Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 729 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως. Δόση του λόγου στον κατηγορούμενο πριν από την κρίση επί της ενοχής. Απόρριψη του σχετικού για απόλυτη ακυρότητα λόγου ως αβασίμου.




Αριθμός 729/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., κατοίκου..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυπριώτη, περί αναιρέσεως της 1403/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2003/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδάφ. α' του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται τι ακριβώς προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο. Δεν αποτελούν, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1403/2008 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις ... , στις 19-7-2003 και περί ώρα 11.45', η κατηγορουμένη, οδηγώντας το υπ'αριθμ. ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, εκινείτο σε ανώνυμη οδό από την Περιοχή "..." προς τον '... . 'Όταν έφθασε στη διασταύρωση της οδού αυτής με την κεντρική (ανώνυμη) οδό διπλής κατεύθυνσης που οδηγεί από το παλιό λιμεναρχείο προς τον '..., προτιθέμενη να ακολουθήσει πορεία στην τελευταία αυτή οδό για να κατευθυνθεί προς το Λιμάνι, παρότι αντιλήφθηκε ότι στο ρεύμα της προς τον '...εκινείτο το υπ'αριθμ. ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, και ενώ στην πορεία της πριν από την διασταύρωση υπήρχε πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (Ρ-2), δεν ακινητοποίησε το όχημά της προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης σ'αυτό, αλλά εισήλθε στη διασταύρωση, ενεργώντας "κλειστή" αριστερή στροφή, για να κινηθεί στο ρεύμα που οδηγούσε στο λιμάνι, με αποτέλεσμα να βρεθεί αιφνιδίως στην πορεία και στη λωρίδα κυκλοφορίας (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας) του κανονικά κινούμενου σ'αυτή (προς τον '... ) άνω μοτοποδηλάτου, ο οδηγός του οποίου, ..., που δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί έγκαιρα την κίνηση της κατηγορουμένης, γιατί η ορατότητά του εμποδιζόταν από οικοδομή που υπήρχε στα δεξιά του στη συμβουλή των άνω οδών- που επιχείρησε τροχοπέδηση και ελιγμό προς τ'αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση, να χάσει την ισορροπία του, να ανατραπεί το μοτοποδήλατό του, να καταπέσει στο οδόστρωμα και να υποστεί σωματικές βλάβες (κάταγμα κνημιαίων κονδύλων άμφω, κάταγμα άνω τμήματος κνήμης αριστερού γόνατος). Το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) της κατηγορουμένης, η οποία δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, και δεν διέκοψε, πριν από την είσοδο στην παραπάνω διασταύρωση την πορεία του μοτοποδηλάτου της, ενώ αντιλήφθηκε ότι στην οδό στην οποία επρόκειτο να εισέλθει εκινείτο κανονικά το μοτοποδήλατο του παθόντος και να ακινητοποιήσει αυτό (όχημά της), ώστε να παραχωρήσει στον τελευταίο, όπως είχε υποχρέωση προτεραιότητα και έτσι, προβαίνοντας στις άνω αντικανονικές ενέργειες και παραλείψεις δεν έδειξε την επιμέλεια που δείχνει κάτω από ανάλογες συνθήκες, κάθε μέτρια συνετός οδηγός και ήταν υποχρεωμένη να δείξει σύμφωνα με τους νομικούς κανόνες της οδήγησης (άρθρο 12 παρ.1, 4 παρ.3 (Ρ-2) του ΚΟΚ) και της κοινής πείρας και λογικής, την οποία μπορούσε από τις προσωπικές της ικανότητες να δείξει, για να το προβλέψει και να το αποφύγει. Τα περιστατικά αυτά και ειδικότερα το γεγονός ότι η κατηγορουμένη, αν και αντιλήφθηκε ότι στην κεντρική οδό στην οποία είχε πρόθεση να κατευθυνθεί εκινείτο το μοτοποδήλατο του παθόντος και παρόλα αυτά εισήλθε και κινήθηκε στη διασταύρωση, προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και δεν αναιρούνται από την κατάθεση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του μάρτυρα ... , αφού και αυτός, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι η κατηγορουμένη, "... είχε σταματήσει κανονικά στο STOP, μετά ξεκίνησε σιγά-σιγά από το STOP και μπήκε στο δρόμο που ερχόταν ο μηνυτής" και ότι "... όταν η κοπέλα έπαιρνε τη στροφή, ο μηνυτής ήταν στα 6-7 μέτρα", και τέλος, και η κατηγορουμένη, απολογούμενη στο Δικαστήριο αυτό, κατέθεσε ότι "... είδα το μηνυτή, ήταν στα δέκα (10) μ. περίπου... είχε περιθώριο να περάσω...", δηλαδή, εισήλθε στη διασταύρωση ενώ είχε αντιληφθεί το μοτοποδήλατο του παθόντος, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα, ότι "είχε περιθώριο να περάσει". Επομένως, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αξιόποινης πράξης που της αποδίδεται της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του παθόντος. Πρέπει όμως να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ, καθόσον αυτή μέχρι το χρόνο που έγινε η άνω πράξη έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή...".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και της επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο η κατηγορουμένη κηρύχθηκε ένοχη καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 παρ.1α, 315 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της ταχύτητας των μοτοποδηλάτων της κατηγορουμένης και του παθόντος, αφού η αμέλεια αυτής δεν εστιάζεται στην ταχύτητα με την οποία αυτή εκινείτο, αλλά στην παραβίαση της ενδεικτικής πινακίδας STOP η οποία υπήρχε στην πορεία της και στο γεγονός ότι δεν ακινητοποίησε το μοτοποδήλατο πριν την είσοδό της σε διασταύρωση, από δε την παράλειψή της αυτή παρεμβλήθηκε στην πορεία του κανονικώς κινούμενου μοτοποδηλάτου του παθόντος, ούτε ήταν αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση από πόση απόσταση αντιλήφθηκε το όχημα του παθόντος ή ο προσδιορισμός των συνθηκών κυκλοφορίας στην περιοχή του ατυχήματος. Τέλος από την παραδοχή της αποφάσεως ότι η σύγκρουση έγινε λόγω της άνευ ελέγχου εισόδου της κατηγορουμένης στην διασταύρωση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται σ' αυτήν εάν η κατηγορουμένη μπορούσε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό.
Συνεπώς, οι συναφείς αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και με τις οποίες αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμες και απορριπτέες, ενώ οι αιτιάσεις με τις οποίες η αναιρεσείουσα αξιολογεί διαφορετικά το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο, τέτοια ακυρότητα, λαμβανομένη και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (περ. δ'). Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η μη δόση του λόγου στον κατηγορούμενο μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας αμέσως και πριν από την κήρυξη του, ως ενόχου από το δικαστήριο (άρθρο 369 παρ. 1 ΚΠΔ), Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας για το ζήτημα της ενοχής της κατηγορουμένης δόθηκε κατά σειρά ο λόγος στον Εισαγγελέα και στη συνέχεια στο συνήγορο της κατηγορουμένης, ο οποίος αγόρευσε τελευταίος και ζήτησε την απαλλαγή της, ακολούθως δε και στην ίδια την κατηγορουμένη εάν ήθελε να προσθέσει κάτι προς υπεράσπισή της.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι ο διευθύνων τη συζήτηση δεν έδωσε στην αναιρεσείουσα ή στον συνήγορό της το λόγο για να μιλήσουν τελευταίοι είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 143/15-12-2008 αίτηση της ... , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1403/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή