Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1115 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1115/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ξένο, για αναίρεση της 3016/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσες τις : 1)Ψ1 και 2)Ψ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζαχαριάδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1873/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή η μη του κατηγορουμένου, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική ή αθωωτική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς στους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Η, κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ., απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων, κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' Κ.Π.Δ. και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 Κ.Π.Δ., υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του Εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη, πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει η βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, εκτός αν αυτό σαφώς προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την 3016/2008 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 6-1-2001 και ώρα 04.50 περίπου ο Ζ οδηγώντας το υπ αριθμ'. ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητό του εκινείτο επί της δυτικής περιφερειακής οδού ... με κατεύθυνση από τον ... προς τη διασταύρωση της άνω οδού με την εθνική οδό ... στην περιοχή της λαχαναγοράς. Την ίδια ώρα ο κατηγορούμενος Χ, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εκινείτο στην άνω εθνική οδό με κατεύθυνση από ... προς .... Στη διασταύρωση των άνω οδών τα δύο πιο πάνω αυτοκίνητα συγκρούστηκαν με αποτέλεσμα ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου Ζ να τραυματιστεί θανάσιμα και να υποκύψει στα τραύματά του. Για την άνω επισυμβάσα σύγκρουση ευθύνεται ο κατηγορούμενος Χ και αυτό γιατί αυτός εκινείτο επί της άνω οδού με ταχύτητα ανώτερη της επιτρεπόμενης (90 χλμ. ανά ώρα), δηλαδή με ταχύτητα μεταξύ 120 και 130 χλμ. ανά ώρα και ενώ έπρεπε να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του και ακολούθως να ακινητοποιήσει αυτό γιατί ο σηματοδότης που ρύθμιζε την κίνηση από την πλευρά της κατεύθυνσής του έδειχνε ερυθρό φως, αυτός αντίθετα, δεν ανέκοψε την ταχύτητα με την οποία εκινείτο και ούτε ακινητοποίησε το αυτοκίνητο που οδηγούσε, αλλά συνέχισε ανεπίτρεπτα με την ίδια ταχύτητα, με αποτέλεσμα με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του να επιπέσει επί του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ζ (στο πλάγιο αριστερό μέρος του), το οποίο (αυτοκίνητο του Ζ), μολονότι ήταν βαρύτερο κατά 600 κιλά περίπου, παρέσυρε σε λοξή και αριστερή κατεύθυνση ως προς την πορεία του σε απόσταση σαράντα (40) μέτρων περίπου. Από τα ίδια αποδειχθέντα στοιχεία προέκυψε ότι ο αποβιώσας οδηγός Ζ εκινείτο με το αυτοκίνητό του με ταχύτητα κανονική για τις περιστάσεις (40-50 χλμ. ανά ώρα), ενώ οι σηματοδότες για τη δική του πορεία έδειχναν πράσινο φως και συνεπώς δεν τον βάρυνε καμία αμέλεια για τη σύγκρουση των προαναφερομένων αυτοκινήτων. Τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες), μεταξύ αυτών ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τις καταθέσεις των μαρτύρων Ξ, Φ και Θ, οι οποίοι, με τα δικά τους αυτοκίνητα (ο Ξ επέβαινε στο αυτοκίνητο του Φ) εκινούντο στον ίδιο δρόμο και στην ίδια κατεύθυνση με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Το αυτοκίνητο του Φ έφθασε πρώτο στον τόπο του ατυχήματος, αμέσως μετά από αυτό (ατύχημα) και ακολούθησε το αυτοκίνητο του Θ. Αυτό προκύπτει από τις καταθέσεις και των τριών ως άνω μαρτύρων, αφού οι μεν δύο πρώτοι (Ξ και Φ) βεβαιώνουν με κατηγορηματικό τρόπο ότι αυτοί ήταν εκείνοι που έφτασαν πρώτοι στον τόπο του ατυχήματος και ότι όταν έφτασαν αυτοί δεν υπήρχε κανείς πλην των εμπλεκομένων στο ατύχημα οδηγών και επιβατών, "...όταν φτάσαμε στο σημείο δεν ήταν κανένας άλλος εκεί...βγάλαμε την κοπέλα από το αυτοκίνητο και δεν ήταν κανείς άλλος εκεί...", ο δε τρίτος (Θ) βεβαιώνει ότι μπροστά από το δικό του αυτοκίνητο εκινείτο το αυτοκίνητο του Φ "...σε απόσταση 100 μέτρων μπροστά από μένα κινούνταν ένα άλλο αυτοκίνητο μάρκας OPEL ASTRA στη μεσαία λωρίδα...", που ήταν το αυτοκίνητο του Φ. Και οι τρεις αυτοί μάρτυρες (Ξ, Φ, Θ) καταθέτουν ότι κάποια στιγμή λίγο πριν από τον τόπο της σύγκρουσης τους προσπέρασε με μεγάλη ταχύτητα το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος "...εγώ επέβαινα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Φ. Εμείς είχαμε κατεύθυνση προς λαχαναγορά. Εκεί μας προσπέρασε ο κατηγορούμενος με ένα αυτοκίνητο HONDA. Μου φάνηκε ότι έτρεχε πολύ...το ατύχημα έγινε στα φανάρια της λαχαναγοράς. Στις γραμμές που γίνονταν έργα μας προσπέρασε ένα αυτοκίνητο HONDA (του κατηγορουμένου)...". Έτσι ενώ όλα τα ανωτέρω αυτοκίνητα εκινούντο προς την αυτή κατεύθυνση και προσέγγιζαν σχεδόν συγχρόνως (με ελάχιστη χρονική διαφορά) τους σηματοδότες που συναντούσαν, πρώτο στη σειρά (με μικρή απόσταση) ήταν το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου (HONDA), ακολουθούσε το αυτοκίνητο του Φ, στο οποίο επέβαινε και ο Ξ και έπονταν το αυτοκίνητο του Θ. Για το κρίσιμο επομένως γεγονός, για το οποίο ερίζουν οι δύο πλευρές, για το ποιος δηλαδή από τους δύο οδηγούς (ο κατηγορούμενος και ο θανών Ζ) παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη και έγινε υπαίτιος της σύγκρουσης, βαρύνουσα είναι η γνώμη Ξ και του Φ και πολύ περισσότερο του κατηγορουμένου καλύτερα και πιο σίγουρα από αυτούς (Ξ κατ Φ). Επομένως ο κατηγορηματικός τρόπος με τον οποίο βεβαιώνει αυτός ότι ο κατηγορούμενος πέρασε με πράσινο και ο θανών με κόκκινο σηματοδότη "...ο κατηγορούμενος πέρασε με πράσινο φανάρι...ο θανών πέρασε με κόκκινο..." μειώνουν και δεν ενισχύουν την αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού, ο οποίος άλλωστε, δεν τεκμηριώνει την άποψή του αυτή με κάποιο άλλο στοιχείο σχετικό με το εριζόμενο ζήτημα, όπως κάνουν οι άλλοι δύο ως άνω μάρτυρες, από την κατάθεση των οποίων προκύπτει ότι αυτοί μετά λόγου γνώσεως προσπαθούν να αποδώσουν την πραγματικότητα καταθέτοντας με μέτρο, άνεση και τεκμηρίωση της άποψής τους με άλλα αξιόπιστα στοιχεία όπως αναφέρθηκε παραπάνω, Με βάσει τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι για την επίμαχη σύγκρουση υπαίτιος είναι ο κατηγορούμενος, που έδειξε την προαναφερθείσα αμελή συμπεριφορά κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του Ζ, εξαιτίας του οποίου ως μόνης ενεργής αιτίας επήλθε ο θάνατός του. Το γεγονός ότι στο αίμα του θανόντος οδηγού, βρέθηκε ποσοστό αλκοόλης 1, 4%ο δεν αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου, γιατί όπως αποδείχθηκε αυτός (θανών) παρότι βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος οδηγούσε κανονικά και δεν παραβίασε τον κόκκινο σηματοδότη (πέρασε με πράσινο σηματοδότη) και η ενέργειά του αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (βλ. σχ. Α.Π.619/2000 ΝΟΜΟΣ). Αξίζει δε να σημειωθεί ότι την ίδια ακριβώς άποψη δέχθηκαν και το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και το Εφετείο Θεσσαλονίκης με τις υπ' αριθμ. 4801/2004 και 1820/2005 αποφάσεις τους, αντίστοιχα, που δίκασαν το αστικό μέρος της παρούσης υποθέσεως. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο οι υπάρχουσες στη δικογραφία και παραδεκτά επισκοπούμενες για τον έλεγχο λόγου αναίρεσης 1) η από 8-1-2001 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ..., και 2) οι από 6-1-2001 δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του Μηχανολόγου- Μηχανικού Οχημάτων ..., οι οποίοι είχαν ορισθεί πραγματογνώμονες, ο μεν πρώτος με την με αριθμ. 2514/ 9/21 ε / 6-1-2001, ο δε δεύτερος με τις με αριθμ 2514/ 9/21 γ' και δ'/6-1-2001 έγγραφες παραγγελίες του Τμήματος Οδικών Τροχαίων Αυτοκινήτων (Τ.Ο.Τ.Α.) Θεσσαλονίκης. Και ναι μεν ούτε στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης όπου προσδιορίζονται κατ' είδος τα ληφθέντα από το δικαστήριο αποδεικτικά μέσα, δεν αναφέρονται, αν και αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, οι αναγνωσθείσες στο ακροατήριο ως άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, αλλ' ούτε και μνημονεύονται ρητά σε κάποιο σημείο του κειμένου αυτού, όμως από το όλο περιεχόμενό του (σκεπτικού) προκύπτει αναντίρρητα ότι το Εφετείο τις έλαβε υπόψη του και τις συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, επί πλέον δε στηρίχθηκε σ' αυτές χωρίς σε κάθε περίπτωση να αντιτίθεται η κρίση του προς το περιεχόμενό τους. Ειδικότερα α) όσον αφορά την παραδοχή ότι "στη διασταύρωση των άνω δύο οδών τα δύο πιο πάνω αυτοκίνητα συγκρούστηκαν με αποτέλεσμα ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου Ζ να τραυματισθεί θανάσιμα και να υποκύψει στα τραύματα του αυτή συμπίπτει πλήρως με το συμπέρασμα της από 8/1/2001 ιατροδικαστικής έκθεσης του ειδικού ιατροδικαστή ..., ότι ο θάνατος του ανωτέρου οφείλεται στη ρήξη της αορτής β) όσον αφορά την παραδοχή ότι στο αίμα του θανόντος οδηγού βρέθηκε ποσοστό αλκοόλης 1,4%, αυτή στηρίζεται αποκλειστικά στην από 6/1/2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ... στην οποία αναφέρεται το ως άνω ποσοστό γ) όσον άφορα την παραδοχή ότι το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντα επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του επί του αυτοκίνητου που οδηγούσε ο Ζ, (στο πλάγιο αριστερό μέρος του), αυτή συμπίπτει με τα αναφερόμενα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ότι η συγκρουσθείσα επιφάνεια του αυτοκινήτου ... IXΕ που εξέτασε ήταν η αριστερή πλευρά του, ότι στα βλαβέντα μέρη του βρέθηκαν ίχνη χρώματος γκρί, όμοιο με το γκρί χρώμα του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου (το οποίο οδηγούσε ο αναιρεσείων) και ότι κατά το χρόνο της σύγκρουσης τα οχήματα σχημάτιζαν μεταξύ τους 90 μοιρών ή σχεδόν 90 μοιρών ή σχεδόν 90 μοιρών γωνία. Συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η ανάγνωση που έγινε στο ακροατήριο από το Δικαστήριο και μάλιστα χωρίς εναντίωση του κατηγορουμένου εγγράφου από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, ακόμη κι αν προκύπτει ότι στη δίκη αυτή δεν εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, δεν προκαλεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.2 ΚΠΔ ακυρότητα, ούτε μπορεί να παρεμποδίσει τον κατηγορούμενο από την άσκηση των δικαιωμάτων του, όπως αναφέρονται στο άρθρο 171 παρ.1, στοιχ.δ' του ΚΠΔ, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί παρά τη μη έκδοση αμετάκλητης απόφασης αναγνώσθηκαν οι με αριθμό 4801/2001 και 18205/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, και αυτό ανεξάρτητα του ότι από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε εκ μέρους του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου οποιαδήποτε αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών.
ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση για τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα έλαβεν υπ' όψη του μεταξύ των στην αρχή του σκεπτικού αναφερομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων και την κατηγορία των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, και συνεπώς μετά βεβαιότητος προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και η από 31-3-2008 αίτηση αναίρεσης. Επομένως ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των πολιτικώς εναγόντων α)Ψ1 και β)Ψ2 στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/11/2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της απόφασης της 3016/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη των στο σκεπτικό πολιτικώς εναγόντων, που ανέρχονται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των Διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή