Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1402 / 2010    (Α Ποιν. Διακ., Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Αιτιολογημένη καταδίκη αναιρεσείοντος για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Δικαιούχος εγκλήσεως είναι και ο εξ αναγωγής κομιστής της επιταγής. Αιτιολογημένη καταδίκη για ακάλυπτη επιταγή. Απόρριψη αίτησης.




Αριθμός 1402/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Τίγγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Ιουλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πιτταρά, περί αναιρέσεως της 2352/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 628/10.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 § 1 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεως του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972) "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω, δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρύθμισης, προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρείας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, της έκδοσης δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με τη νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Περαιτέρω από την διάταξη του άνω άρθρου 79 § 1 Ν. 5960/1933, η οποία θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεως της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν. Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενέστερων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Ο οπισθογράφος δε που πλήρωσε την επιταγή, δύναται επιπλέον να διαγράψει την οπισθογράφησή του, καθώς και τις οπισθογραφήσεις των επόμενων οπισθογράφων με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμα του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (άρθρα 19 και 47 παρ. 2 του Ν. 5960/1933). Αντίθετη άποψη, ότι δηλ. δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ. 1) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Τούτο δε διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής" θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Εξάλλου, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητώς, ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Στην ίδια διάταξη προστέθηκε με το παραπάνω άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, για την άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.-ΟλΑΠ 25, 29/2007 Πολιτ, ΑΠ 441/2009). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοια του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2352/2010 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ1 με την ιδιότητα του ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΙΤCC ΑΕ", στην Αθήνα εξέδωσε σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΙΑΣ ΕΠΕ", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον .... τις ακόλουθες επιταγές: 1) στις 15-8-2002 την με αριθμό ...επιταγή της τράπεζας Αττικής, ποσού 3.485,70 ευρώ, την οποία η νόμιμη κομίστρια εταιρεία δια του νομίμου εκπροσώπου της, εμφάνισε εμπροθέσμως προς πληρωμή στις 23-8-2002, στην πληρώτρια τράπεζα Αττικής, 2} στις 15-10-2002 την με αριθμό... επιταγή της τράπεζας Πειραιώς, ποσού 1.574,86 ευρώ, την οποία η νόμιμη κομίστρια εταιρεία δια του νομίμου εκπροσώπου της, εμφάνισε εμπροθέσμως προς πληρωμή στις 23-10-2002, στην πληρώτρια τράπεζα Πειραιώς. Προέκυψε δε, ότι οι ανωτέρω επιταγές, οι οποίες εμφανίστηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς πληρωμή από την ως άνω νόμιμη κομίστρια "ΤΡΙΑΣ ΕΠΕ", δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα. Μετά ταύτα κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο για το έγκλημα της εκδόσεως με πρόθεση ακάλυπτης επιταγής και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτουμένη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμένος, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκαμε την υπαγωγή τους στην αναφερομένη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 § 1 Ν. 5960/1933, όπως έχει αντικατασταθεί, την οποία εφήρμοσε. Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, η αναφορά "της σειράς των οπισθογραφήσεων των επίδικων επιταγών", αλλά αρκεί η παραδοχή ότι αυτές εμφανίστηκαν στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή από τη νόμιμη κομίστρια πιο πάνω εταιρεία (δια του νομίμου εκπροσώπου της), η οποία και υπέβαλε τη σχετική έγκληση. Το γεγονός δε ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, από προφανή παραδρομή, ότι οι επίδικες επιταγές εμφανίστηκαν προς πληρωμή "από τη νόμιμη κομίστρια ανώνυμη εταιρεία δια του νομίμου εκπροσώπου της", αντί του ορθού "από τη νόμιμη κομίστρια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης", δε στερεί αυτήν νόμιμης βάσης, αφού από το όλο περιεχόμενο της σαφώς προκύπτει ότι ως κομίστρια που εμφάνισε τις επίδικες επιταγές φέρεται η εγκαλούσα "ΤΡΙΑΣ ΕΠΕ".
Συνεπώς τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ για ελλιπή αιτιολογία της αποφάσεως και εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, λόγω των άνω πλημμελειών, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Οι περαιτέρω δε ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, (που περιέχονται στο αναιρετήριο), ότι τις επίδικες επιταγές δεν τις εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα η εν λόγω εταιρεία "ΤΡΙΑΣ ΕΠΕ", (όπως αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση), αλλά έτερα πρόσωπα προς τα οποία αυτές οπισθογραφήθηκαν και ότι η τελευταία (ως πληρώσασα τις επίδικες επιταγές) είναι εξ αναγωγής υπόχρεη και, επομένως, δεν είχε δικαίωμα υποβολής της σχετικής εγκλήσεως, είναι απορριπτέοι, ο πρώτος ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου και ο δεύτερος, διότι και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού κατά αναφερόμενα στην αρχή η ποινική δίωξη κατά του εκδότη ακάλυπτης επιταγής ασκείται ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε και είναι αδιάφορο, αν αυτός ήταν ο τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής που εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή, ή αν αυτός έγινε κομιστής αυτής, αφού πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-4-2010 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2352/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουλίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ