Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1176 / 2010    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια και για κατά συρροή σωματικές βλάβες από αμέλεια. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτεται η αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1176/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη. Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνης (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θεοδωρόπουλο, περί αναιρέσεως της 1740/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 281/10.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 του ΠΚ και 314 παρ.1 εδ. α' του ίδιου κώδικα, στις οποίες ορίζονται, αντίστοιχα, ότι όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου ποινικού κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει , όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν να προκληθεί θάνατος ή σωματική βλάβη σε άλλον, υποκειμενικά δε να διαπιστωθεί αφ' ενός, ότι ο δράστης δεν κατάβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την κοινή πείρα και τη λογική, αφ' ετέρου να διαπιστωθεί ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί αντικειμενικά σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, περιέχονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικές σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα. Ωστόσο, πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές , με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1740/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι ενός (21) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, για ανθρωποκτονία από αμέλεια και για σωματικές βλάβες από αμέλεια, κατά συρροή, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παρακάτω περιστατικά: "Στις 21/12/2002 και περί ώρα 13.00' η κατηγορουμένη οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της εκινείτο στην διπλής κατευθύνσεως, με οδόστρωμα συνολικού πλάτους 6,20 μ., ΝΕΟ ...-..., με κατεύθυνση από ... προς ... . Στην χθ 175 της παραπάνω οδού υπήρχαν επί του οδοστρώματος, στο ρεύμα πορείας όπου εκινείτο η κατηγορουμένη, δύο διαδοχικές λακκούβες, διαστάσεων 1,70 εκ.Χ 0,90 εκ. και 0,90X0,60, αντιστοίχως η πρώτη στο μέσον περίπου του οδοστρώματος και η δεύτερη στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος και σε απόσταση περί τα 30 εκ. από τη συνεχή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος με το ασφάλτινο έρεισμα της οδού. Η κατηγορουμένη φθάνοντας στο σημείο εκείνο, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέση συνετή οδηγός, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη της και επέφερε το θάνατο και τον τραυματισμό άλλων. Συγκεκριμένα, επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και είχε αναπτύξει μεγαλύτερη της επιτρεπομένης στο σημείο εκείνο της οδού ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων ανά ώρα, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την ύπαρξη στο οδόστρωμα και στο ρεύμα πορείας της των δύο προαναφερθεισών λακκουβών, οι οποίες, λόγω του μεγέθους τους, ήσαν εμφανείς από ικανή απόσταση, ώστε είτε να μειώσει την ταχύτητα του οχήματος της για να διέλθει ασφαλώς πάνω από αυτές, είτε να κάνει αποφευκτικό ελιγμό, ώστε, εάν της το επέτρεπαν οι συνθήκες κίνησης των άλλων οχημάτων επί της οδού, να διέλθει δίπλα από αυτές, αλλά διήλθε πάνω από αυτές με την αυξημένη, για τις συνθήκες στο συγκεκριμένο σημείο της οδού, ταχύτητα των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματος της και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς ...), να επιπέσει με σφοδρότητα με το πλάγιο αριστερό τμήμα του οχήματος της στο πλάγιο αριστερό τμήμα του με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ΑΑ και στη συνέχεια, συνεχίζοντας ανεξέλεγκτα την πορεία της να επιπέσει με το δεξιό εμπρόσθιο τμήμα αυτού στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ΒΒ. Ο τελευταίος εξ αιτίας της σύγκρουσης που δέχθηκε ακινητοποιήθηκε στο ασφάλτινο έρεισμα του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας της οδού προς ... και επέπεσε σε αυτό με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του το διερχόμενο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε η ΓΓ. Από τις διαδοχικές αυτές συγκρούσεις, για τις οποίες, ανεξαρτήτως τυχόν υπάρχουσας ή μη συνυπαιτιότητας των αρμοδίων υπαλλήλων της Διεύθυνσης Συντήρησης Αυτοκινητοδρόμων του ΥΠΕΧΩΔΕ, οι οποίοι δεν είχαν φροντίσει για την έγκαιρη επίστρωση των λακκουβών στο σημείο εκείνο της οδού, υπαίτια είναι η κατηγορουμένη, λόγω της προπεριγραφείσας αμελούς συμπεριφοράς που επέδειξε ως οδηγός, προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός της συνεπιβαίνουσας στο όχημα του ΒΒ, ΔΔ, η οποία υπέστη θλάση μυοκαρδίου, μαζικό αιμοθώρακα και καρδιαναπνευστική ανεπάρκεια, εξ αιτίας των οποίων, ως μόνων ενεργών αιτών, επήλθε ο θάνατος της. Επίσης, εξ αιτίας των αυτών ως άνω διαδοχικών συγκρούσεων προκλήθηκαν σωματικές βλάβες στους εκ των εμπλακέντων : 1) ΒΒ, ο οποίος υπέστη κακώσεις κάτω άκρων, 2) ΕΕ, η οποία ήταν επιβαίνουσα στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και υπέστη θλάση αυχενικής και σπονδυλικής μοίρας, και 3) ΓΓ, η οποία υπέστη κεφαλαλγία. Επομένως, η κατηγορουμένη, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για τις αποδιδόμενες σ' αυτήν αξιόποινες πράξεις, ήτοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τριών σωματικών βλαβών από αμέλεια, κατά συρροή". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά ή να αξιολογούνται χωριστά ή να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα του κάθε αποδεικτικού μέσου, όπως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. β, 28, 302 παρ. 1 και 314 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, τις οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Ειδικότερα, στην απόφαση επισημαίνονται οι πράξεις και παραλείψεις της κατηγορουμένης που τελούν σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την αιτία που προκάλεσε το εγκληματικό αποτέλεσμα, και συγκεκριμένα αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αμέλεια της αναιρεσείουσας, οι περιστάσεις (όπως η ύπαρξη στο οδόστρωμα και στο ρεύμα πορείας της των δύο λακκουβών, οι οποίες λόγω του μεγέθους τους και της ευθείας της οδού, χωρίς κανένα περιορισμό της ορατότητας για τους οδηγούς , ήταν εμφανείς από ικανή απόσταση) κάτω από τις οποίες οδηγούσε αυτή, οι οποίες καθιστούσαν, για το συγκεκριμένο σημείο της οδού, ανεπίτρεπτη τη μεγαλύτερη της επιτρεπομένης στο σημείο εκείνο της οδού ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων την ώρα και μάλιστα αυτή των 90 χιλιομέτρων την ώρα, με την οποία αυτή εκινείτο , η μη καταβολή της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει για να αντιληφθεί έγκαιρα τις λακκούβες και να μειώσει την ταχύτητα του οχήματος της ώστε να διέλθει ασφαλώς πάνω από αυτές ή να τις αποφύγει με αποφευκτικό ελιγμό, αν της επέτρεπαν οι συνθήκες της κίνησης άλλων οχημάτων στην οδό, με συνέπεια να διέλθει πάνω από τις λακκούβες με την αυξημένη για τις συνθήκες αυτές ταχύτητα των 90 χιλιομέτρων την ώρα, να χάσει τον έλεγχο του οχήματος της, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να επέλθει το παραπάνω αποτέλεσμα, το οποίο τελεί σε αντικειμενική αιτιώδη σύνδεση με την αμελή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, αφού χωρίς τη συνδρομή αυτής της συμπεριφοράς της δεν θα επερχόταν ούτε η θανάτωση της ΔΔ, ούτε ο τραυματισμός των λοιπών παθόντων. Από το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αβιάστως προκύπτει ότι η αμελής συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία επέφερε το παραπάνω αποτέλεσμα, συνίσταται στην ανάπτυξη, στο συγκεκριμένο σημείο της οδού, μεγαλύτερης της επιτρεπομένης ταχύτητας των 80 χιλιομέτρων την ώρα, και επομένως η εξειδίκευση της στο αιτιολογικό σε 90 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ως υπερβαίνουσα τα 100 χιλιόμετρα την ώρα, δεν αποτελεί αντίφαση που να δημιουργεί ασάφεια ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Εν όψει όλων αυτών οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που προβάλλονται με τους ίδιους λόγους αναίρεσης, κατά τις οποίες τα αναφερόμενα περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-2-2010 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1740/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή