Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2216 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Τραπεζική επιταγή.




Περίληψη:
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Έννοια - Στοιχεία. Επί επιταγής μεταχρονολογημένης πρέπει για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος να αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή της στον οικείο λογαριασμό το χρονικό διάστημα από την πραγματική έκδοση της και την εμφάνιση προς πληρωμή και ο κατηγορούμενος το γνώριζε. Αιτιολογία αποφάσεως. Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η καταδικαστική απόφαση για το ανωτέρω έγκλημα, προκειμένου να αιτιολογηθεί η στοιχειοθέτηση, υποκειμενικώς η πράξη της εκδόσεως μεταχρονολογημένης ακάλυπτης επιταγής. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εκ πλαγίου παράβαση. Έννοια. Πότε υπάρχει (ΑΠ 1/2009, ΑΠ 562/2002, ΑΠ 708/2007). Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, εκ πλαγίου παράβαση. Αναιρεί και παραπέμπει.




Αριθμός 2216/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πίκουλα, για αναίρεση της 51713/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 21/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 79 παράγραφοι 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ` αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα.
Συνεπώς, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ` αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ίδιου νόμου, η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει, κάθε δε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη. Η επιταγή, εμφανιζόμενη προς πληρωμή προ της ημέρας της σημειούμενης ως χρονολογίας της εκδόσεως αυτής, είναι πληρωτέα κατά την ημέρα της εμφανίσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 29 εδάφια α` και δ` του ίδιου νόμου, η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής ως χρονολογία εκδόσεως αναγραφόμενη ημέρα. Κατά την αληθή έννοια των τελευταίων διατάξεων, η επιταγή που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως μπορεί να εμφανισθεί οποτεδήποτε, μέσα στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την επόμενη ημέρα, κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε, και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου, το οποίο αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που σημειώνεται σ` αυτήν ως χρονολογία εκδόσεώς της.
Συνεπώς σε περίπτωση επιταγής μεταχρονολογημένης, κρίσιμος χρόνος για τη γνώση του εκδότη ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχα κεφάλαια στον πληρωτή, είναι και εκείνος της πραγματικής έκδοσης της επιταγής, αφού λόγω της φύσης της ως μέσου άμεσης πληρωμής, η μεταχρονολόγηση δεν μεταθέτει την ευθύνη του εκδότη. Εξάλλου, έλλειψη, της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο και την εξέδωσε, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 € ημερησίως, για έκδοση ακαλύπτων επιταγών, κατ' εξακολούθηση. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς την αιτιολογία, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο εκκαλών - κατηγορούμενος, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση της ίδιας παράνομης συμπεριφοράς, εξέδωσε στην..., περί τον μήνα Μάρτιο του έτους 2002, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "GEOCHIM S.A." της υπ' αριθμ. ..., ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές με ημεροχρονολογίες φερομένης εκδόσεώς τους ..., ... και ...2 αντίστοιχα, για χρηματικό ποσό 19.980,98 ευρώ εκάστη, οι οποίες ήταν πληρωτέες από την Τράπεζα Εργασίας Α.Ε. (Κατάστημα ...) σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρίας, ενώ γνώριζε κατά τον πιο πάνω χρόνο της πραγματικής εκδόσεως τους ότι δεν υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα για την πληρωμή αυτών. Η γνώση του αυτή συνάγεται από τη μεταχρονολόγηση των επιταγών για χρονικό διάστημα 7-8 μηνών και την μη πληρωμή τούτων. Κατά τον χρόνο επομένως εκείνο, (στον οποίον πρέπει να μεταβληθεί επιτρεπτώς ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, αφού από την μεταβολή αυτή δεν παραλλάσσει η διωχθείσα πράξη, ούτε επηρεάζεται επελθούσα ήδη παραγραφή), δεν διαπιστώνεται ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων της εκδότριας εταιρίας στην πληρώτρια τράπεζα και επομένως η γνώση του κατηγορουμένου, νομίμου εκπροσώπου τότε της εκδότριας εταιρίας, περί της ανυπαρξίας αυτής στοιχειοθετεί και υποκειμενικά την κατηγορία σε βάρος του. Επομένως, ο πιο πάνω ισχυρισμός του τελευταίου, κατά το σκέλος του συνιστά άρνηση της υποκειμενικής υπόστασης της ένδικης κατηγορίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά το σκέλος του με το οποίο επιχειρείται να προβληθεί πραγματική πλάνη του κατά το μεταγενέστερο χρόνο της εμφανίσεως και μη πληρωμής των επίδικων επιταγών, αλυσιτελώς προβάλλεται αφού το αδίκημα είχε ήδη τελεσθεί κατά την παραπάνω έκδοση των εν λόγω μεταχρονολογημένων επιταγών ακαλύπτων. Περαιτέρω, η εγκαλούσα εταιρία, ως νόμιμη κομίστρια των ως άνω επιταγών, τις εμφάνισε προς πληρωμή στις ...,... και ... αντίστοιχα, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας προς εμφάνισης τους, οπότε και δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως υπολοίπου (αντικρίσματος), όπως προκύπτει από τη σχετική σφραγίδα που αποτυπώθηκε στο σώμα τους με μηχανικό μέσο. Εξάλλου, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του εκκαλούντος-κατηγορουμένου ότι οι επίδικες επιταγές είναι άκυρες για το λόγο ότι έχουν συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα και δεν φέρουν την ονομασία "επιταγή" στη γλώσσα αυτή ("cheque") δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους που αναπτύχθηκαν λεπτομερώς παραπάνω και αφορούν στην απόρριψη του ως άνω συναφούς προβληθέντος ισχυρισμού του περί η νομότυπου υποβολής της εγκλήσεως επειδή δεν προσαρτήθηκε σε αυτήν μετάφραση των επίδικων ξενόγλωσσων κατ' αυτόν (κατηγορούμενο) τίτλων στην ελληνική γλώσσα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο της πιο πάνω πράξης της έκδοσης ακαλύπτων επιταγών, κατ' εξακολούθηση, και, ειδικότερα, του ότι: "στην Αθήνα, κατά τον Μάρτιο του έτους 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος (έκδοση ακάλυπτης επιταγής), εξέδωσε με πρόθεση επιταγές, οι οποίες δεν πληρώθηκαν από τον πληρωτή, διότι δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στον πληρωτή κατά το χρόνο της εκδόσεως των επιταγών αλλά και της πληρωμής τους, αν και εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας GEOCHIM S.A., εξέδωσε με πρόθεση: α) Στις ..., την υπ' αριθμ. ... επιταγή εκ ποσού δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα Ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (19990,98-), πληρωτέα, στην Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε. (Κατάστημα...), σε διαταγή της εταιρίας MAISANGEVIN, β) στις ..., την υπ' αριθμ. ... επιταγή εκ ποσού δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα Ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (19990,98-), πληρωτέα στην Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε. (Κατάστημα ...), σε διαταγή της εταιρίας MAISANGEVIN και γ) στις ..., την υπ' αριθμ.... επιταγή εκ ποσού δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα Ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (19990,98-), η οποία ήταν πληρωτέα στην Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε. (Κατάστημα ...), σε διαταγή της εταιρίας MAISANGEVIN, οι επιταγές όμως αυτές δεν πληρώθηκαν, διότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα ούτε κατά το χρόνο εκδόσεώς τους, ούτε κατά την ..., την ... και την ..., οπότε και εμφανίσθηκαν αντίστοιχα εμπρόθεσμα προς πληρωμή από το νόμιμο κομιστή τους. Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά τα εκτεθέντα στην νομική σκέψη. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της ελλείψεως των αναγκαίων κεφαλαίων προς πληρωμή των επιταγών, κατά τον χρόνο που, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω αναφερομένης εταιρίας, πραγματικά εξέδωσε τις αναφερόμενες εκεί μεταχρονολογημένες τρεις επιταγές, τον οποίο ανελέγκτως δέχθηκε (...), δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι στον λογαριασμό που τηρούνταν στο αναφερόμενο στο σώμα αυτών Κατάστημα της πληρώτριας Τράπεζας δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της πραγματικής εκδόσεως των και όλο το χρονικό διάστημα από τότε και μέχρι της επικληθείσης απ αυτόν και μη αμφισβητηθείσης αποχωρήσεως του από το ΔΣ της εταιρίας και της απώλειας της ιδιότητας του νομίμου εκπροσώπου της (...). Συγκεκριμένα δεν αναφέρει αν προσκομίσθηκε βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας περί της υπάρξεως ή μη στον λογαριασμό αυτό των αναγκαίων προς πληρωμή των τριών επιταγών κεφαλαίων καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα, γεγονός με το οποίο συνδέεται άμεσα και το στοιχείο της, κατά την αναφερομένη στην νομική σκέψη έννοια, γνώσεως του κατηγορουμένου, ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, περί της ανυπαρξίας, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα, των κεφαλαίων αυτών. Η αιτιολογία της αποφάσεως ότι η ανυπαρξία των αναγκαίων κεφαλαίων, κατά τον χρόνο της πραγματικής εκδόσεως των επιταγών, και η περί αυτής γνώση του κατηγορουμένου συνάγεται από το γεγονός του ότι αυτές ήσαν μεταχρονολογημένες κατά 7-8 μήνες, δεν τυγχάνει ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι η έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της κατά τα τελευταία έτη παγίας τακτικής της μεταβολής της επιταγής από μέσο πληρωμής σε μέσο παροχής πιστώσεως, δεν καταδεικνύει άνευ ετέρου την ανυπαρξία των αναγκαίων προς πληρωμή τους κεφαλαίων, κατά τον χρόνο εκδόσεως τους, αφού τούτο μπορεί να αποδοθεί σε οικονομικό προγραμματισμό του εκδότη και πληρωτή των επιταγών και σε επιθυμία διατηρήσεως χρηματικής ρευστότητας, ως και σε βάθος χρόνου ρύθμιση των υποχρεώσεων του. Επίσης η προσβαλλομένη απόφαση ουδεμία διαλαμβάνει αιτιολογία περί του αν προέκυψε και πως η ανυπαρξία κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, κατά το χρονικό διάστημα από της πραγματικής εκδόσεως των επιταγών μέχρι της κατά τα άνω απώλειας της ιδιότητας του νομίμου εκπροσώπου της πληρώτριας εταιρίας και της με την ανωτέρω έννοια γνώσεως από τον αναιρεσείοντα της ανυπαρξίας των κεφαλαίων αυτών. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον χρόνο εκδόσεως των επίμαχων επιταγών και συγκεκριμένα, ενώ στο σκεπτικό και την αρχή του διατακτικού αναφέρεται, ως πραγματικός χρόνος της κατ εξακολούθηση εκδόσεως των τριών μεταχρονολογημένων επιταγών, ο Μάρτιος του 2002, στη συνέχεια αναφέρεται ότι αυτές εκδόθηκαν, από τον κατηγορούμενο, με την ανωτέρω ιδιότητά του, στις ..., ... και ..., ημερομηνίες οι οποίες στο σκεπτικό αναφέρονται ως φερόμενος χρόνος εκδόσεως τους. Οι ασάφειες και αντιφάσεις αυτές καθιστούν ανέφικτο το αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 79 παρ.1 Ν. 5960/1933 και, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην νομική σκέψη, στερούν την προσβαλλομένη απόφαση νόμιμης βάσης. Κατά συνέπεια, αφού γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933 (άρθρο 510 παρ.1 Δ' και Ε' του ΚΠΔ), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 51713/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή