Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1993 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1993/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρία Βλαδίκα, για αναίρεση της 618/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καυκούλα. Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 639/2009.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 362 παρ.1 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών ή με χρηματική ποινή. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς του για την άσκηση πολιτικής αγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64 και 69 του ΚΠΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ σε άσκηση της πολιτικής αγωγής για επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιούνται μόνο όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Δικαιούχος δηλαδή της χρηματικής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή του εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 618/2008 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος δέχτηκε ανελέγκτως ότι: Στις 27-10-2004 συνεδρίασε στα ... το Διοικητικό Συμβούλιο του Λυκείου Ελληνίδων .... Στη συνεδρίαση αυτή παρέστησαν από τα μέλη του ανωτέρω Διοικητικού Συμβουλίου οι Φ ..., ..., ..., ..., ..., Ζ, ..., σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος Ψ και η κατηγορούμενη, η οποία ήταν και ταμίας του Λυκείου. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, σημειώθηκε ένταση και ανταλλάχτηκαν φραστικοί διαξιφισμοί, με αφορμή το ότι είχε προκύψει ανάμειξη σε θέματα αρμοδιότητας του Διοικητικού Συμβουλίου κοπέλας, την οποία η κατηγορούμενη απασχολούσε ως λογίστρια στο κατάστημά της και η οποία πρόσφατα είχε ενταχθεί στο χορευτικό τμήμα του Λυκείου. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, η κατηγορούμενη, απευθύνθηκε στην ανωτέρω σύζυγο του πολιτικώς ενάγοντος, με την οποία, κυρίως, είχε έλθει σε αντιπαράθεση για την ανωτέρω αιτία και, ενώπιον και εις επήκοον όλων των λοιπών μελών του ανωτέρω Διοικητικού Συμβουλίου, ανάφερε για τον πολιτικώς ενάγοντα, χοροδιδάσκαλο από εικοσαετίας τουλάχιστον του χορευτικού τμήματος του Λυκείου, ότι "...μια ζωή λυμαίνεται το Λύκειο εδώ και 25 χρόνια τώρα και τσεπώνει τα free εισιτήρια των ταξιδιωτικών γραφείων που προορίζονται για τα ταξίδια της χορευτικής ομάδας". Τις φράσεις της αυτές, συνόδευσε η κατηγορούμενη με την χαρακτηριστική κίνηση των δακτύλων του χεριού της, η οποία υποδηλώνει παράνομη απόληψη χρημάτων από κάποιον. Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί της κατηγορουμένης ήταν ψευδείς. Και τούτο, διότι, σε αντίθεση με τα όσα παραπάνω ισχυρίστηκε γι' αυτόν η κατηγορούμενη, ο πολιτικώς ενάγων ούτε το Λύκειο λυμαινόταν, αφού ουδέποτε είχε κάποια επιλήψιμη οικονομική ωφέλεια σε βάρος αυτού, όπως εννοούσε με τη φράση της "λυμαίνεται" και την παραπάνω κίνηση του χεριού της η κατηγορούμενη, ούτε είχε ποτέ "τσεπώσει", δηλαδή χρησιμοποιήσει για τον εαυτό του τα free εισιτήρια, για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω. Περαιτέρω, τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα, που περιέχονταν στον παραπάνω ισχυρισμό, ήταν ικανά να βλάψουν και, πράγματι, έβλαψαν στη συγκεκριμένη περίπτωση την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, δηλαδή την εκτίμηση του από μέρους των τρίτων ως ηθικής και κοινωνικής προσωπικότητας. Και τούτο, διότι, με τις πράξεις που μνημονεύονται στον εν λόγω ισχυρισμό και αποδίδονται μ' αυτόν στον παθόντα και στις οποίες αυτός φέρεται να προβαίνει κατά την εκτέλεση των ανωτέρω καθηκόντων του στο Λύκειο, δηλαδή την επιλήψιμη οικονομική εκμετάλλευση από μέρους του, του Λυκείου και τη χρησιμοποίηση για τον εαυτό του εισιτηρίων που προορίζονταν για τα μέλη της χορευτικής ομάδας του εν λόγω Λυκείου, η κατηγορούμενη απέδωσε και διατύπωσε για τον παθόντα τις παραπάνω μειωτικές και προσβλητικές για το πρόσωπό του και την ιδιότητα του που προαναφέρθηκε, ενέργειες, οι οποίες, επειδή αποτελούν και σοβαρά, αλλά και απαξιωτικά ποινικά αδικήματα, όπως και παράβαση, αλλά και κατάχρηση των ανωτέρω διδακτικών καθηκόντων του, ενέχουν, κατά την κοινή αντίληψη, διαμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής του αξίας ως ατόμου, χοροδιδασκάλου του ανωτέρω Λυκείου και μέλους του κοινωνικού συνόλου, αφού προσδίδουν σ' αυτόν την παραπάνω αξιόποινη, μειωτική και καταφρονητική δραστηριότητα κατά την άσκηση των παραπάνω καθηκόντων του και παρέχουν τα θεμέλια, στα οποία οι τρίτοι, οι οποίοι έλαβαν γνώση των ισχυρισμών αυτών, θα στηρίξουν την αρνητική για τον παθόντα, ως άτομο, δάσκαλο χορού του ανωτέρω Λυκείου και μέλος του κοινωνικού συνόλου, κρίση τους, αφού πληροφορεί τούτους για τις παραπάνω έκνομες δραστηριότητες του τελευταίου κατά την άσκηση των ανωτέρω καθηκόντων του, οι οποίες εξικνούνται μέχρι της επιλήψιμης οικονομικής εκμετάλλευσης του ανωτέρω Λυκείου και της απόσπασης, κατά την εκτέλεση των σχετικών καθηκόντων του και της χρήσης για τον εαυτό του, εισιτηρίων, που προορίζονταν για τους χορευτές του εν λόγω Λυκείου. Εξάλλου, με τις παραπάνω ενέργειες της, η κατηγορούμενη ισχυρίσθηκε για τον παθόντα τα ψευδή γεγονότα που προαναφέρθηκαν ενώπιον τρίτων και, συγκεκριμένα, ενώπιον των ανωτέρω προσώπων-μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Λυκείου Ελληνίδων, καθόσον παρέστησε την αλήθεια των ανωτέρω γεγονότων ως δική της πεποίθηση. Η κατηγορούμενη προέβη στις παραπάνω ενέργειες της με δόλια προαίρεση, καθόσον αφενός μεν γνώριζε, ότι, με τις εν λόγω ενέργειες της, ισχυρίζεται, με την έννοια που προεκτέθηκε, ενώπιον των ανωτέρω προσώπων, τα παραπάνω ψευδή γεγονότα για τον παθόντα και ότι τα γεγονότα αυτά είναι ικανά και πρόσφορα, να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τούτου και αφετέρου ήθελε, να ισχυρισθεί, με τον τρόπο που προεκτέθηκε, ενώπιον των παραπάνω προσώπων, τα ψευδή και μειωτικά και προσβλητικά για την τιμή και την υπόληψη του παθόντα γεγονότα που προεκτέθηκαν. Η κρίση για το ότι αποδείχτηκαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Κυρίως, όμως, στηρίζεται στις σαφέστατες και κατηγορηματικές καταθέσεις, εκτός από την σύζυγο του παθόντα, των μαρτύρων Ζ και Φ, οι οποίες παρευρίσκονταν στην παραπάνω συνεδρίαση και οι οποίες πιστοποιούν, ότι η κατηγορούμενη με τις παραπάνω ενέργειες της, αναφέρθηκε ρητά στον παθόντα. Για το λόγο τούτο, οι καταθέσεις αυτές κρίνονται πειστικότερες από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων και την απολογία της κατηγορουμένης, με τις οποίες αυτοί, μάρτυρες δηλαδή και κατηγορούμενη, διαφοροποιούνται μερικά και ισχυρίζονται, ότι, ναι μεν η κατηγορούμενη απευθύνθηκε στη σύζυγο του πολιτικώς ενάγοντα και χρησιμοποίησε τη λέξη "λυμαίνονται", πλην, όμως, μίλησε σε πληθυντικό αριθμό, χωρίς να αναφερθεί ονομαστικά στον παθόντα. Και από τα αποδεικτικά, όμως, αυτά μέσα, ενισχύεται η παραπάνω κρίση, διότι, αν έτσι είχαν τα πράγματα, αν δηλαδή η κατηγορούμενη μίλησε σε πληθυντικό αριθμό, χωρίς αναφορά στον παθόντα, δεν υπήρχε τότε λόγος να απευθυνθεί στην ανωτέρω σύζυγο του τελευταίου, όπως, σύμφωνα με τα παραπάνω, έπραξε. Το αίτημα της κατηγορουμένης, να μετατραπεί η κατηγορία από την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης, για την οποία κηρύχθηκε ένοχη με την εκκαλούμενη απόφαση από την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, για την οποία είχε κατηγορηθεί, στην αξιόποινη πράξη της εξύβρισης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Διότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, για τα οποία κατηγορήθηκε και τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, συνιστούν την υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όχι της εξύβρισης (άρθρο 361 ΠΚ), αλλά της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ). Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, πρόκειται για τα παραπάνω ψευδή γεγονότα, τα οποία η κατηγορούμενη παρέστησε ως δική της πεποίθηση ενώπιον των ανωτέρω τρίτων και τα οποία, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του παθόντα. Στη συνέχεια, της κρίσης αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και το αίτημα της κατηγορουμένης να απαλλαγεί της ποινής, λόγω δικαιολογημένης αγανάκτησης της, επειδή είχε προηγηθεί προσβολή της από την παραπάνω σύζυγο του παθόντα. Και τούτο, διότι η σχετική διάταξη του άρθρου 308 παρ. 3 ΠΚ εφαρμόζεται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 361 επ. ΠΚ, μόνο στην περίπτωση της εξύβρισης και όχι και σε εκείνη της δυσφήμησης, για την οποία πρόκειται στην υπόθεση που εκδικάζεται, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν. Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός αυτός και αν ακόμη τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η κατηγορούμενη είναι αληθινά, είναι απορριπτέος, διότι, ακόμη και κατά τις παραδοχές της κατηγορουμένης, η δικαιολογημένη αγανάκτηση, που αυτή επικαλείται, προήλθε, όχι από τον παθόντα, όπως θα έπρεπε, για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, αλλά από τη σύζυγο του τελευταίου. Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα της αξιόποινης πράξεως της απλής δυσφήμισης και της επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την "αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου. Περαιτέρω και όσον αφορά τον πρώτο λόγο της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι η αιτιολογία της δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη ως προς την απόρριψη του αιτήματος της αναιρεσείουσας προς αποβολή της πολιτικής αγωγής του Ψ διότι παρά το νόμο αυτός παρέστη ενώπιον του άνω Εφετείου, αφού είχε ασκήσει κατά της αναιρεσείουσας την από 24-10-2006 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων με την οποία ζητεί να του επιδικαστεί το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση του προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εκ του ποινικού τούτου αδικήματος χωρίς να έχει επιφυλαχθεί με το δικόγραφο της αγωγής για κάποιο ποσό προκειμένου να το ζητήσει ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, δηλαδή διότι όλο το αιτούμενο ποσό το εισήγαγε ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου λεκτέα τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης η αναιρεσείουσα περιορίστηκε να δηλώσει ενώπιον του άνω Εφετείου ότι "προβάλλει αντιρρήσεις για την παράσταση της πολιτικής αγωγής ως και πρωτοδίκως". Η δήλωση αυτή άνευ ειδικότερου προσδιορισμού του περιεχομένου των αντιρρήσεων παρίσταται ως αόριστη και εντεύθεν το Εφετείο δεν υποχρεούτο να απαντήσει πλην απάντησε με την ακόλουθη αιτιολογία και δη "τέλος αναφορικά με τις αντιρρήσεις τις οποίες πρόβαλε η κατηγορουμένη ως προς την κατά τα παραπάνω παράσταση του παθόντος ως πολιτικώς ενάγοντος οι εν λόγω αντιρρήσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες πρωτίστως λόγω της αοριστίας τους αφού με αυτές δεν αποδίδεται κάποια συγκεκριμένη αδυναμία παράστασης του ανωτέρω ως πολιτικώς ενάγοντος παρά το ότι αυτός είναι ο παθών από την παραπάνω αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στην κατηγορουμένη". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής αφού κατά την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης το αίτημα περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, όπως υποβλήθηκε δεν συνδέεται με κάποια νομική αδυναμία παραστάσεως αυτού ως πολιτικώς ενάγοντος, αφού αυτός φέρεται ως παθών εκ του ποινικού τούτου αδικήματος. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος της αναιρεσείουσας προς αποβολή της πολιτικής αγωγής του Ψ πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, εφ' όσον επί της άνω αγωγής του πολιτικώς ενάγοντος που άσκησε αυτός ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων δεν προβάλλεται ότι έχει εκδοθεί οριστική απόφαση του πολιτικού Δικαστηρίου, ούτε από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει κάτι τέτοιο, η παράσταση της πολιτικής αγωγής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 1 του ΚΠΔ είναι νόμιμη και εντεύθεν δεν επήλθε δια της παραστάσεως αυτού ως πολιτικώς ενάγοντος απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας ενώπιον του άνω Εφετείου. Συνακολούθως, και ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος της αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητος της διαδικασίας λόγω παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος παρά τον νόμο, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί του ότι αυτή προέβη στην άνω πράξη εκ δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και συνεπώς αυτή δεν είναι άδικη κατά το 367 παρ. 1 ΠΚ με την εξής, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία "απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία είναι και ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, ότι δηλαδή ωθήθηκε στην παραπάνω πράξη της στα πλαίσια της εκτέλεσης καθηκόντων της ως ταμία του ανωτέρω Λυκείου, προκειμένου να ελέγξει τη συμπεριφορά του παθόντα ως αμειβόμενου από το Λύκειο για τις παραπάνω υπηρεσίες του. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν κατά τα παραπάνω, τα όσα, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, απέδωσε η κατηγορουμένη στο παθόντα, δεν αποδόθηκαν κατά την εκτέλεση των ανωτέρω καθηκόντων της. Επίσης, ουδεμία σχέση έχουν με τα εν λόγω καθήκοντα της. Άλλωστε, αν στα πλαίσια των καθηκόντων της η κατηγορουμένη είχε διαπιστώσει κάτι επιλήψιμο κατά του παθόντα, οπωσδήποτε δεν θα απευθυνόταν προς τη σύζυγο του τελευταίου, όπως έπραξε, αλλά θα απευθυνόταν επίσημα προς το Λύκειο και θα ζητούσε έλεγχο των δραστηριοτήτων του παθόντα ή, αν είχε ενεργήσει τέτοιο έλεγχο, θα κατέθετε αρμόδια τα πορίσματα της και ό,τι στοιχεία είχε συγκεντρώσει", ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 362 και 367 ΠΚ αφού, υπό τις άνω παραδοχές, έκρινε το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε το έγκλημα της απλής δυσφήμισης και ότι τούτο δεν έλαβε χώρα στα πλαίσια των καθηκόντων της κατά τις άνω παραδοχές.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ τελευταίος λόγος της αναίρεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής των άνω διατάξεων είναι αβάσιμος και πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-4-2009 αίτηση της Χ για αναίρεση της 618/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα της δίκης, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή