Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1252 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Αλλοδαπό Δίκαιο, Αποδεικτικά μέσα, Πληρεξουσιότητα , Χρησικτησία.




Περίληψη:
Αγωγή διεκδικητική βάσει παραγώγου και πρωτοτύπου κτήσεως κυριότητας επί ακινήτου. Κρίση για την μη συνδρομή καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και ιδίας κυριότητας των εναγομένων, πρωτότυπως και παραγωγής. Νόμιμο αποδεικτικό μέσον, ως αποδεικτικά έγγραφα, οι ένορκες βεβαιώσεις από άλλη δίκη. Πληρεξουσιότητα κατά το δίκαιο της έδρας της ενάγουσας γαλλικής εταιρείας. Νόμιμη η χορήγηση της στην κατ' έφεση δίκη, εγκυροποίηση προηγούμενων διαδικασιών πράξεων, και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Αβάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι κατ' άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. αρ.1, 8, 11α, 14, 19. Επικυρώνει Εφ.Αιγ. 162/2011.




Αριθμός 1252/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Αργύριο Σταυράκη, Ελένη Διονυσοπούλου και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Γ. Κ. και 2) Δ. Σ. του Χ., κατοίκων ... . Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανδρουλάκη και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Μεταλλείων Σερίφου και Σπηλιαζέζας" και έδρα το ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φίλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138ΤΠ/1999 μη οριστική, 163/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 162/2011 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/9/2011 αίτηση και τους από 6/8/2012 προσθέτους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 5/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων καθώς και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. 'Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα, ήτοι μία διώροφη οικία με το προαύλιό της, εμβαδού του οικοπέδου 326 τ.μ. και της οικίας 250,27 τ.μ., και ένα ισόγειο κτίσμα (δωμάτιο), συνεχόμενο της ως άνω οικίας, συνολικού εμβαδού του οικοπέδου 33,03 τ.μ. και του κτίσματος 16,79 τ.μ, που βρίσκονται στον οικισμό "..." Σερίφου, περιήλθαν, σε μείζονα έκταση, στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης εταιρείας με αγορά από τον μέχρι τότε κύριο των ακινήτων Γ. Γ. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1938 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Ιωάννου που μεταγράφηκε νόμιμα, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού η αναιρεσίβλητη είχε στην διανοία κυρίου κατοχή της (νομή) τα επίδικα από την κατά τα ανωτέρω μεταβίβασή τους σ' αυτήν μέχρι το έτος 1988 (οπότε οι αναιρεσείοντες τα κατέλαβαν αυθαιρέτως, ως κατωτέρω) βάσει του ειρημένου τίτλου και με καλή πίστη επί χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας (για τη βάση της τακτικής χρησικτησίας) αλλά και της εικοσαετίας (για την έκτακτη χρησικτησία), εξουσιάζοντας τα επίδικα στην μείζονα έκτασή τους και παραχωρώντας τα οικήματα κυρίως για τη στέγαση των εργαζομένων της. Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, χωρίς ποτέ να έχει αποκτήσει την κυριότητα των επιδίκων, με το υπ' αριθμ. .../7-10-1981 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ. Λυστεγνιώτη που μεταγράφηκε νόμιμα μεταβίβασε τα επίδικα στον δεύτερο αναιρεσείοντα, γαμβρό της, ότι οι αναιρεσείοντες εν τέλει κατέλαβαν αυθαιρέτως τα επίδικα το έτος 1988, εκμεταλλευόμενοι την απουσία τού επιστάτη της αναιρεσίβλητης και του παραχωρησιούχου Κ. Π., και εγκαταστάθηκαν σ' αυτά, και ότι όμως (δέχεται το Εφετείο) υπό τα προαναφερόμενα περιστατικά ο δεύτερος αναιρεσείων δεν κατέστη κύριος των επιδίκων ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο, αφού η φερόμενη ως μεταβιβάσασα (δωρήτρια) τα επίδικα πρώτη αναιρεσείουσα δεν ήταν κυρία των επιδίκων, κατά τα προεκτεθέντα, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν τελούσε σε καλή πίστη κατά τον χρόνο της απόκτησης της νομής των επιδίκων, καθώς τουλάχιστον από βαριά αμέλεια αγνοούσε (άρθρ. 1042 του ΑΚ) ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούσαν ιδιοκτησία της ενάγουσας εταιρείας και όχι της πενθεράς του (πρώτης εναγομένης), η οποία δεν είχε κανέναν τίτλο κτήσης και ουδέποτε είχε κατοικήσει σ' αυτά ώστε και υπό την επίκληση του ως άνω τίτλου (δωρητηρίου συμβολαίου) να καταστεί κύριος των επιδίκων με τακτική χρησικτησία, συμπληρουμένης της δεκαετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής (Αύγ. 1998), μέχρι την οποία όμως δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας (εικοσαετία). Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη, διεκδικητική των ανωτέρω επίδικων ακινήτων, αγωγή της αναιρεσίβλητης, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητος που είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι και την οποία επιχειρούσαν να θεμελιώσουν στην απόκτησή τους με παράγωγο και πρωτότυπο, ως ανωτέρω, τρόπο.
ΙΙ. Με τους πρώτον και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των αριθμών 11 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το προειρημένο υπ' αριθμ. .../8-6-1938 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ως αποδεικτικό έγγραφο, αν και τούτο δεν είχε προσκομισθεί νομίμως από την αναιρεσείουσα-ενάγουσα, και ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη τον αντίστοιχο ισχυρισμό περί κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων με το ανωτέρω συμβόλαιο, ο οποίος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως. Ενόψει της προρρηθείσης παραδοχής του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη έγινε κυρία των επιδίκων με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία, η οποία (παραδοχή) στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, οι προβαλλόμενοι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αλυσιτελείς, μη οδηγώντας στην ανατροπή (αναίρεση) της αποφάσεως.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, του οποίου, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ή δεν εφαρμόζει κανόνα του οποίου, ενόψει των ίδιων παραδοχών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Ο δε λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου δεν ιδρύεται επίσης όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.
Εν προκειμένω, όπως από την ίδια αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε ότι ενόψει των ανωτέρω, λεπτομερώς αναφερομένων στην απόφαση, αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και της άμεσης, μετά την αποβολή της από τα επίδικα, αντίδρασης της αναιρεσίβλητης για την προστασία των δικαιωμάτων της με την άσκηση κατά των αναιρεσειόντων της από 28-7-1988 αιτήσεως ασφαλιστικών μέσων και της από 23-1-1989 διεκδικητικής αγωγής για τα επίδικα, και του γεγονότος, ακόμη, ότι δεν συνέτρεξαν και άλλα περιστατικά ώστε να δημιουργηθεί εύλογη πεποίθηση στους αναιρεσείοντες ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα ασκούσε τα ένδικα δικαιώματά της, η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών με την αγωγή της τελευταίας δεν παρίσταται καταχρηστική και απαγορευμένη, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όπως αβασίμως κατ' ένσταση είχαν ισχυρισθεί οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι, ένσταση που απορρίφθηκε από το Εφετείο. Υπό τα ανωτέρω περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο η άσκηση της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης δεν υπερβαίνει πράγματι και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτει το άρθρο 281 του ΑΚ στην άσκηση των δικαιωμάτων, το οποίο και δεν ήταν εφαρμοστέο εν προκειμένω, η δε αναιρεσιβαλλομένη περιέχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα και το απορριπτικό της ενστάσεως αυτής διατακτικό της απόφασης του Εφετείου, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον τρίτο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου. Υπό τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του Εφετείου ως προς το αβάσιμο της ενστάσεως των αναιρεσειόντων για δική τους κυριότητα επί των επιδίκων, κτηθείσα με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, το δικαστήριο ορθώς δεν εφήρμοσε τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 1041-1043 και 1045 του ΑΚ, των οποίων δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, και τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστήριζαν με τον τέταρτο και υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα.
IV. O λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, τέτοια δε αποδεικτικά μέσα, ως έγγραφα, είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις από άλλη δίκη, ο δε λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου για παρά τον νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου δεν ιδρύεται και είναι επίσης αβάσιμος όταν το απαράδεκτο αναφέρεται στη συζήτηση της υποθέσεως. Επομένως νομίμως το Εφετείο έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι και οι οποίες είχαν δοθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε άλλη δίκη, και τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως απορριπτέος είναι και ο έκτος, από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, λόγος του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής επειδή δεν είχε επιδοθεί αντίγραφό της στον οικείο Οικονομικό Έφορο, αφού η παράλειψη αυτή του δικαστηρίου δεν συνιστά απαράδεκτο κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ.
V. Κατά το άρθρο 10 του ΑΚ η ικανότητα (για δικαιοπραξία, άρθρ. 7) του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 64 παρ. 2α'του ΚΠολΔ τα νομικά πρόσωπα παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί, κατά δε το άρθρο 104 εδ. α' του ίδιου ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά την έννοια επομένως της τελευταίας αυτής διάταξης, η πληρεξουσιότητα που δίδεται για τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Εφετείου καθιστά έγκυρες όλες τις προηγηθείσες διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου (Εφετείου), αλλά και εκείνες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (σχετ. ΑΠ 835/2010, 602/2004, 203/2003).
Εν προκειμένω, όπως επίσης προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: "Η ενάγουσα (...) άσκησε την από 20-7-1998 διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, επί της οποίας, αφού αρχικώς εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 138 ΤΠ/1999 μη οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία επετράπη προσωρινά, κατ' άρθρο 105 του ΚΠολΔ, να συμμετάσχουν στη δίκη οι παριστάμενοι ως πληρεξούσιοι δικηγόροι της ενάγουσας και τάχθηκε προθεσμία σ' αυτήν (ενάγουσα) μέχρι την έναρξη διεξαγωγής των διαταχθεισών αποδείξεων για την προσκομιδή συμβολαιογραφικής πράξης αποδεικνύουσας την παροχή πληρεξουσιότητας προς τους ως άνω δικηγόρους της, στη συνέχεια εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία και ερήμην της ενάγουσας, η υπ' αριθμ. 163/2005 οριστική απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι δεν συμπληρώθηκαν οι ελλείψεις ως προς την εκ μέρους της ενάγουσας παροχή πληρεξουσιότητας στους παριστάμενους, για λογαριασμό της, δικηγόρους, απορρίφθηκε η αγωγή της ως απαράδεκτη, καθόσον κηρύχθηκαν άκυρες όλες οι προηγηθείσες διαδικαστικές πράξεις (όπως και η άσκηση της αγωγής), που ενεργήθηκαν από τους ως άνω δικηγόρους και οι οποίες τελούσαν υπό τη διαλυτική αίρεση της συμπλήρωσης των ελλείψεων ως προς την παροχή πληρεξουσιότητας. Ήδη στην προκειμένη κατ' έφεση δίκη η εκκαλούσα-ενάγουσα παρίσταται δια της δικηγόρου Σύρου Αναστασίας Παναγοπούλου, η οποία προσκομίζει το υπ' αριθμ. .../21-9-2010 ειδικό πληρεξούσιο, συνταχθέν ενώπιον της συμβολαιογραφούντος Γενικής Προξένου της Ελλάδας στο Παρίσι Γαλλίας, Αικατερίνης Κόϊκα, με το οποίο παρέχεται από τον γενικό διευθυντή της ενάγουσας εταιρίας στην ως άνω παριστάμενη στο παρόν Δικαστήριο δικηγόρο καθώς και στους αναφερόμενους παρασταθέντες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικηγόρους η ειδική πληρεξουσιότητα προς διεξαγωγή της ένδικης υπόθεσης και η έγκριση από αυτήν (εκκαλούσα-ενάγουσα) όλων των μέχρι τότε διενεργηθεισών διαδικαστικών πράξεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως (...) και κατά παραδοχή του βάσιμου περί τούτου σχετικού πέμπτου λόγου της υπό κρίση έφεσης (με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι ήδη προσκομίζει στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο όλα τα νομιμοποιητικά της έγγραφα, που εκδόθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της και να κρατηθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) (...). Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. 415/16-12-2005 "νομική πληροφορία" του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου (που προσκομίζεται από την ενάγουσα και η οποία έχει συνταχθεί σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 221/2005 μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου, εκδοθείσας επί άλλης δίκης της ενάγουσας) προκύπτει ότι το γαλλικό δίκαιο διακρίνει δύο τύπους ανωνύμων εταιριών: α) την ανώνυμη εταιρία με διοικητικό συμβούλιο και β) την ανώνυμη εταιρία με διευθυντήριο και εποπτικό συμβούλιο. Η ανώνυμη εταιρία με διοικητικό συμβούλιο εκπροσωπείται έναντι των τρίτων από τον γενικό διευθυντή (πρόεδρο του ΔΣ ή μη) και τους τυχόν εξουσιοδοτημένους γενικούς διευθυντές. Ειδικότερα, η γενική διεύθυνση της εταιρίας ασκείται, με την ευθύνη αυτής (εταιρίας), είτε από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου είτε από ένα άλλο φυσικό πρόσωπο που διορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο και φέρει τον τίτλο του γενικού διευθυντή. Ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, ο γενικός διευθυντής ή οι εξουσιοδοτημένοι από το διοικητικό συμβούλιο γενικοί διευθυντές, έχουν όλες τις εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου για τη διενέργεια κάθε δικαστικής πράξης, είτε αυτοπροσώπως είτε με ανάθεση σε τρίτους πληρεξουσίους. Σχετικώς η νομολογία του γαλλικού Ακυρωτικού αναγνωρίζει στο νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας (γενικό διευθυντή) την εξουσία να αναθέτει σε τρίτο πρόσωπο την ειδική εντολή-πληρεξουσιότητα να ασκήσει αγωγή και να παρίσταται στο δικαστήριο επ' ονόματι της εταιρίας. Η εντολή για την άσκηση της αγωγής από πληρεξούσιο-εντολοδόχο πρέπει να πληροί τους όρους κύρους του κοινού δικαίου και επιπλέον να είναι ειδική και ορισμένη (άρθρο 416 γαλλΝΚΠολΔ), υπό την έννοια όμως ότι η ειδικότητα μπορεί να καλύπτει όλες τις αγωγές-διαδικαστικές πράξεις τις σχετικές με μία υπόθεση, ενώ κατ' άρθρο 1985 του γαλλικού αστικού κώδικα η εντολή μπορεί να δοθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ακόμη και με επιστολή, ενώ μπορεί, επίσης, να δοθεί και προφορικά. Περαιτέρω, ο γαλλικός νόμος καθιερώνει την υποχρεωτική εγγραφή όλων των εμπορικών εταιριών και ειδικότερα των ανωνύμων εταιριών, που έχουν την έδρα τους στη Γαλλία, στο Μητρώο εμπορίου και εταιριών, που τηρείται από τον γραμματέα του εμποροδικείου, στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται η έδρα της εταιρίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο L-210-6 γαλλΕΚ, η ανώνυμη εταιρία αποκτά νομική προσωπικότητα από την ημέρα που έγινε η εγγραφή της στο ως άνω Μητρώο (οπότε και λαμβάνει απόσπασμα της εγγραφής, ονομαζόμενο "Κ bis", το οποίο αποτελεί το στοιχείο ταυτότητας της εταιρίας) και από την ημέρα αυτή αποκτά την ικανότητα να είναι διάδικος, ενώ η διαγραφή της εταιρίας από το Μητρώο λόγω λύσεως, κατόπιν δήλωσης του εκκαθαριστή της, επιφέρει την απώλεια της νομικής προσωπικότητας και, κατά συνέπεια, της ικανότητάς της να είναι διάδικος. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 104 ΚΠολΔ και 159 παρ. 1, 211, 217 παρ. 2, 238 ΑΚ, προκύπτει ότι ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παρέστη δικηγόρος που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενεστέρως τις πράξεις του δικηγόρου αυτού που προηγήθηκαν. Η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρά σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης, δηλαδή και στην κατ' έφεση δίκη, με το διορισμό του ίδιου ή άλλου δικηγόρου, καθόσον η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο, οπότε θεραπεύονται και οι άκυρες διαδικαστικές πράξεις της πρωτοβάθμιας δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση προσκομίζονται από την ενάγουσα εταιρία, σε νόμιμη μετάφραση, τα εξής έγγραφα: 1) το από 2-9-1880 αρχικό καταστατικό και το από 8-11-2007 ισχύον σήμερα καταστατικό της εταιρίας, 2) το από 12-7-2010 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Δικαστηρίου Εμπορίου Παρισίων, από το οποίο προκύπτει ότι η εν λόγω εταιρία εξακολουθεί να υπάρχει, αφού δεν έχει τεθεί σε εξυγίανση και εκκαθάριση 3) το από 12-7-2010 απόσπασμα KBIS εγγραφής στα μητρώα εμπορίου και εταιριών της Γραμματείας του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι η διάρκειά της έχει οριστεί μέχρι 15-9-2029 και ότι μεταξύ των μελών του διοικητικού συμβουλίου αυτής είναι και ο Ο. Β. ως γενικός διευθυντής, 4) το από 4-6-2010 πρακτικό συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας εταιρίας, με το οποίο αποφασίσθηκε η σύγκληση της τακτικής ετήσιας γενικής συνέλευσης της εταιρίας για την 22-6-2010, 5) το από 22-6-2010 πρακτικό συνεδρίασης της γενικής συνέλευσης των μελών της εταιρίας, με το οποίο ανανεώθηκε η προηγούμενη θητεία των ίδιων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και το με την ίδια ημερομηνία πρακτικό συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, το οποίο συγκροτείται σε σώμα με γενικό διευθυντή τον προαναφερόμενο Ο. Β., 6) το από 25-6-2010 ειδικό πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, με το οποίο εξουσιοδοτείται ο τελευταίος (γενικός διευθυντής) προς σύνταξη ειδικού πληρεξουσίου, μεταξύ άλλων και για τη χορήγηση εντολής αλλά και έγκρισης προς τους δικηγόρους Αικατερίνη Στεφάνου, Σταμούλη Μακρή και Αναστασία Παναγοπούλου (από τους οποίους η πρώτη υπέγραψε το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, όλοι εκπροσώπησαν την ενάγουσα στη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η τελευταία εκπροσώπησε την ενάγουσα κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κατέθεσε προτάσεις) ως προς κάθε ενεργούμενη από αυτούς διαδικαστική πράξη επί της κρινόμενης αγωγής και 7) το υπ' αριθμ. .../21-9-2010 καθώς και το προγενέστερο αυτού υπ' αριθμ. .../16-11-2005 ειδικό πληρεξούσιο, τα οποία συντάχθηκαν ενώπιον του συμβολαιογραφούντος Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Παρίσι, με τα οποία ο προαναφερόμενος γενικός διευθυντής της εταιρίας Ο. Β. διόρισε πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους δικηγόρους της εταιρίας στην Ελλάδα, πλην άλλων, και τους δικηγόρους Σύρου Αναστασία Παναγοπούλου και Αικατερίνη Στεφάνου καθώς και το δικηγόρο Αθηνών Σταμούλη Μακρή, και, αφού ενέκρινε τις μέχρι τότε γενόμενες διαδικαστικές ενέργειες και πράξεις αυτών που έγιναν για λογαριασμό της εταιρίας, μεταξύ άλλων και για την προκείμενη υπόθεση, παρέτεινε την πληρεξουσιότητα μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της ένδικης διαφοράς. Από τα προαναφερόμενα έγγραφα καθώς και από τα ανωτέρω οριζόμενα στο γαλλικό δίκαιο, καθίσταται σαφές α) ότι η ενάγουσα εταιρία, η οποία εδρεύει στο Παρίσι της Γαλλίας, έχει συσταθεί νομίμως το έτος 1880 και εξακολουθεί να υφίσταται και να λειτουργεί, σύμφωνα με τους νόμους της χώρας αυτής, με ισχύον καταστατικό και με ορισθείσα διάρκεια μέχρι την 15-9-2029 και χωρίς να έχει τεθεί σε διαδικασία εξυγίανσης και εκκαθάρισης, με συνέπεια να έχει την ικανότητα να είναι διάδικος, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, και β) ότι ο διορισμός των αναφερόμενων πληρεξούσιων δικηγόρων της ενάγουσας εταιρίας από τον γενικό διευθυντή αυτής Ο. Β. με τα ανωτέρω ειδικά πληρεξούσια (ήτοι τα υπ' αριθμ. .../2010 και .../2005) είναι καθ' όλα νόμιμος, ενώ με τα εν λόγω πληρεξούσια ρητώς εγκρίνονται όλες οι διαδικαστικές πράξεις της πρωτοβάθμιας δίκης, με την έγκριση δε αυτή, που έχει αναδρομική ισχύ, θεραπεύτηκε εκ των υστέρων κάθε τυχόν ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν οι ως άνω ισχυρισμοί των εναγομένων για έλλειψη της ικανότητας της ενάγουσας να είναι διάδικος και για έλλειψη πληρεξουσιότητας των δικηγόρων που παρέστησαν για λογαριασμό αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο". Υπό τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, νομίμως, κατ' άρθρον 104 του ΚΠολΔ, έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού ειδικού πληρεξουσίου της αναιρεσίβλητης προς τους παρισταμένους δικηγόρους της για τη διεξαγωγή της δίκης κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, η πληρεξουσιότητα αυτή είχε δοθεί νομίμως, κατά το άρθρο 64 παρ. 2 του ΚΠολΔ, 10 του ΑΚ και τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη σχετικές διατάξεις του γαλλικού δικαίου, από τα αρμόδια όργανα της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που εδρεύει στο Παρίσι, περιέχει δε η αναιρεσιβαλλομένη πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν την παραδοχή της για τη νομιμότητα της πληρεξουσιότητας αυτής. Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους τρεις, υπό την επίκληση των αριθμών 8, 14 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2011 αίτηση των Α. Γ. Κ. κ.λ.π. όπως διαμορφώθηκε με τους από 6-8-2012 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 162/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή