Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 182 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εκβίαση.




Περίληψη:
Δέχεται αίτηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για αναίρεση κατά αθωωτικής απόφασης για κατοχή ναρκωτικών και όπλων από κοινού και απόπειρα εκβίασης, από τον πρώτο κατηγο-ρούμενο. Βάσιμοι λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του Κ.Π.Δ.





Αριθμός 182/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ’ Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 292/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1.Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βουλγαράκη και 2. Χ2, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αρφαρά.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 17/28-3-2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 580/2007.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των κατηγορουμένων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. ζ’ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993, και ίσχυε το έτος 2000 που ενδιαφέρει επί του προκειμένου, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ’ αυτό ποινές, όποιος, εκτός άλλων, κατέχει ναρκωτικά. Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει την τέλεση τούτων με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών και γ) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας. Κατοχή ναρκωτικών ουσιών είναι η φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο για τη θεμελίωσή του, απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι πρόκειται για ναρκωτική ουσία και να θέλει ή να αποδέχεται την κατοχή της. Τέλος, κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος (άρθρο 45 ΠΚ), υπάρχει, όταν περισσότεροι από ένας εκτελούν το έγκλημα από κοινού. Με τον όρο δε αυτό εκφράζεται αντικειμενικώς μεν ότι περισσότεροι από ένας συνέπραξαν στην τέλεσή του, υποκειμενικώς δε ότι οι περισσότεροι αυτοί είχαν κοινό δόλο, δηλαδή τέλεσαν το έγκλημα ύστερα από συναπόφαση. Για την αιτιολόγηση της αποφάσεως αρκεί να αναφέρονται σ’ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε, ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος, ως συναυτουργός. Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην καταδικαστική απόφαση η διακεκριμένη συμμετοχική δράση του καθενός συναυτουργού με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές ενέργειες, εκτός αν το έγκλημα είναι πολύπρακτο ή σύνθετο εν στενή εννοία.
Κατά το άρθρο 385 παρ. 1,περ. β του ΠΚ όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου τιμωρείται...β)αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, η άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ...τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως με την παραπάνω μορφή του απαιτείται αντικειμενικώς εξαναγκασμός με βία ή απειλή κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή , από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου. Στις περιπτώσεις του εδ. β απαιτείται ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης κλπ. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής (βασικός δόλος) και επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος), ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του οφέλους. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με τη επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα.
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς τον σκοπό επανορθώσεως τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. Ειδικά δε προκειμένου περί αθωωτικής απόφασης, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ/γμα 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση τα αναγκαία περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται από τα αποδεικτικά μέσα που αξιολόγησε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, κήρυξε αθώους τους Χ1 και Χ2 των πράξεων της από κοινού κατοχής ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την εμπορία, (κατά πλειοψηφία) και κατοχή όπλων [αμφότερους], (ομόφωνα), και απόπειρας εκβίασης [τον πρώτο], (κατά πλειοψηφία), διότι δέχθηκε, κατά το ουσιώδες μέρος, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι : ?Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε περαιτέρω ότι την 13-10-2000 οι κατηγορούμενοι έλαβαν από έναν πληροφοριοδότη τους, ονόματι Γ1, την πληροφορία ότι το ίδιο βράδυ θα γινόταν μια συναλλαγή με ναρκωτικά στην οδό ........., στην Αθήνα. Τότε αυτοί μετέβησαν επιτόπου με ιδιωτικό αυτοκίνητο και κάποια στιγμή αντελήφθησαν μια ύποπτη μοτοσυκλέτα με δύο αναβάτες να κινείται υπόπτως, η οποία όμως, μόλις ο Χ1 βγήκε από το αυτοκίνητο και την πλησίασε φωνάζοντας "αστυνομία!", ανέπτυξε ταχύτητα και πέτυχε να ξεφύγει, παρά την καταδίωξή της από το, οδηγούμενο από το Χ2 αυτοκίνητο, αφού προηγουμένως οι αναβάτες της πέταξαν στο δρόμο μια πλαστική σακούλα, την οποία στη συνέχεια μάζεψαν οι κατηγορούμενοι. Τη σκηνή αυτή παρακολούθησε τυχαία και την περιέγραψε εξεταζόμενος στο Δικαστήριο ως μάρτυρας ο Ζ1, ιδιοκτήτης μπιστρό-μπαρ στον αριθμό ..... της ανωτέρω οδού, ο οποίος διάβασε στην εφημερίδα "......" δημοσιευμένη παράκληση αυτών προς όποιον έτυχε να παρακολουθήσει τα γεγονότα, να επικοινωνήσει μαζί τους και, ευαισθητοποιηθείς, επικοινώνησε πράγματι με αυτούς. Η εν θέματι σακούλα, όταν ανοίχτηκε από τους κατηγορούμενους, διαπιστώθηκε ότι περιείχε τις αναφερόμενες στο διατακτικό ναρκωτικές ουσίες και τα όπλα, που, αφού μετέφεραν - στο σπίτι του δεύτερου από αυτούς, τα τοποθέτησαν στα υπηρεσιακά τους σακ βουαγιάζ, τα οποία στη συνέχεια έβαλαν στο πορτ μπαγκάζ του περιπολικού τους. Για την επιχείρηση αυτή της οδού ........ αναφέρουν στις καταθέσεις τους και οι εξετασθέντες μάρτυρες Ζ2, Ζ3, Ζ4 και Ζ5. Και ναι μεν όφειλαν μετά ταύτα οι κατηγορούμενοι να παραδώσουν αρμοδίως τα ναρκωτικά και τα όπλα, όμως, παρατύπως ενεργούντες, τα κράτησαν στην κατοχή τους. Και τούτο διότι σκόπευαν να ολοκληρώσουν την επομένη ημέρα την επιχείρηση, εντοπίζοντας και συλλαμβάνοντες τους προηγούμενους κατόχους ή και τους αποδέκτες τούτων με τη βοήθεια και πάλι του αναφερθέντος πληροφοριοδότη τους, οπότε θα έπαιρναν, όπως βασίμως πίστευαν, και άλλη εύφημη μνεία, με χρηματική αμοιβή. Αντιθέτως, αν τα παρέδιδαν απλώς, χωρίς να έχουν εντοπίσει τα άνω πρόσωπα, η υπόθεση θα έφευγε από τα χέρια τους και θα πήγαινε για τα περαιτέρω στη Δίωξη Ναρκωτικών, δηλαδή σε ανταγωνιστική, όπως θεωρούσαν, υπηρεσία, η οποία και θα "εκαρπούτο" τη δική τους επιτυχία. Την εξήγηση αυτή δίνουν, εκτός από τους κατηγορουμένους, και οι εξετασθέντες μάρτυρες Ζ2, Ζ3, Ζ4, Ζ6, Ζ5, οι εκ των οποίων δεύτερος και τρίτος αναφέρουν επιπλέον ότι ανταγωνισμός υπήρχε και μεταξύ των πληρωμάτων των περιπολικών, ενώ κανένας από τους εξετασθέντες μάρτυρες δεν καταθέτει, ούτε από άλλο αποδεικτικό μέσο προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι κατείχαν τα ναρκωτικά με σκοπό εμπορίας. Αντιθέτως, όλοι καταθέτουν κατηγορηματικά ότι αποκλείεται να τα κατείχαν με αυτό το σκοπό. Μάλιστα, ο μάρτυρας Ζ2 τονίζει ότι "αν προσπαθούσαν να πουλήσουν ναρκωτικά, θα το μαθαίναμε αμέσως, σε πέντε λεπτά", ενώ ο μάρτυρας Ζ7 εισφέρει την πληροφορία ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έχει χάσει το παιδί της αδελφής του από ναρκωτικά και γι’ αυτό ήταν διώκτης των ναρκωτικών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι λίγες μέρες πριν την επιχείρηση της οδού ......., κάποιος Πακιστανός υπήκοος, ιδιοκτήτης καταστήματος κινητής τηλεφωνίας στην οδό ......, κατήγγειλε στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Αστυνομίας, ότι ένας ένστολος αστυνομικός πέρασε από το κατάστημά του και ζήτησε να του δώσει δωρεάν δύο κινητά τηλέφωνα, διαφορετικά θα του το έκλεινε. Έτσι, η εν λόγω Υπηρεσία έθεσε σε διαρκή παρακολούθηση το κατάστημα αυτό, όπως δε καταθέτουν οι υπηρετούντες στις Εσωτερικές Υποθέσεις αστυνομικοί Β1 και ........., που είχαν αναλάβει το έργο τούτο κρυμμένοι δίπλα στον πωλητή υπάλληλο, με οπτική και ακουστική επαφή με όλο το κατάστημα, την επόμενη ημέρα από την επιχείρηση της οδού ........., δηλαδή την 14-10-2000, το περιπολικό των κατηγορουμένων σταμάτησε έξω από αυτό με οδηγό το Χ2, ο δε Χ1 μπήκε και ζήτησε από τον υπάλληλο το αφεντικό, που όμως απουσίαζε. Μετά, ο υπάλληλός του εμφάνισε δύο κινητά τηλέφωνα, τα οποία αυτός δεν πήρε, αλλά τον ρώτησε πόσο κάνουν και βγήκε από το κατάστημα. Μόλις εμφανίστηκε στο πεζοδρόμιο, παρενέβησαν τα άλλα όργανα των Εσωτερικών Υποθέσεων, που καιροφυλακτούσαν εκεί, μαζί με το Β1, που βγήκε από το κατάστημα και τον υπέβαλε σε σωματική έρευνα, αναζητώντας τα κινητά τηλέφωνα, η οποία, βεβαίως, απέβη άκαρπη. Τότε ο τελευταίος του είπε "μπράβο συνάδελφε", παινεύοντάς τον που δεν πήρε τα δύο τηλέφωνα, όπως ο ίδιος κατέθεσε. Από το κατάστημα κατέληξαν όλοι μαζί στα γραφεία των Εσωτερικών Υποθέσεων για μια τυπική κατάθεση των κατηγορουμένων. Η κατάθεση δόθηκε ενώπιον των εκεί αξιωματικών, από τους οποίους αυτοί ζήτησαν να μην τους καθυστερούν, διότι έχουν αφήσει εκκρεμή την επιχείρηση της οδού ....... και θέλουν να την ολοκληρώσουν. Προκειμένου δε να γίνουν πιστευτοί, τους ζήτησαν επιμόνως να πάνε στο περιπολικό τους και να φέρουν τα σακ βουαγιάζ τους, προφανώς για να τους δείξουν το περιεχόμενό τους. ’λλη εξήγηση για την επιθυμία τους αυτή να δείξουν στους αξιωματικούς τα ναρκωτικά και τα όπλα δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Τότε οι τελευταίοι συναίνεσαν και οι κατηγορούμενοι κατέβηκαν στο σταθμευμένο περιπολικό, συνοδευόμενοι από το Β1, άνοιξαν οι ίδιοι το πορτ μπαγκάζ και ανέβασαν στα γραφεία τα σακ βουαγιάζ, όπου ανοίχτηκαν και έγινε γνωστό το περιεχόμενό τους. Όμως οι αξιωματικοί δεν πείστηκαν ότι τα αντικείμενα που αποκαλύφθηκαν ήταν προϊόντα της επιχείρησης που επικαλέστηκαν οι κατηγορούμενοι και δεν έλαβαν υπόψη ότι, αν δεν έθεταν οι ίδιοι (οι κατηγορούμενοι) θέμα σακ βουαγιάζ, θα μπορούσαν να έχουν φύγει με το περιπολικό τους μετά την κατάθεση, αφού δεν υπήρχε κανένας λόγος να γίνει έρευνα σ’ αυτό, όπως επισημαίνει και ο Β1. Έτσι, κατάσχεσαν τα σακ βουαγιάζ και, έχοντας αργότερα βρει σε έρευνα που διεξήχθη στο σπίτι του δεύτερου κατηγορουμένου και πάνω στο γραφείο του τις αναφερόμενες στην οικεία έκθεση κατάσχεσης περιορισμένες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, οι οποίες, όπως ο τελευταίος αναφέρει στην απολογία του, επιβεβαιώνει δε και ο μάρτυρας-συγκάτοικός του Ζ5, θα πρέπει να έπεσαν κατά τη μεταφορά τους την προηγούμενη ημέρα από την πλαστική σακούλα, όπου βρίσκονταν, στα σακ βουαγιάζ των κατηγορουμένων, ενεργοποίησαν τις διαδικασίες, που οδήγησαν στην άσκηση ποινικής κατ’ αυτών δίωξης?.
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που αξιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ.1 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, σε σχέση με αμφότερες τις πράξεις, και δη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από αμφοτέρους (άρθρ, 5 παρ. 1 περ. ζ του Ν. 1729/1987, ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα ναρκωτικά) και κατοχής όπλων από τους ιδίους κατηγορουμένους, αφετέρου εσφαλμένως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 385 παρ.1, εδάφ. β του ΠΚ σε σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο. Ειδικότερα, ως προς την πράξη της κατοχής των ναρκωτικών, ενώ γίνεται δεκτό ότι ανευρέθησαν περιορισμένες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών πάνω στο γραφείο του δεύτερου κατηγορουμένου, δεν εξηγείται πως αυτά έπεσαν πάνω στο γραφείο του, χωρίς να τα αντιληφθούν και γιατί χρειαζόταν αυτή η μεταφορά από την πλαστική σακούλα στα υπηρεσιακά σακ βουαγιάζ. Εξάλλου, στο σημείο αυτό περιέχεται ενδοιαστική και ελλιπής αιτιολογία, με μόνη την αναφορά ότι θα πρέπει να έπεσαν κατά τη μεταφορά τους την προηγούμενη ημέρα από την πλαστική σακούλα. Επιπλέον, έτσι δεν αιτιολογείται επαρκώς πως η ποσότητα αυτή προερχόταν από το περιεχόμενο της πλαστικής σακούλας, εφόσον η πλειοψηφία δέχεται ότι αυτά αποτελούσαν μέρος της πλαστικής σακούλας. Ενώ δέχεται η πλειοψηφία ότι οι αναβάτες μοτοσυκλέτας τη νύχτα της 13-10-2000 πέταξαν στο δρόμο μια πλαστική σακούλα, την οποία μάζεψαν, την άνοιξαν και διαπιστώθηκε ότι περιείχε τις αναφερόμενες ναρκωτικές ουσίες και όπλα, που, αφού μετέφεραν στο σπίτι του δεύτερου από αυτούς, τα τοποθέτησαν στα υπηρεσιακά τους σακ βουαγιάζ, τα οποία στη συνέχεια έβαλαν στο πορτ μπαγκάζ του περιπολικού τους...τα κράτησαν στην κατοχή τους, διότι, κατά την απόφαση, σκόπευαν να ολοκληρώσουν την επιχείρηση την επόμενη ημέρα, υπάρχει ελλιπής αιτιολογία και ασάφεια για τους πιο κάτω λόγους? Δεν εξηγείται γιατί χρειαζόταν να κατέχουν οι κατηγορούμενοι στο περιπολικό τα ναρκωτικά και τα όπλα για την ολοκλήρωση της επιχείρησης, αν ήταν η κατοχή τους πρόσφορο μέσο, πόσο χρόνο θα τα κατείχαν, χωρίς να ενημερώσουν την υπηρεσία τους, όταν μάλιστα δεν γνώριζαν την εξέλιξη των πραγμάτων, και πως θα οδηγούντο στη σύλληψη των δραστών, (πως θα επιτυγχανόταν η σύλληψη και ο εντοπισμός των δραστών). Περαιτέρω, σε σχέση με την πράξη της απόπειρας εκβίασης που αποδίδεται στον πρώτο κατηγορούμενο, ενώ δέχεται όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν εξηγεί γιατί αυτά δεν αρκούν για τη στοιχειοθέτηση της πράξεως αυτής. Εξάλλου, δεν αιτιολογεί η πλειοψηφία γιατί αυτός κατά την άφιξη στο κατάστημα ζήτησε από τον υπάλληλο το αφεντικό και ποιος ήταν ο σκοπός της επισκέψεως του ως άνω κατηγορουμένου στο ρηθέν κατάστημα, πότε είχε επισκεφθεί προηγουμένως το κατάστημα αυτό και ποιος ήταν ο σκοπός της.
Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω βάσιμων λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί ή υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 του ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 292/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2008.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή