ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 200 και γ) έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 9.000 τ.μ., κείμενο στην ίδια θέση, που συνόρευε ανατολικά με αγρό ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 90, βόρεια με αγρό ιδίου ωσαύτως πωλητού, επί πλευράς μέτρων 100, δυτικά με αγρό αγοραστού Ν. Ο., επί πλευράς μέτρων 90 και νότια με αγρό ιδίου πωλητού, επί πλευράς μέτρων 100. Στον εν λόγω πωλητή τα ως άνω ακίνητα περιήλθαν εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1900, άνευ διαθήκης, πατρός του Σ. Π. Π.. 18) Από το Γ. Π. Π., με το .../24-2- 1965 συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε έναναγρό ξηρικό, εκτάσεως 16.000 τ.μ., κείμενο στη θέση "ΒΑΤΟΥΧΙΑ" της ιδίας κτηματικής περιφέρειας, που συνόρευε ανατολικά με αγρό Γ. Π., επί πλευράς μέτρων 130, δυτικά με θάλασσα, επί πλευράς μέτρων 63, βόρεια με αγρό αγοραστού Ν. Ο., πρώην Κ. Π., επί πλευράς μέτρων 210 και νότια με αγρό Β. Λ. και με λαγκάδι και εντεύθεν του λαγκαδίου με αγρό Ε. Π., επί πλευράς μέτρων 210. Στον εν λόγω πωλητή το ως άνω ακίνητο περιήλθε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1900, άνευ διαθήκης, πατρός του Π. Π. Π.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση, η οποία περιλαμβάνεται στις ως άνω συνεχόμενες εδαφικές παραθαλάσσιες εκτάσεις, είναι συνολικής εκτάσεως 429.000 τ.μ., κείται στις αγροτικές θέσεις "Φουρνιά", "Λαγοπήδημα", "Παληοσταφίδα", "Καλαμιά" και "Πρωτόγερος" της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Κάστρου Ηλείας και αποτελείται από τα κατωτέρω τεμάχια, τα οποία εμφαίνονται στο από 18-3- 1965 τοπογραφικό διάγραμμα του Δασάρχη Πύργου, ήτοι: 1) εκτάσεως 121.500 τ.μ. κειμένης τη θέση "Φουρνιά" και οριοθετουμένης ανατολικά με δημόσια δασική έκταση, αναγνωρισθείσα με τις 415/1965 και 173/1968 αποφάσεις του Προέδρου Πρωτοδικών Αμαλιάδας, υπό στοιχεία Α, Α3, Β και Γ και αγρούς εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, δυτικά με αιγιαλό, βόρεια με δημόσια δασική έκταση και νότια με αγρό αναιρεσίβλητης, με αναγνωρισθείσα με τις ως άνω αποφάσεις δημόσια δασική έκταση με στοιχεία ΔΙ, Δ2, Δ3, Δ4, με ρέμα και εκείθεν όρια του υπ' αριθμ. 2 κατωτέρω περιγραφομένου τεμαχίου, 2) εκτάσεως 82.400 τ.μ., κειμένης στη θέση "Λαγοπήδημα" και οριοθετουμένης ανατολικά με δημόσια δασική έκταση αναγνωρισθείσα με τις ως άνω αποφάσεις και αγρό εναγομένης, δυτικά με αιγιαλό, βόρεια με ρέμα και πέραν τούτου με τεμάχιο υπ' αριθμ. 1 και νότια με αναγνωρισθείσα δημόσια δασική έκταση, 3) εκτάσεως 9.000 τ.μ., κειμένης στην αυτή ως άνω θέση και οριοθετουμένης ανατολικά με αναγνωρισθείσα έκταση με τις προαναφερόμενες αποφάσεις υπό στοιχείο Α, δυτικά με ομοίως αναγνωρισθείσες εκτάσεις υπό στοιχεία Ζ1 και Ε7, βόρεια ομοίως με έκταση υπό στοιχείο Κ και νότια με δημόσια δασική έκταση και αγρούς αναιρεσίβλητης, 4) εκτάσεως 8.900 τ.μ., κειμένης στην αυτή ως άνω θέση και οριοθετουμένης ανατολικά με αγρούς αναιρεσίβλητης, δυτικά με αιγιαλό, βόρεια με αναγνωρισθείσα έκταση με τις προαναφερόμενες αποφάσεις υπό στοιχεία Θ1 και 02 και νότια με δημόσια δασική έκταση και αγρό Τ. Λ., 5) εκτάσεως 8.200 τ.μ., κειμένης στη θέση "Παλιοσταφίδα" και οριοθετουμένης ανατολικά με αγρούς εναγομένης, δυτικά με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση, βόρεια με δημόσια δασική έκταση και νότια με αναγνωρισθείσα ως άνω δημόσια δασική έκταση υπό στοιχεία Μ, Ξ, Ο, 6) εκτάσεως 600 τ.μ., κειμένης στην αυτή ως άνω θέση και οριοθετουμένης ανατολικά με αγρούς αναιρεσίβλητης, δυτικά με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Ο, βόρεια με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση και νότια με αγρούς αναιρεσίβλητης, 7) εκτάσεως 2.300 τ.μ., κειμένης στην αυτή ως άνω θέση και οριοθετουμένης ανατολικά με αγρούς αναιρεσίβλητης, δυτικά με αγρούς αναιρεσίβλητης, με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Α5 και αγρούς αναιρεσίβλητης, βόρεια με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Α4 και νότια με αγρούς αναιρεσίβλητης. 8) εκτάσεως 105.200 τ.μ., κειμένης στη θέση "Καλαμιά" και οριοθετουμένης ανατολικά με αγρούς αναιρεσίβλητης και αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Υ2, δυτικά με αιγιαλό, βόρεια με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχεία Σ3, Σ2 και όρια τμήματος 2 και νότια με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχεία Υ5, Υ4 και Υ3, 9) εκτάσεως 17.400 τ.μ., κειμένης στην αυτή ως άνω θέση και οριοθετουμένης ανατολικά με αγρούς αναιρεσίβλητης, δυτικά με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχεία ΤΙ, Τ2 και Υ2, βόρεια με αγρούς αναιρεσίβλητης και νότια με ρέμα, 10) εκτάσεως 2000 τ.μ., κειμένης στη θέση "Πρωτόγερος" και οριοθετουμένης ανατολικό με αγρούς αναιρεσίβλητης, δυτικά με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Υ5, βόρεια με ρέμα και νότια με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Φ2, 11) εκτάσεως 11.300 τ.μ., κειμένης στην αυτή ως άνω θέση και οριοθετουμένης ανατολικά με δημόσια δασική έκταση, δυτικά με αγρούς αναιρεσίβλητης, βόρεια με δημόσια δασική έκταση και νότια με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Π2, αγρούς αναιρεσίβλητης και αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχείο Φ2, 12) εκτάσεως 59.600 τ.μ., κειμένης στην αυτή ως άνω θέση και οριοθετουμένης ανατολικά με αγρούς αναιρεσίβλητης, δυτικά με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχεία XI και Χ2 και αιγιαλό, βόρεια με αναγνωρισθείσα ως άνω έκταση υπό στοιχεία Υ3, Υ4, Υ5 και ΦΙ και αγρούς αναιρεσίβλητης και νότια με δημόσια δασική έκταση διαχειριζόμενη υπό του Ε.Ο.Τ. Η αρχική έκταση καθώς και η επίδικη των 429.000 τ.μ. ανήκε αρχικό στο ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο και δη από το έτος 1830, δηλαδή από την απελευθέρωση των Ελλήνων από τους Τούρκους. Από το έτος 1850 μετοίκησαν στην ευρύτερη περιοχή της Κοινότητας Κάστρου Ηλείας διάφορες οικογένειες, προερχόμενες από την Κεφαλλονιά, τη Λευκάδα και τα Καλάβρυτα, μεταξύ των οποίων και εκείνες των Λ., Π., Κ. και Α. και αφού εγκαταστάθηκαν στην επίδικη περιοχή, λόγω αδρανείας του τότε νέου Ελληνικού Κράτους, κατέλαβαν αυτή και εν συνεχεία, αφού τη διαχώρισαν, την εκχέρσωσαν και άρχισαν να την καλλιεργούν με δημητριακά, εκείνη δε την περιοχή που ήταν μερικώς δασοσκεπής την χρησιμοποιούσαν για την βοσκή των ποιμνίων τους. Χρόνο με το χρόνο η περιοχή διαμορφώθηκε ως ιδιοκτησία των Λ., των Π., των Α. και των Κ. και έτσι δημιουργήθηκε κοινή πεποίθηση ότι οι επί μέρους αυτές ιδιοκτησίες ανήκουν πλέον στους κατόχους τους, οι οποίοι και εμφανίζονταν να τις εξουσιάζουν και να ασκούν όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήση τους. Ήδη από το έτος 1890 οι γόνιμες εκτάσεις έγιναν αντικείμενο συναλλαγής, άλλοτε ατύπως, άλλοτε με συμβόλαια (βλ. .../1999, .../1903, .../1903, .../1905 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Μυρτουντίων Γεωργίου Παπαδόπουλου), εκ των οποίων προκύπτει η μακροχρόνια κατοχή ορισμένων επιδίκων τοποθεσιών από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του Ν. Ο.. Ολόκληρη την ως άνω έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη των 429.000 τ.μ., νεμήθηκαν συνεχώς και αδιαλείπτως: 1) Οι Π. Π. Λ. και Σ. Π. Λ., κατά τα 98.000 τ.μ. και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι τα έτη 1953 και 1954 αντιστοίχως, που απεβίωσαν άνευ διαθήκης. Τα τέκνα τους - πωλητές Γ. Π. Λ. και Π. Σ. Λ. αντιστοίχως, κατά ποσοστό 1Λ εξ αδιαιρέτου έκαστος, με διάνοια κυρίου από τα έτη 1953 και 1954 αντιστοίχως και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθέντες την κληρονομιά τους δια της αναμίξεώς τους σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 2) Ο Αλέξανδρος Λ., κατά τα 20.524,57 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ του έτους 1902, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του - πωλητής Γ. Α. Λ. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1902 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 3) Ο Αλέξανδρος Λ., κατά τα 29.144,25 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ του έτους 1902, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του - πωλητής Αλέξανδρος Α. Λ. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1902 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 4) Ο Η. Χ. Λ., κατά τα 18.000,52 τ.μ. και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1958, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως η σύζυγος του Α. χήρα Η. Λ. και τα τέκνα του Λ. Η. Λ., Χ. Η. Λ., Β. Η. Λ. και Ν. Η. Λ. (πωλητές), κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/16 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών, με διάνοια κυρίου από το έτος 1958 και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθέντες την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς τους σ' αυτή με πρόθεση συγκληρονόμων. 5) Ο Γ. Χ. Λ.ς, κατά τα ως άνω 18.000,52 τ.μ. και κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1943, που απεβίωσε. Ακολούθως ο υιός του - πωλητής Χ. Γ. Λ., κατά το ως άνω ποσοστό, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1943 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, 6) Ο Χ. Λ., κατά τα ως άνω 18.000,52 τ.μ. και κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1920 που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως οι υιοί του - πωλητές Π. Χ. Λ. και Λ. Χ. Λ., κατά το ως άνω ποσοστό, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1920 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια δε κυρίου εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθέντες την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς τους σ' αυτή με πρόθεση συγκληρονόμων. 7) Ο Ι. Λ., κατά τα 13.964,60 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1927, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του - πωλητής Α. Ι. Λ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1927 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, 8) Ο Χ. Π. Λ., κατά τα 108.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1920, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του - πωλητής Λ. Χ. Λ.ς, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1920 και μέχρι την 23- 2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 9) Ο Χ. Δ. Κ., κατά τα 51.350 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1927, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Η σύζυγος του Θ. χήρα Χ. Κ. και τα τέκνα του Α. Χ. Κ. και Μ. Χ. Κ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1927 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1957, αποδεχθέντες την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς τους σ' αυτή με πρόθεση συγκληρονόμων. Ακολούθως οι Π., Χ., Λ., Δ., Γ. και Θ. Π. του Ν., (πωλητές), με διάνοια κυρίου από το έτος 1957, που περιήλθε σ' αυτούς εξ αγοράς παρά των ως άνω κληρονόμων του Χ. Κ. και μέχρι το έτος 1964. 10) Ο Κ. Δ. Κ., κατά τα 128.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1936, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του Γ. Κ. Κ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1936 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 11) Ο Κ. Δ. Κ., κατά τα 105.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ του έτους 1925, που το εν λόγω τεμάχιο παραχώρησε ατύπως στον υιό του Δ. Κ. Κ., ο τελευταίος δε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1925 και μέχρι το έτος 1940, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως η σύζυγος του Β. χήρα Δ. Κ. και τα τέκνα του Α., Β., Κ., Ν. Κ. του Δ. και Δ. Κ. του Δ. - πωλητές, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1940 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/20 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών, αποδεχθέντες την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς τους σ' αυτή με πρόθεση συγκληρονόμων. 12) Ο Χ. Δ. Κ., κατά τα 12.870 τ.μ., 56.600 τ.μ., 100.120 τ.μ. και 12.390 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1927, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του Α. Κ. του Χ. - πωλητής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1927 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 13) Ο Χ. Δ. Κ., κατά τα 1092 τ.μ., 19.000 τ.μ. και 29.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1927, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως η θυγατέρα του Χ. Κ. συζ. Π. Λ. - πωλήτρια, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1927 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείσα την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς της σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 14) Ο Κ. Δ. Κ., κατά τα 23.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1925, που το εν λόγω τεμάχιο παραχώρησε ατύπως στον υιό του Δ. Κ. Κ., ο τελευταίος δε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1925 και μέχρι το έτος 1940, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως η σύζυγος του Β. χήρα Δ. Κ. και τα τέκνα του Α., Β., Κ., Ν. Κ. του Δ. και Δ. Κ. του Δ. - πωλητές, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1940 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/20 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών, αποδεχθέντες την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς τους σ' αυτή με πρόθεση συγκληρονόμων. 15) Ο Δ. Κ., κατά τα 25.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πόστη πλέον των τριάντα ετών προ του έτους 1900, που απεβίωσε άνευ διαθήκης, ο υιός του Κ. Δ. Κ. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1900 μέχρι το έτος 1925, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. Ο υιός του Β. Κ. Κ. - πωλητής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1925, που περιήλθε σ' αυτόν εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του ως άνω πατρός του και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964. 16) Ο Κ. Δ. Κ., κατά τα 45.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1925, που το εν λόγω τεμάχιο παραχώρησε ατύπως στον υιό του Δ. Κ. Κ., ο τελευταίος δε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1925 και μέχρι το έτος 1940, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως η σύζυγος του Β. χήρα Δ. Κ. και τα τέκνα του Α., Β., Κ., Ν. Κ. του Δ. και Δ. Κ. του Δ. - πωλητές, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1940 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/20 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών, αποδεχθέντες την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς τους σ' αυτή με πρόθεση συγκληρονόμων. 17) Ο Κ. Σ. Α., κατά τα 38.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1921, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του Σ. Κ. Α. - πωλητής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1921 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 18) Ο Π. Π. Π., κατά τα 16.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών μέχρι το έτος 1900, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ο υιός του Π. Π. Π. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1900 και μέχρι το έτος 1925, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. Ο υιός του Κ. Π. του Π. - πωλητής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1925, που περιήλθε σ' αυτόν εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του ως άνω πατρός του και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964. 19) Ο Σ. Π. Π., κατά τα 70.750 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών μέχρι το έτος 1900, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του Δ. Π. του Σ. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1900, που περιήλθε σ' αυτόν κατόπιν ατύπου διανομής της πατρικής κληρονομιαίας περιουσίας μεταξύ των λοιπών συγκληρονόμων, μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1964. 20) Ο Χ. Π. Λ., κατά τα 13.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1920, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του - πωλητής Π. Χ. Λ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1920 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1965, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 21) Ο Π. Π. Π., κατά τα 12.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών μέχρι το έτος 1900, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ο υιός του Π. Π. Π. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1900 και μέχρι το έτος 1915, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. Ο υιός του Ν. Π. του Π. - πωλητής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1915, που περιήλθε σ' αυτόν εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του ως άνω πατρός του και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1965. 22) Ο Χ. Π. Λ. κατά τα 13.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών προ της 11-9-1915 και μέχρι το έτος 1920, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του Λ. Χ. Λ.ς - πωλητής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1920 και μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1965, αποδεχθείς την κληρονομιά του δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. 23) Ο Σ. Π. Π., κατά τα 28.800 τ.μ., 16.800 τ.μ. και 9.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών μέχρι το έτος 1900, που απεβίωσε άνευ διαθήκης. Ακολούθως ο υιός του - πωλητής Δ. Σ. Π. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1900, που περιήλθε σ' αυτόν κατόπιν ατύπου διανομής της πατρικής κληρονομιαίας περιουσίας μεταξύ των λοιπών συγκληρονόμων, μέχρι την 23-2-1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1965. 24) Ο Π. Π. Π., κατά τα 16.000 τ.μ., με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πλέον των τριάντα ετών μέχρι το έτος 1900, που απεβίωσε. Ο υιός του Π. Π. Π. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1900 και μέχρι το έτος 1925, αποδεχθείς την κληρονομιά δια της αναμίξεώς του σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου. Ο υιός του Γ. Π. Π. - πωλητής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το έτος 1925, που περιήλθε σ' αυτόν εξ ατύπου παραχωρήσεως παρά του ως άνω πατρός του και μέχρι την 23.2.1946, με διάνοια κυρίου δε εφεξής και μέχρι το έτος 1965. Όλοι οι ανωτέρω, ήτοι οι πωλητές, καθώς και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν στη μείζονα ως άνω έκταση, καθώς και στην επίδικη των 429.000 τ.μ., όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους διακατοχικές πράξεις, ειδικότερα δε καλλιεργούσαν αυτές με δημητριακά, χρησιμοποιούσαν αυτές ως βοσκότοπους για τη βοσκή των ποιμνίων τους ή την εκμίσθωναν σε τρίτους για βοσκή και είχαν εγκαταστήσει μέσα σε αυτές ποιμνιοστάσια, αφού προηγουμένως είχαν εκχερσώσει την πέριξ περιοχή. Με τον τρόπο αυτό οι απώτεροι αλλά και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του αγοραστή Ν. Ο., έγιναν κύριοι των ως άνω επιδίκων εκτάσεων με έκτακτη χρησικτησία από το έτος 1915. Καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, δηλαδή από το έτος 1850 μέχρι το έτος 1965, ενώ οι δικαιοπάροχοι του Ν. Ο. κατείχαν και ενέμοντο την επίδικη έκταση αδιαταράκτως, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον αδράνησε πλήρως και δια των οργάνων του δεν προέβη σε καμία πράξη νομής ή κατοχής, μάλιστα δε στις παραχωρηθείσες από το έτος 1920 από την αρμόδια δασική υπηρεσία, δασικές εκτάσεις ουδόλως περιελήφθη ως παραχωρηθείσα κάποια τοποθεσία από τις επίδικες, δεδομένου ότι είχε δημιουργηθεί κοινή πεποίθηση ότι η έκταση αυτή είναι ιδιωτική και όχι δημόσια, αφού από μακρού χρόνου και δη από το έτος 1850 είχαν εγκατασταθεί μέσα σε αυτή ποιμένες, οι οποίοι είχαν προβεί στη δημιουργία ποιμνιοστασίων και στην εκχέρσωση των πέριξ αυτών (ποιμνιοστασίων), την οποία καλλιεργούσαν κυρίως με δημητριακό. Όμως, την 18-3-1965 η Δ/νση Δασών Πύργου εξέδωσε κατά του Ν. Ο. πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής για μια περιοχή, εκτάσεως 708.750 τ.μ., στην οποία περιλαμβανόταν και η επίδικη των 429.000 τ.μ., θεωρώντας αυτή ως δασική. Ο Ν. Ο. άσκησε ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και επ' αυτής εκδόθηκε η 25/1965 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή. Ακολούθως και μετά από έφεση του Ν. Ο. εκδόθηκε η 415/1965 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αμαλιάδας και η 173/1968 διορθωτική, οι οποίες δέχθηκαν ότι στην κυριότητα του ενάγοντος-αναιρεσείοντος ανήκουν όχι η επίδικη έκταση, αλλά διάφορα τμήματα, συνολικής εκτάσεως 160.217 τ.μ., τα οποία προσδιόρισε με ακρίβεια στο συνημμένο στην 173/1968 απόφαση από 18-3-1965 τοπογραφικό διάγραμμα του Δασάρχη Πύργου και ήδη αποτελούν αντικείμενο άλλης δίκης, η οποία δεν έχει περατωθεί ακόμη. Παράλληλα ασκήθηκε και ποινική δίωξη κατά των συμβαλλομένων στα ως άνω συμβόλαια για παράβαση του άρθρου 218 του τότε ισχύοντος Δασικού Κώδικος (αντιστοίχου 280 παρ. 1 του νυν ισχύοντος), ότι δηλαδή δημιούργησαν ανύπαρκτα δικαιώματα με ψευδείς τίτλους, πλην όμως όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν με την 337/1967 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το έτος 1969 ο Ν. Ο., με μικρή συμμετοχή του δικηγόρου Αθηνών Δημ. Δάμη, ίδρυσε την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΑΚΤΑΙ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ, ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", με σκοπό την ίδρυση και εκμετάλλευση ξενοδοχείων και τουριστικών εγκαταστάσεων. Στην εταιρεία αυτή εισέφερε έκταση 910.612 τ.μ., στην οποία περιλαμβανόταν και η επίδικη έκταση και συντάχθηκε η .../30-11-1968 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Νικολακοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Δύο έτη αργότερα ο Ν. Ο. με ανάλογη συμμετοχή του Δ. Δ., ίδρυσε την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΥΛΛΗΝΗ Α.Ε.", δηλαδή την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, με σκοπό ουσιαστικά τον ίδιο με εκείνο της προηγούμενης εταιρείας. Ακολούθως η ανώνυμη εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΑΚΤΑΙ" με τα .../15-1-1972 και .../18-11-1976 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης-Φρειδερίκης Έξαρχου που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην αναιρεσίβλητη μέρος της ως άνω συνολικής εκτάσεως των 760.612 τ.μ., ενώ η ίδια κράτησε έκταση 150.000 τ.μ., στην οποία και λειτουργεί μεγάλης δυναμικότητας ξενοδοχειακό συγκρότημα. Η ανώνυμη εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΑΚΤΑΙ" από το έτος 1968, όσο και η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία από το έτος 1972 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής ασκούσε επί της επίδικης έκτασης όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήσης της, ήτοι περιέφραξαν αυτή και σε συνδυασμό με το ξενοδοχειακό συγκρότημα που έχει ανεγερθεί 700 περίπου κλινών, είχαν προβεί σε διάφορες ενέργειες για τη δημιουργία έργων υποδομής". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία κατέστη κυρία της επίδικης έκτασης τόσο με παράγωγο τρόπο, δυνάμει των αναφερομένων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, που μεταγράφηκαν νόμιμα, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), και, αφού δέχτηκε την σχετική ένσταση της αναιρεσίβλητης περί ιδίας κυριότητας αυτής επί του επιδίκου και απέρριψε την ένδικη αγωγή, ακολούθως απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την εκκληθείσα από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν στέρησε από την απόφαση του την νόμιμη βάση της, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους απώτερους και άμεσους δικαιοπαρόχους της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής στη συγκεκριμένη περίπτωση των όρων των προαναφερθεισών διατάξεων του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου και του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Εφετείο με σαφήνεια δέχτηκε, ότι από το έτος 1850 μετοίκησαν στην ευρύτερη περιοχή της κοινότητας Κάστρου Ηλείας, διάφορες οικογένειες προερχόμενες από την Κεφαλλονιά, την Λευκάδα και τα Καλάβρυτα, μεταξύ των οποίων και εκείνες των απώτατων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης και αφού εγκαταστάθηκαν στην επίδικη περιοχή, την διαχώρισαν, την εκχέρσωσαν και άρχισαν να την καλλιεργούν με δημητριακά, εκείνη δε την περιοχή που ήταν μερικώς δασοσκεπής την χρησιμοποιούσαν για την βοσκή των ποιμνίων τους. Έτσι, δημιουργήθηκε κοινή πεποίθηση ότι οι επί μέρους αυτές ιδιοκτησίες, ανήκουν πλέον στους κατόχους τους, οι οποίοι και εμφανίζονταν να τις εξουσιάζουν και να ασκούν όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήση τους. Ήδη από το έτος 1890, οι γόνιμες εκτάσεις έγιναν αντικείμενο συναλλαγής, άλλοτε ατύπως, άλλοτε με συμβόλαια, από τα οποία προκύπτει η μακροχρόνια κατοχή στις επίδικες τοποθεσίες από τους αναφερόμενους απώτερους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης. Ολόκληρη την επίδικη έκταση των 429.000 τ.μ. νέμονταν οι παραπάνω πωλητές, που αναφέρονται στα ανωτέρω 18 συμβόλαια πωλήσεως, καθώς και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1850 μέχρι την 23-2-1946 διανοία κυρίων και με καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας τρίτου, μετά δε την 23-2-1946 και μέχρι το έτος 1965 διανοία κυρίων, ασκώντας επί της εκτάσεως αυτής όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήσης της, ήτοι καλλιεργούσαν αυτές με δημητριακά, χρησιμοποιούσαν αυτές ως βοσκοτόπους για τη βοσκή των ποιμνίων τους ή τις εκμίσθωναν σε τρίτους για βοσκή και είχαν εγκαταστήσει μέσα σε αυτές ποιμνιοστάσια, αφού προηγουμένως είχαν εκχερσώσει την πέριξ περιοχή. Με τον τρόπο αυτό οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης, έγιναν κύριοι των παραπάνω επιδίκων εκτάσεων με έκτακτη χρησικτησία και δη με τη συμπλήρωση στο πρόσωπό τους της τριακονταετούς καλόπιστης νομής αυτών πριν την 11-9-1915. Μάλιστα καθ' όλο το παραπάνω διάστημα από το έτος 1850 μέχρι 1965, ενώ οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης κατείχαν και νέμονταν την επίδικη έκταση αδιαταράκτως, το αναιρεσείον αδράνησε πλήρως και δια των οργάνων του δεν προέβη σε καμιά πράξη νομής ή κατοχής, μάλιστα δε στις παραχωρηθείσες από το έτος 1920 από την αρμόδια δασική υπηρεσία, δασικές εκτάσεις ουδόλως περιελήφθη ως παραχωρηθείσα κάποια τοποθεσία από τις επίδικες, δεδομένου ότι είχε δημιουργηθεί κοινή πεποίθηση ότι η έκταση αυτή είναι ιδιωτική και όχι δημόσια. Με τις προαναφερόμενες δε παραδοχές του Εφετείου κατονομάζονται σαφώς οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναφερομένων πωλητών-άμεσων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης και ο χρόνος της από αυτούς ασκήσεως πράξεων νομής επί των επιδίκων, ώστε να καθίσταται εφικτή η διαπίστωση της συμπλήρωσης ή μη στο πρόσωπό τους της τριακονταετούς καλόπιστης νομής αυτών πριν την 11-9-1915, και προσδιορίζεται ο νόμιμος τρόπος, με τον οποίο οι ως άνω πωλητές κατέστησαν διάδοχοι, καθολικοί ή ειδικοί, των αμέσων δικαιοπαρόχων τους, ώστε να καθίσταται δυνατόν να συνυπολογίσουν στο χρόνο της ιδίας αυτών νομής και εκείνον των δικαιοπαρόχων τους μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενώ επίσης σαφώς αναφέρονται τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση, δικαιολογούν την ειλικρινή πεποίθηση των ανωτέρω, ότι απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης έκτασης χωρίς να προσβάλλουν την κυριότητα τρίτου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, γιατί δεν έχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και ειδικότερα ότι αυτή δεν εξειδικεύει τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να θεμελιώσει το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την παραδοχή του αυτοτελούς ισχυρισμού της εναγομένης-αναιρεσίβλητης περί ιδίας κυριότητας της επίδικης έκτασης δέχτηκε, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1850 μέχρι την 23/2/1946 νέμονταν την επίδικη έκταση διανοία κυρίων και με καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας τρίτου, μετά δε την 23-2-1946 και μέχρι το έτος 1965 διανοία κυρίων, ασκώντας επί της εκτάσεως αυτής όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήσης της, και ότι με τον τρόπο αυτό οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης, έγιναν κύριοι της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία πριν από το έτος 1915, καίτοι τέτοιο αυτοτελή ισχυρισμό η αναιρεσίβλητη ουδέποτε είχε προβάλλει. Όμως, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσίβλητης προκύπτει, ότι η τελευταία είχε προβάλλει με τις προτάσεις της τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό και ειδικότερα είχε επικαλεστεί, ότι αποκλειστική κυρία του επιδίκου είχε καταστεί η ίδια με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμομένη τούτο μετά των δικαιοπαρόχων της διανοία κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως επί χρόνο μεγαλύτερο της εκατονταετίας, αρχομένου από του έτους 1850, όταν απέκτησαν τη νομή αυτού οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της, μέχρι και του χρόνου εγέρσεως της ένδικης αγωγής, με αναφορά στα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση, δικαιολογούν βάσει της καλόπιστης χρήσης την ειλικρινή πεποίθηση των ανωτέρω, ότι απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης έκτασης χωρίς να προσβάλλουν την κυριότητα τρίτου. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα (μειωμένα) δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2011 αίτηση για αναίρεση της 794/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή