Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1558 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ποινή, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Ανώνυμη εταιρία.




Περίληψη:
Τραπεζική επιταγή ακάλυπτη. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί απαραδέκτου και μη νόμιμης υποβολής εγκλήσεως από ανώνυμη εταιρεία δια μέλους του Δ.Σ. αυτής. Το καταστατικό της εγκαλούσας και το πρακτικού του Δ.Σ. αυτής, από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών συνάγεται ότι ανεγνώσθησαν. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναστολής της επιβληθείσας ποινής, λόγω επανειλημμένης έκδοσης ακάλυπτων επιταγών. Απορρίπτει.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1558/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 1035/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΚΟΥΚΟΡΙΝΗΣ - ΤΡΑΤΑΛΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1648/2006.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, εγγράφων που δεν ανεγνώσθησαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να κάμει παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του συγκεκριμένο έγγραφο, οπότε επιβάλλεται η ανάγνωσή του, η τελευταία δεν είναι ανάγκη να προκύπτει από το σημείο των πρακτικών που αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ούτε είναι ανάγκη να αναφέρεται το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά αρκεί να προκύπτει από τα πρακτικά, χωρίς πανηγυρική έκφραση, αλλά με βεβαιότητα, ότι το συγκεκριμένο έγγραφο ανεγνώσθη στο ακροατήριο και δόθηκε έτσι η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του ΚΠΔ), τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενό του. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 1035/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, που μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ την ημέρα και χρηματική ποινή 500 ευρώ, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την προταθείσα από τους συνηγόρους του αναιρεσείοντος ένσταση περί απαραδέκτου και μη νόμιμης υποβολής εγκλήσεως, ελλείψει νόμιμης πληρεξουσιότητας, αφού έλαβε υπόψη το καταστατικό της εγκαλούσας εταιρείας "Α.Ε. Κουκορίνης- Τράταλος" 4993/30-6-1999 ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ και το από 29-11-2000 απόσπασμα του πρακτικού του Δ.Σ. αυτής, τα οποία ναι μεν δεν αναφέρονται ρητώς ως αναγνωσθέντα στο σχετικό μέρος των πρακτικών, πλην όμως από το όλο περιεχόμενο αυτών (πρακτικών) προκύπτει ότι αυτά, ως διαδικαστικά έγγραφα, ανεγνώσθησαν, αφού και οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος αναφέρθηκαν με την ως άνω ένστασή τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, στα έγγραφα αυτά, προκειμένου να την υποστηρίξουν.
Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτό είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις αλληλοσυμπληρούμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1, 2 και 22 παρ.3 του Κ.Ν2190/1920 "περί Ανωνύμων Εταιρειών", προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως από το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικώς. Το καταστατικό δύναται να ορίζει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρία εν γένει ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η υποβολή εγκλήσεως εκ μέρους της ανώνυμης εταιρίας ανήκει στο Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο κατ' αρχήν ενεργεί συλλογικά. Δεν αποκλείεται το Διοικητικό Συμβούλιο να αναθέσει την εκπροσώπηση της εταιρίας δικαστικώς ή εξωδίκως σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, τα οποία είναι μέλη της διοικήσεως, οπότε η εκπροσώπηση αφορά ευθέως το νομικό πρόσωπο και μάλιστα από όργανο εκ του καταστατικού έχοντος εξουσία και υπό την προϋπόθεση ότι επιτρέπεται η κατ' αυτόν τον τρόπο εκπροσώπηση, οπότε απαιτείται πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου περί λήψεως αποφάσεως αναθέσεως της εκπροσωπήσεως της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα μέλη της διοικήσεως και δεν είναι απαραίτητο να βεβαιώνεται η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα κατά το άρθρο 42 παρ. 2 ΚΠΔ, αφού ο προς αυτόν τον οποίο απευθύνεται η εντολή και εκπροσωπεί το Διοικητικό Συμβούλιο δεν είναι τρίτος, που ενεργεί ως αντιπρόσωπος που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 ΚΠΔ, αλλά μέλος της διοικήσεως που αντλεί την εξουσία του από αυτή σύμφωνα με τις οριζόμενες στο καταστατικό της εταιρίας προϋποθέσεις και εκπροσωπεί ευθέως το νομικό πρόσωπο. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την ένσταση του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου και μη νομότυπου υποβολής της εγκλήσεως, από πρόσωπο στερούμενο νόμιμης πληρεξουσιότητας, με την ακόλουθη αιτιολογία? "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 29-11-2000 απόσπασμα του πρακτικού της συνεδριάσεως του ΔΣ της κομίστριας της επίδικης επιταγής, εκδόσεως του κατηγορουμένου, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΚΟΡΙΝΗΣ-ΤΡΑΤΑΛΟΣ ΑΕ", τούτο εξουσιοδότησε το μέλος του Γ1 για την υποβολή της, για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, εγκλήσεως του κατηγορουμένου. Η πράξη αυτή του διοικητικού συμβουλίου αφορά το ως είρηται μέλος του, ως καταστατικό όργανο της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας και, συνεπώς, δεν απαιτούνταν, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στη μείζονα σκέψη, η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των εντολέων από δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Ούτε άλλωστε προκύπτει αντίθετη ρύθμιση στο καταστατικό της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, δυνάμει της οποίας να απαγορεύεται η ενέργεια ορισμένης ή ορισμένων πράξεων σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα-μέλη του ΔΣ της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας. Κατ' ακολουθία, η επίδικη έγκληση υποβλήθηκε νομότυπα από τον Γ1 και, ως εκ τούτου, πρέπει η σχετική ένσταση του κατηγορουμένου περί μη νομότυπου υποβολής της να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές ορθά η προσβαλλόμενη έκρινε παραδεκτή και νομότυπη την υποβολή της ένδικης έγκλησης, είναι δε αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που υποστηρίζει τα αντίθετα. Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.3 του Ν. 2479/1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας στην περίπτωση αυτή δεν αιτιολογήσει ειδικά την μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απορρίψει χωρίς τέτοια αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ πλημμέλειες της έλλειψης της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, ενώ καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του νόμου περί επιταγών σε ποινή φυλάκισης έξι (6)μηνών, απέρριψε το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής και τη μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ, κατά πλειοψηφία, με την αιτιολογία ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα του καταδικασμένου και τις λοιπές περιστάσεις και ειδικότερα από το γεγονός ότι αυτός έχει προβεί επανειλημμένα στην έκδοση ακάλυπτων επιταγών (βλ. και προσκομιζόμενο απόσπασμα ποινικού μητρώου του), το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή είναι απαραίτητη για να τον αποτρέψει από τη διάπραξη και άλλων εγκλημάτων. Για το λόγο αυτό πρέπει να μετατραπεί η φυλάκιση σε χρηματική ποινή. Η κάθε ημέρα φυλάκισης, σύμφωνα με την οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου, πρέπει να υπολογισθεί σε 4,40 ευρώ". Η αιτιολογία αυτή απορρίψεως του πιο πάνω αιτήματος του αναιρεσείοντος είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, αφού η έννοια της επανειλημμένης έκδοσης επιταγών είναι κοινώς γνωστή, και συνακόλουθα έκρινε με βάση τα ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία περιστατικά ότι η μετατροπή της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Εξάλλου, με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ουδέ υπερέβη την εξουσία του. Επομένως οι εκ του άρθρου 510, παρ. 1, στοιχ. Δ, Ε και Η του ΚΠΔ αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί, η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-9-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1035/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2008.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ