Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 395 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.




Περίληψη:
Απορρίπτει αναίρεση κατά βουλεύματος που παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.




ΑΡΙΘΜΟΣ 395/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που παραστάθηκε στο Συμβούλιο αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών.
Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1401/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 481/14.10.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 31-7-2008 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά του υπ'αριθμ. 182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος έπαυσε οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος, διά το πλημμέλημα της ηθικής αυτουργίας εις απάτη, κατ'επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας διά κακουργηματική ηθική αυτουργία εις απάτη, πράξη φερομένη ως τελεσθείσα στον ...., κατά το χρονικό διάστημα από 21 έως Μαΐου 1993. Επειδή, κατά το άρθρ. 482 Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήση την αναίρεση του βουλεύματος όταν τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και όταν παύει προσωρινώς την ποινική δίωξη εναντίον του. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνη σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος και την καταδίκη του ασκήσαντος το ένδικο μέσο στα έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ήσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά του ανωτέρω βουλεύματος, διά του οποίου αυτός δεν παραπέμπεται στο ακροατήριο για κακούργημα, αλλ'ούτε παύει προσωρινώς η ποινική δίωξη εναντίον του. Διά του προσβαλλομένου βουλεύματος, ως προεξετέθη, παύει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ησκήθη κατά βουλεύματος διά το οποίο δεν προβλέπεται η άσκηση αυτής από τον αναιρεσείοντα και, κατ'ακολουθία, πρέπει αυτή ν'απορριφθή ως απαράδεκτη και ο αναιρεσείων να καταδικασθή στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς- Προτείνω
Να απορριφθή η από 31-7-2008 αίτηση αναιρέσεως του ...., κατά του υπ'αριθμ. 182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 7 Οκτωβρίου 2008.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΔημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αυτοπροσώπως παραστάντα αναιρεσείοντα, που είπε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και έπειτα αποχώρησαν.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ.1, (όπως αντικατ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου κατά το άρθρο 482 ΚΠΔ ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Ο δικαιολογητικός λόγος που επιτρέπει την αναίρεση κατά του βουλεύματος που παύει προσωρινά την ποινική δίωξη είναι ότι με το βούλευμα αυτό παραμένει σε εκκρεμότητα η απειλή της εξακολούθησης στο μέλλον της ποινικής δίωξης και, επομένως, καθίσταται αντίστοιχα φανερό το συμφέρον του κατηγορουμένου για την προσβολή του. Αντίθετα, δεν συντρέχει ο δικαιολογητικός αυτός λόγος και όταν το βούλευμα παύει οριστικά την ποινική δίωξη, διότι το βούλευμα αυτό εκδίδεται διότι η αξίωση της Πολιτείας για την τιμωρία του δράστη υποχωρεί για λόγους δημοσίου συμφέροντος και δη της ανάγκης για τον κατευνασμό των παθών και την εσωτερική γαλήνη, ενώ το δικαστήριο εξαντλεί τη δικαιοδοσία του και απεκδύεται οριστικά από την υπόθεση, οπότε ο κατηγορούμενος δεν έχει έννομο συμφέρον για την προσβολή του. Η διάταξη αυτή, που περιορίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου για άσκηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος, μόνο στις περιπτώσεις που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του, δεν προσκρούει στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού, ούτε άνιση μεταχείριση περιέχει, η οποία συνεπάγεται δυσμενή μεταχείριση ορισμένων διαδίκων, ούτε στερεί τον κατηγορούμενο από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, δοθέντος μάλιστα και του ότι, ο κοινός νομοθέτης δεν είναι υποχρεωμένος από το Σύνταγμα να θεσπίζει ένδικα μέσα κατά αποφάσεων ή βουλευμάτων. Όπου κρίθηκε αναγκαία η καθιέρωση ενδίκου μέσου υπήρξε ρητή αποτύπωση της βουλήσεως του συντακτικού νομοθέτη με τις ειδικές προβλέψεις των άρθρων 95 παρ. 1β (αναίρεση τελεσιδίκων αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου) και 96 παρ. 2 του συντάγματος (έφεση στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο κατά αποφάσεων των αστυνομικών αρχών και αρχών αγροτικής ασφάλειας). Δεν είναι δε αντίθετη η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του ΚΠΔ ούτε προς το άρθρο 6 παρ. 1 της Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κατοχυρώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, από την οποία δεν συνάγεται υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για καθιέρωση ενδίκων μέσων, αλλά ούτε και προς το άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών (νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής), ούτε τέλος, έρχεται σε αντίθεση με το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 2 της παραπάνω Ευρωπαϊκής συμβάσεως και το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997), καθόσον αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος, μόνο αν αποδειχθεί η ενοχή του. Ούτε τέλος προκύπτει αντίθεση προς το άρθρο 2 του ανωτέρω πρωτοκόλλου, κατά το οποίο ο καταδικασθείς σε ποινή έχει δικαίωμα επανεξετάσεως από ανώτερο Δικαστήριο της καταδίκης του, διότι στην κρινόμενη περίπτωση πρόκειται περί βουλεύματος, το οποίο μάλιστα εκδόθηκε μετά από επανεξέταση της υποθέσεως από ανώτερο δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου .... στρέφεται κατά του 182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, το οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη εναντίον του για το πλημμέλημα της ηθικής αυτουργίας σε απάτη [άρθρα 46 παρ.1α, 386 παρ. 1 ΠΚ], που φέρεται ότι τέλεσε στον ... κατά το χρονικό διάστημα από 21 έως 31 Μαίου 1993, λόγω παραγραφής. Επομένως, στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται στο ένδικο τούτο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση και ο αναιρεσείων δεν δικαιούται στην άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτού, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 8/31-7-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή