Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2190 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Διαθήκη, Κληρονομία , Νομή.




Περίληψη:
Λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν παραδοχή του δικαστηρίου η οποία δεν στηρίζει το δικαστήριο της απόφασης και απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Εάν πλήττουν μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου είναι αβάσιμοι, στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Έννοια "ουσιωδών πραγμάτων" κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. (Επικυρώνει Εφ. Αθ. 8079/2007)




Αριθμός 2190/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ν.Π.Δ.Δ. (Ο.Τ.Α Α' βαθμού) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΛΑΙΟΥ ΦΑΛΗΡΟΥ" και έδρα το Παλαιό Φάληρο Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Κατσέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων - καλούντων: 1)Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2)Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3)Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 4)Α. Κ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος υπεισήλθε στη θέση του αποβιώσαντος Ν. Κ. του Α., 5)Α. Ζ. του Μ., κατοίκου ... η οποία υπεισήλθε στη θέση της αποβιώσασας Ε. συζ. Μ. Ζ., 6)Β. συζ. Α. - Ε. Α., η οποία δεν παραστάθηκε, 7)Ζ. χας Α. Σ., κατοίκου ..., 8) Α. Κ. του Β., κατοίκου ... 9)Φ. χας Π. Κ., το γένος Β. Κ., κατοίκου ..., 10)Β. Κ. του Π., κατοίκου ... 11)Μ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 12)Ν. Κ. του Β., κατοίκου ... και 13)Α. Κ. του Β., κατοίκου .... Όλοι πλην της 6ης, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρή Χαραλαμποπούλου, η οποία δήλωσε ότι η 6η αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 12/6/2012 και κληρονομήθηκε από τους: 1)Ε. Α. του Β., 2)Β. - Γ. Α. του Ε., 3)Έ. - Α. Α. του Ε. και 4)Α. Α. του Ε., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3512/1995 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 3018/1998, 145/2002 μη οριστικές, 361/2006 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1918/2006 του Εφετείου Αθηνών, που στη συνέχεια διορθώθηκε με την 8079/2007 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων Δήμος με την από 29/4/2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκαν οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου: 1157/2010, η οποία ανέβαλε την πρόοδο της δίκης, και η 1724/2011, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 7-3-2012 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 9/3/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ.8079/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, για το παραδεκτό της οποίας προσκομίζεται η κατά το άρθρο 103 παρ.2 εδ.στ'του ν.3463/2006 υπ'αριθμ.209/30-4-2008 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του αναιρεσείοντος Δήμου Παλαιού Φαλήρου, μετά την έκδοση της υπ'αριθμ.1157/2010 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η πρόοδος της δίκης και τάχθηκε προθεσμία στον αναιρεσείοντα για να προσκομίσει την κατά τα ανωτέρω απόφαση της Δημαρχιακής του Επιτροπής.
ΙΙ. Λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται αιτιολογία ή παραδοχή της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της ή της οποίας το διατακτικό στηρίζεται αυτοτελώς (και) σε άλλη αιτιολογία ή παραδοχή είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης. Εξάλλου αναιρετικός λόγος με τον οποίο πλήττεται μη πραγματική παραδοχή του δικαστηρίου είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι με την υπ'αριθμ. .../1971 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας που μεταγράφηκε νόμιμα περιήλθαν στους αναιρεσιβλήτους κατά συγκυριότητα τα αναφερόμενα στην υπ'αριθμ.../18-7-1962 δημόσια διαθήκη του αποβιώσαντος την 25-2-1969 πατέρα τους, νομίμως δημοσιευθείσα, ακίνητα, μεταξύ των οποίων και ο περιγραφόμενος αγρός και ήδη οικόπεδο, εμβαδού 2475 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του αναιρεσείοντος Δήμου Παλαιού Φαλήρου, ότι στον δικαιοπάροχο πατέρα τους το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει με τα υπ'αριθμ..../1932 και .../1932 συμβόλαια αγοράς, των οποίων όμως δεν προκύπτει μεταγραφή, με απώτατη δικαιοπάροχό του την αποβιώσασα το έτος 1896 Κ. Μ., ότι από τον κατά τα ανωτέρω χρόνο (1932) περιελεύσεως του ακινήτου στον πατέρα τους, ο τελευταίος, μέχρι τον θάνατό του (25-2-1969), και οι αναιρεσίβλητοι έκτοτε μέχρι την άσκηση της αγωγής (7-10-1994), νέμονταν το ακίνητο με τις αναφερόμενες πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του ως αγρού (καλλιέργεια κ.λπ.), και ότι έτσι ο μεν δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων είχε κατά τον θάνατό του γίνει κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία (υπερεικοσαετής νομή του ακινήτου υπό την ισχύ του ΑΚ), οι δε αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι με παράγωγο τρόπο (νομίμως μεταγραφείσα αποδοχή κληρονομίας), αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την κατά τα ανωτέρω νομή των ιδίων επί του ακινήτου επί δεκαετία μεν βάσει του ανωτέρω νομίμου τίτλου και με καλή πίστη, και συνολικά επί εικοσαετία και πλέον, μέχρι την άσκηση της αγωγής, ότι κατά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως Παλαιού Φαλήρου κατ'εφαρμογήν του από 18-2-1969 π.δ. απαλλοτριώθηκε λόγω ρυμοτομίας το ανατολικό τμήμα, εμβαδού 1262,64 τ.μ., του ειρημένου ακινήτου, ότι ο αναιρεσείων Δήμος Π.Φαλήρου δεν κατέβαλε στους αναιρεσιβλήτους την αναλογισθείσα αποζημίωση για το ρυμοτομούμενο αυτό τμήμα, ισχυριζόμενος ότι το τμήμα αυτό είχε καταστεί κοινόχρηστος δρόμος, με την άφεσή του στην κοινή χρήση από αμνημονεύτων ετών (αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα), άλλως κατά το άρθρο 28 του ν.1337/1983, ως ιδιωτικός χώρος που είχε αφεθεί στην κοινή χρήση με τη βούληση των ιδιοκτητών και που μεταγενεστέρως εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως, και ότι όμως, δέχεται το Εφετείο, ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος, αφού το επίδικο τμήμα δεν είχε αφεθεί ποτέ στην κοινή χρήση, καθ'οιονδήποτε τρόπο, ευρισκόμενο πάντοτε υπό την κατοχή ιδιωτών και δη των δικαιοπαρόχων, απωτέρων και αμέσου, των αναιρεσιβλήτων, από το έτος 1896 μέχρι το έτος 1969, και των τελευταίων έκτοτε, και μόνον κατά το έτος 1979, ήτοι μετά την ένταξη του ακινήτου στο σχέδιο πόλεως, παρατηρήθηκαν το πρώτον κρασπεδέρειθρα στο επίδικο, ως καταλαμβανόμενο από την διανοιγόμενη οδό Ελ.Βενιζέλου Π.Φαλήρου. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, με επικύρωση δε της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε τους τελευταίους συγκυρίους του επιδίκου. Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση του αρ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι α)από το έτος 1979 δημιουργήθηκαν κρασπεδόρειθρα στο υπό ρυμοτόμηση επίδικο και ότι επομένως τουλάχιστον από τον χρόνο αυτόν το επίδικο είχε δοθεί στην κοινή χρήση, με την διάνοιξη της οδού Ελ.Βενιζέλου που το καταλάμβανε, και ότι όμως β)οι αναιρεσίβλητοι νέμονταν το επίδικο συνεχώς από τον κατά το έτος 1969 θάνατο του πατέρα τους μέχρι την άσκηση της αγωγής (1994) και έγιναν έτσι κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον χρόνο νομής των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου από το έτος 1979 και μέχρι την άσκηση της αγωγής (1994), που δέχθηκε (το Εφετείο). Ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, το δικαστήριο δέχθηκε ότι το επίδικο περιήλθε στους αναιρεσιβλήτους με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), αλλά και με τακτική χρησικτησία (νομή του επιδίκου βάσει νομίμου τίτλου και με καλή πίστη επί μία δεκαετία, δηλ.κατά τα έτη 1969-1979), οι παραδοχές δε αυτές στηρίζουν η κάθε μία αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης και δεν προσβάλλονται με λόγον αναιρέσεως, ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος είναι αλυσιτελής και απορριπτέος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη. Με τον ίδιο, πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 (και όχι 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσβάλλεται η νομική παραδοχή του Εφετείου ως προς την έννοια της "αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητος" (vetustas), ως λόγου καθιερώσεως ακινήτου ως κοινοχρήστου, και της "αμνημονεύτου χρόνου παραγραφής", η οποία στηρίζει την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ένσταση κατά της σχετικής αγωγής. Και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, που προϋποθέτει παραδοχή για κοινοχρησία επί του ακινήτου επί μακρό χρονικό διάστημα, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το Εφετείο διαλαμβάνει κατηγορηματική παραδοχή ότι το επίδικο ουδέποτε είχε αφεθεί στην κοινή χρήση, καθ'οιονδήποτε τρόπο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, άλλως ως αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Περαιτέρω, με τον δεύτερο, από τον αρ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το επίδικο είχε τεθεί στην κοινή χρήση προ της ρυμοτομήσεώς του (1969) και ότι όμως δεν κατέστη κοινόχρηστος δρόμος με την ένταξή του στο σχέδιο πόλεως και με το να απορρίψει μετά ταύτα τη σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος παραβίασε την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 28 ν.1337/83. Και ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, και όπως ήδη έχει αναφερθεί, το Εφετείο δέχεται ότι ουδέποτε το επίδικο, μέχρι τη ρυμοτόμησή του, είχε τεθεί στην κοινή χρήση ώστε να είναι δυνατόν να καταστεί κοινόχρηστο με την ένταξή του στο σχέδιο πόλεως κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 28 του ν.1337/83.
ΙΙΙ. Ως πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του αρ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, των οποίων, αν προτάθηκαν, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δημιουργεί τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Εν προκειμένω προβάλλεται με τον τρίτο, από την ανωτέρω διάταξη, λόγο του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων ότι (και) οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί τους νέμονταν το επίδικο από το έτος 1896 μέχρι την κατά το έτος 1932 περιέλευση του ακινήτου στον άμεσο δικαιοπάροχο - πατέρα τους και έγιναν έτσι κύριοι με έκτακτη χρησικτησία, ενώ τέτοιους ισχυρισμούς οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν προτείνει στα δικαστήρια της ουσίας. Οι επικαλούμενοι αυτοί πραγματικοί ισχυρισμοί δεν είναι ουσιώδεις (ουσιώδη πράγματα), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αφού δεν στηρίζουν αυτοί τη βάση της αγωγής, η οποία στηρίζεται αυτοτελώς στην κατά τα προεκτεθέντα νομή του άμεσου δικαιοπαρόχου - πατέρα των αναιρεσιβλήτων και των ιδίων από το έτος 1932 και εφεξής, όχι δε σε εκείνην των λοιπών ως άνω δικαιοπαρόχων τους, τους οποίους ιστορικώς αναφέρει το Εφετείο. Επομένως ο εξεταζόμενος αυτός, τρίτος, λόγος του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
IV. Κατ'ακολουθίαν ων ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος Π.Φαλήρου στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 281 παρ.2 ν.3463/2006-ΚΔΚ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-4-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.8079/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο Παλαιού Φαλήρου στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή