Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1551 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Εκβίαση.




Περίληψη:
Βούλευμα παραπεμπτικό στο ΜΟΔ. Ηθική αυτουργία από κοινού σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, άλλου προσώπου, καθώς και ηθική αυτουργία από κοινού, σε κακουργηματική εκβίαση. Έννοια όρων. Τρόπος τελέσεως της ηθικής αυτουργίας. Παράπονα κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που εφαρμόστηκαν και απορρίφθηκε η έφεση της κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το αναιρεσιβαλόμενο βούλευμα, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της στο Συμβούλιο, αφού με τα αναφερόμενα μέσα, πλήρως υπεράσπισε τον εαυτό της. Δεν υπάρχει μη νόμιμη παραπομπή της στο ακροατήριο, επειδή λήφθηκαν υπόψη καταθέσεις των συγκατηγορουμένων της, διότι η ΚΠΔ 211Α δεν έχει εφαρμογή στο ενδιάμεσο στάδιο, κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη. Ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον κατ΄ άρθρο 463 ΚΠΔ να προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως, λόγο που αφορά άλλον διάδικο. Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, επειδή το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για άλλο άτομο, διότι από το παραδεκτό του λόγου αυτού δεν αναμένεται όφελος για την αναιρεσείουσα, ούτε όταν από το Συμβούλιο Εφετών έγινε διόρθωση του πρωτόδικου βουλεύματος, αφού η διόρθωση δεν αφορά την αναιρεσείουσα. Απαράδεκτος ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Συμβουλίου από συμμετοχή του ανακριτή στο αναφερόμενο βούλευμα, αφού δεν αναφέρεται η σχέση του βουλεύματος αυτού, με το παραπεμπτικό βούλευμα. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.




Αριθμός 1551/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1479/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2, 2) Χ3, 3) Χ4 και 4) Χ5 και με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκων ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1560/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 98/8.3.10 και 98α/17.3.10, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:
Αριθ. 98/8.3.10.
"Ι) Με το υπ' αριθμ. 1198/2009 βούλευμα το συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών και η Χ1 για να δικαστεί ως υπαίτια τελέσεως από κοινού ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης με αυτουργούς τους Χ3 και Χ2 -αντίστοιχα -. Να σημειωθεί εδώ ότι το παραπάνω βούλευμα αποφάνθηκε και να μη γίνει κατηγορία κατά του Χ6 για τις αυτές πράξεις. Συγκεκριμένα το πρωτόδικο αυτό βούλευμα δέχθηκε τα εξής: "Ο [δολοφονηθείς] ΩΩ, καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης (μαθηματικός) και εν διαστάσει σύζυγος της εκκαλούσας κατ/νης Χ1, έχοντας διακόψει την έγγαμη συμβίωση του με αυτήν από πολλών ήδη ετών (από το έτος 1999), διέμενε μόνος του στο ισόγειο οικίας στην οδό ... του ... (πυλωτή, την οποία είχε διαμορφώσει σε κατοικία), στον πρώτο όροφο της οποίας διέμενε η ανωτέρω κατ/νη με τις (εκκαλούσες πολιτικώς ενάγουσες) κόρες τους Ψ1 και Ψ2. Τον Φεβρουάριο 2007 είχε προσδιορισθεί δικάσιμος για τη συζήτηση αγωγής που είχε καταθέσει για τη λύση του γάμου του με την εκκαλούσα κατ/νη, λόγω τετραετούς διάστασης, η υπόθεση, όμως, δεν εκδικάστηκε για τυπικούς λόγους. Τις βράδυνες ώρες της 27-7-2007 ο θανών και η κόρη του Ψ2 μετέβησαν σε θέατρο, για να παρακολουθήσουν την παράσταση του και στη συνέχεια δείπνησαν, περί ώρα, δε, 01.20' επέστρεψαν στις οικίες τους με το οδηγούμενο από τον πρώτο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΕΧΕ αυτοκίνητο του μάρκας Renault Clio, στη θέση του συνοδηγού του οποίου επέβαινε η προαναφερόμενη κόρη του, ο ίδιος, δε, στάθμευσε προσωρινά το αυτοκίνητο έξω από την είσοδο της οικίας, μέχρι να ανοίξει η τηλεχειριζόμενη αυλόπορτα της, προκειμένου να εισέλθει με το αυτοκίνητο στο προαύλιο της και να το σταθμεύσει εκεί. Τη στιγμή εκείνη δέχθηκε πυροβολισμό στο κεφάλι από την πλευρά του (κλειστού) παραθύρου της πόρτας του οδηγού (δηλαδή από την πλευρά του αυτοκινήτου στην οποία καθόταν), με αποτέλεσμα η βολίδα (που εισήλθε από την αριστερή πλευρά της μύτης του) να του προκαλέσει θλαστικό τραύμα σπλαχνικού κρανίου ηθμοειδών κυψελών, κάταγμα των ρινικών οστών, των οστών της ρινικής κοιλότητας και ρωγμώδες κάταγμα της περιοχής του δεξιού ινιακού κονδύλου, αιμορραγική διήθηση των τοιχωμάτων της δεξιάς σφαγίτιδος φλεβός κατά τόπους, αιμορραγική διήθηση των τοιχωμάτων της δεξιάς καρωτίδος αρτηρίας κατά τόπους και αιμορραγική διήθηση των μαλακών μορίων του τραχήλου, ιδίως δεξιά. Αφού μεταφέρθηκε αρχικά στο νοσοκομείο "Κ.Α.Τ.", διακομίσθηκε στη συνέχεια στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" και νοσηλευθείς στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του μέχρι την 9-8-2007, απεβίωσε την ημεροχρονολογία αυτή λόγω πολυοργανικής ανεπάρκειας ARDS, εξαιτίας σηπτικής κατάστασης σε έδαφος σπλαχνικού κρανίου. Η προκειμένη ανθρωποκτονία παρέμενε ανεξιχνίαστη από τις αστυνομικές αρχές μέχρι την 19-2-2008, ημεροχρονολογία κατά την οποία ο εκ των κατ/νων Χ4 μετέβη στη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, για να καταθέσει συμπληρωματικά (σε συνέχεια των από 22-12-2007, 27-12-2007 και 9-1-2008 καταθέσεων του) σχετικά με τη δράση εγκληματικής οργάνωσης, της οποίας ήταν μέλος και η οποία είχε σκοπό την παράνομη κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από αλλοδαπούς, τους οποίους προσέλκυαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα όχι ως λαθρομετανάστες, αλλά με το τέχνασμα της απευθείας κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας, κυρίως με την αναγνώριση τους από Έλληνες γεννήτορες ως δήθεν εξώγαμων, γεννηθέντων στην αλλοδαπή, τέκνων τους, έναντι αμοιβής 8.000 - 9.000 € ανά άτομο περίπου. Στη δοθείσα την 19-2-2008 κατάθεση του ο ανωτέρω κατ/νος ανέφερε ότι γνώριζε για τη δολοφονία του ΩΩ, ισχυρισθείς ότι αυτή σχεδιάστηκε από την εκκαλούσα κατ/νη Χ1 και εκτελέστηκε από τον ίδιο και τους κατ/νους Χ3 και Χ2 (δεύτερο εκκαλούντα κατ/νο). Με το εκκαλούμενο βούλευμα του το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών παρέπεμψε στο ανωτέρω Δικαστήριο τους εκκαλούντες κατ/νους, καθώς και τους προαναφερόμενους τρεις συγκατηγορουμένους τους για να δικαστούν για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, αφού δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Χ4, διατηρούσε με την οικογένεια του ΩΩ (τη σύζυγο και τις δύο κόρες του) οικογενειακές σχέσεις από δεκαετίας, όταν είχε συνάψει ένα σύντομο ερωτικό δεσμό με την κόρη του ζεύγους ΩΩ-Χ1, Ψ1. Με την συγκατηγορουμένη του, δε, Χ1 ανέπτυξε και επαγγελματική συνεργασία, ανοίγοντας μαζί της τον Φεβρουάριο του 2006, ένα γραφείο τελετών στο όνομα της δεύτερης κόρης του ζεύγους ΩΩ-Χ1, Ψ2, το οποίο έκλεισε την άνοιξη του 2007. Εκείνο, δε, το διάστημα και ειδικότερα περί το Πάσχα του 2007, η Χ1 άρχισε να ζητά από τον Χ4, ο οποίος πάσχει από μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας, σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να ανεχθεί τη μοναξιά και προτιμά μανιωδώς συντροφιά, ανεξάρτητα από πόσο λίγο τον ικανοποιεί, δεχόμενο να προσφέρει εξυπηρετήσεις σε γνωστούς για να τους έχει κοντά του, χωρίς σημαντικό προσδοκώμενο αποτέλεσμα (βλ. την από 23-6-2008 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την αριθμ. 369/2008 διάταξη της 26ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών), να τη βοηθήσει, να "βγάλει από τη μέση" τον εν διαστάσει σύζυγο της ΩΩ, διότι της δημιουργούσε πολλά προβλήματα, με εξυβρίσεις, χειροδικίες, άσχημη συμπεριφορά στην ίδια και στις δύο κόρες τους, επικαλούμενη ακόμη και απόπειρα δολοφονίας σε βάρος της. Για να τον πείσει, δε, να τη βοηθήσει, του έλεγε ότι είναι ο μόνος άνθρωπος που θα έσωζε τη ζωή της και τη ζωή των παιδιών της. Ζητούσε, δε, συγκεκριμένα, να βρει άνθρωπο να αναλάβει "να κάνει αυτή τη δουλειά", δηλαδή να δολοφονήσει τον εν διαστάσει σύζυγο της. Έτσι, ο Χ4 απευθύνθηκε στον συγκατηγορούμενό του Χ2, τον οποίο γνώριζε προ οκταμήνου, όταν ο τελευταίος με πρόταση του Χ4 είχε ενταχθεί στην εγκληματική οργάνωση που προαναφέρθηκε και αναγνώρισε σαν δικά του τέσσερα αλλοδαπά τέκνα από τον ’γιο Δομίνικο, αντί αμοιβής 5.000 ευρώ. Ο τελευταίος, έπειτα από διαπραγματεύσεις για το ύψος της αμοιβής (ζητούσε αρχικά 40.000 - 50.000 €), δέχθηκε να αναλάβει τη δολοφονία, αντί του ποσού των 30.000 €. Έφερε, δε, ο Χ4 σε επαφή την Χ1 με τον Χ2, δύο φορές, σε καφετέρια στον ..., όπου η Χ1 επανέλαβε και στον Χ2 τους λόγους για τους οποίους ήθελε "να βγάλει από τη μέση" τον εν διαστάσει σύζυγο της. Στη δεύτερη συνάντηση τους η Χ1 έδωσε στον Χ2 το ποσό των 4.000 €, προκειμένου αυτός να βρει όπλο για τη δολοφονία. Ο Χ2 επικοινώνησε με τον συγκατηγορούμενό του Χ5, επίσης εμπλεκόμενο στην εγκληματική οργάνωση της παράνομης ελληνοποίησης αλλοδαπών τέκνων με πλαστά πιστοποιητικά, αφού και αυτός είχε αναγνωρίσει αλλοδαπά τέκνα σαν δήθεν δικά του, αντί αμοιβής, ο οποίος δέχθηκε να του προμηθεύσει όπλο, αντί του ποσού των 3.000 €. Το όπλο παραδόθηκε στον Χ2 από τον Χ5 στη Λεωφόρο ... στο ..., σε μία αλάνα δίπλα σε ένα βουλκανιζατέρ. Ακολούθως, ο Χ4 ξενάγησε τον Χ2 στους χώρους γύρω από την κατοικία ΩΩ στον ..., του έδωσε και φωτογραφία του ΩΩ και του είπε ότι η Χ1 το υπόλοιπο ποσό των 26.000 € θα του το έδινε μετά τη δολοφονία. Ο Χ2 απευθύνθηκε στον συγκατηγορούμενό του Χ3, φίλο του γιου του ... και χρήστη ναρκωτικών ουσιών και του πρότεινε να αναλάβει να δολοφονήσει τον ΩΩ, αντί του ποσού των 500 €. Ο Χ3 δέχθηκε, αφού με το ποσό αυτό θα εξασφάλιζε αρκετές δόσεις ναρκωτικών ουσιών. Ακολούθως, στις 27-7-2007, η Χ1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Χ4 και του είπε ότι ο ΩΩ, με τη κόρη τους Ψ2, θα πήγαιναν το βράδυ να παρακολουθήσουν θεατρική παράσταση και ότι έπρεπε να ειδοποιήσει τον Χ2 να "κάνει τη δουλειά" εκείνο το βράδυ. Ο Χ2, οδηγώντας το με αριθμητικό μέρος πινακίδας 8086 αυτοκίνητο του, παλαιού μοντέλου, μάρκας FIAT, μετέβη μαζί με τον Χ3 στην οικία ΩΩ στον ... (οδός ...) και ανέμεναν έξω από αυτή την επιστροφή του ΩΩ. Κατά την άφιξη του και ενώ ανέμενε το άνοιγμα της τηλεχειριζόμενης αυλόπορτας, ο Χ3 πλησίασε το αυτοκίνητο και από το κλειστό παράθυρο του αυτοκινήτου τον πυροβόλησε, όπως περιγράφεται παραπάνω. Μεταφέρθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο "ΚΑΤ" και εν συνεχεία στο Νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ", όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι 9-8-2007, που απεβίωσε. Αμέσως μετά το θάνατο του ΩΩ, ενώ ακόμη η Χ1 βρισκόταν στο Νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" ζήτησε από τον Χ4 να μεταβεί εκεί, μαζί με τον Χ2, για να παραδώσει στον τελευταίο τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει. Αυτοί μετέβησαν εκεί και η Χ1 παρέδωσε στον Χ2 σε κλειστό φάκελο το ποσό των 16.000 €. Ο Χ2 συνέχιζε να ζητά τα υπόλοιπα χρήματα από την Χ1. Τότε αυτή ζήτησε από τον Χ4 να του μεταφέρει ένα σχέδιο, ώστε να πάρει τα υπόλοιπα χρήματα από την αδελφή της ΑΑ, δηλαδή να τηλεφωνήσει σ' αυτή και να της ζητήσει το ποσό των 30.000 €, λέγοντας της ότι, εάν δεν του τα έδινε, θα σκότωνε την ίδια (Χ1). Από τα χρήματα αυτά θα έπαιρνε αυτός το ποσό των 10.000 € για το υπόλοιπο της αμοιβής του και τα υπόλοιπα θα τα μοιράζονταν ο Χ4 με την ίδια. Ο Χ2 δέχθηκε και έτσι ο Χ4, σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες της Χ1, του έδωσε δύο τηλεκάρτες από τις οποίες θα τηλεφωνούσε στην ΑΑ, του είπε δε με την ίδια κάρτα να τηλεφωνήσει και στον αριθμό κλήσης ... που ανήκε στον Χ6, προς τον οποίο η Χ1 επεδίωκε, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, να στρέψει τις έρευνες της αστυνομίας. Ο Χ2 στις 28-8-2007, χρησιμοποιώντας τη με αριθμό ... τηλεκάρτα από καρτοτηλέφωνο του ΟΤΕ, πραγματοποίησε κλήση στον ανωτέρω αριθμό τηλεφωνικής σύνδεσης που ανήκε στον Χ6 και στις 4-9-2007, περί ώρα 13.37', με την ίδια τηλεκάρτα από καρτοτηλέφωνο του ΟΤΕ με αριθμό ..., τηλεφώνησε στην ΑΑ στο κινητό της τηλέφωνο με αριθμό ..., λέγοντας της "κυρία ..., θα μου δώσεις 35.000 € για να μη δεις την αδελφή σου και τα παιδιά της, όπως τον άλλον". Η ανωτέρω δεν υπέκυψε στον εκβιασμό και την ίδια ημέρα μετέβη στη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, όπου κατήγγειλε το γεγονός. Μετά την εξέλιξη αυτή η Χ1 ζήτησε από τον Χ2, μέσω του Χ4, να μη συνεχίσει την εκβίαση σε βάρος της αδελφής της". Έτσι το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα προεκτεθέντα προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατ/νων και των ανωτέρω τριών συγκατηγορουμένων τους δεχθέν ότι "Η προανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου Χ4, η απολογία του ενώπιον της 26ης Τακτικής Ανακρίτριας, η κατ' αντιπαράσταση εξέταση του με την συγκατηγορουμένη του Χ1, αλλά και οι προανακριτικές απολογίες των συγκατηγορουμένων του Χ3 και Χ2, ενισχύονται και από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ2, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας και περιγράφει ως ύποπτο αυτοκίνητο, μάρκας FIAT, παλαιού μοντέλου, σκούρου χρώματος, που ταιριάζει με το αυτοκίνητο του Χ2, περιγράφει ακόμη τη σκηνή της δολοφονίας όπως ακριβώς την περιέγραψαν προανακριτικως και οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3, γεγονός που εάν δεν είχαν ιδία γνώση της σκηνής της δολοφονίας, δεν θα ήταν σε θέση να την περιγράψουν, παρά μόνο εάν τους το μετέφερε η ίδια, με την οποία όμως δεν προέκυψε καμία σύνδεση. Εξάλλου, στην κατοικία του Χ2 ανευρέθηκε και κατασχέθηκε η υπ' αριθμ. ... τηλεκαρτα με την οποία έγινε η κλήση προς την αδελφή της Χ1, ΑΑ και τον Χ6. Ακόμη, προσφωνήθηκε κατά την κλήση η ΑΑ, ως "κυρία ΑΑ", όνομα που δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ο Χ2, εάν δεν του το μετέφερε η Χ1 ή ο Χ4, αφού με το όνομα αυτό ήταν γνωστή μόνο στο στενό οικογενειακό της περιβάλλον. Επιπλέον, αξιοσημείωτο είναι, ότι η κατηγορουμένη Χ1 πραγματοποίησε ανάληψη συνολικού χρηματικού ποσού 15.000 € κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-2007 έως 12-7-2007, από τον κοινό με την αδελφή της, ΑΑ, τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό ..., με τρεις αναλήψεις ποσού 5.000 € η καθεμία, στις 6-7-2007, 10-7-2007 και 12-7-2007. Το χρηματικό ποσό των 15.000 € συμφωνεί με το ποσό των 15.000 € που η Χ1, σύμφωνα με την προανακριτική κατάθεση του Χ4, είχε δώσει σ' αυτόν για να το παραδώσει στον Χ2, πριν από τη δολοφονία του, στις 28-7-2007, όταν μία ακόμη φορά είχαν επιχειρήσει (μαζί με τον Χ3) να τον δολοφονήσουν την ώρα που αυτός θα βρισκόταν μέσα στην κατοικία του, αλλά απέτυχαν, διότι το θύμα δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι του, το δε χρηματικό ποσό επεστράφη από τον Χ4 στην Χ1. Αγγίζει, επίσης, και το ποσό των 16.000 € που τελικά παρέδωσε στον Χ2 μετά το θάνατο του ΩΩ. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της ότι έκανε τις αναλήψεις για λογαριασμό της αδελφής της από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιβεβαιώθηκε. Ο ισχυρισμός της Χ1 ότι τα όσα καταθέτει ο Χ4 είναι ψευδή, εξαιτίας της ψυχικής του νόσου, κρίνεται αβάσιμος, διότι από την προαναφερόμενη ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε, δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω, εξαιτίας της νόσου του, καταθέτει ψευδή γεγονότα, αντίθετα προκύπτει ότι θέλει να λυτρωθεί από τις τύψεις που τον βασανίζουν και ομολογεί. Αυτό εξάλλου, επιβεβαιώνεται και από την καταγγελία του για την εγκληματική οργάνωση παράνομης ελληνοποίησης αλλοδαπών με πλαστά πιστοποιητικά, την ύπαρξη της οποίας επιβεβαιώνει τόσο ο Χ2, λέγοντας ότι αναγνώρισε αλλοδαπά παιδιά σαν δήθεν δικά του γεννηθέντα εκτός γάμου, αντί αμοιβής 5000 €, όσο και ο Χ3, λέγοντας ότι ο Χ4του πρότεινε να αναγνωρίσει αλλοδαπά παιδιά σαν δικά του, αντί αμοιβής 700 € για κάθε τέκνο που θα αναγνώριζε. Επιπλέον, η Χ1 ενώπιον του Συμβουλίου, κατέθεσε ότι ο Χ4 είναι αναμεμειγμένος στην υπόθεση της δολοφονίας του εν διαστάσει συζύγου της, αφού τον Φεβρουάριο του 2007, όταν η κόρη της Ψ1 αρνήθηκε να επανασυνδεθεί ερωτικά μαζί του, αυτός της είπε "θα μετανιώσεις, θα φτύσεις αίμα, όχι γάμος δεν θα γίνει, θα γίνουν κηδείες". Τούτο, ανεξαρτήτως ότι δεν το ανέφερε ουδέποτε στις αρμόδιες αρχές, αν και θα αποτελούσε σημαντικό στοιχείο για την εξιχνίαση της δολοφονίας, τη στιγμή που η ίδια έδιδε κάθε πληροφορία για διάφορα πρόσωπα που πιθανόν να είχαν εμπλοκή στη δολοφονία του εν διαστάσει συζύγου της, έρχεται σε αντίθεση με την επιμονή της να ερευνηθεί από τις αρχές τυχόν συμμετοχή του Χ6 στη δολοφονία, δεδομένου ότι ούτε η ίδια γνωρίζει εάν μεταξύ Χ4 και Χ6 υπάρχει γνωριμία. Ακόμη, ο ισχυρισμός της ότι τα οικονομικά ζητήματα, μεταξύ αυτής και του συζύγου της, ήταν τακτοποιημένα είναι αντιφατικός με την αρχική της κατάθεση, στην οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, τα "κληρονομικά τους" θα τα συζητούσαν μετά το διαζύγιο τους, αλλά και με την αρχική κατάθεση της κόρης της Ψ2, κατά την οποία οι γονείς της είχαν αντιδικίες για τα οικονομικά τους, ενόψει του διαζυγίου τους. Περαιτέρω, από τις κατ' οίκον έρευνες που διενεργήθηκαν από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές στις 21-2-2008, ανευρέθησαν στην οικία του κατηγορουμένου Χ3 τρία φυσίγγια πολεμικού διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών, ένα φυσίγγιο ανενεργό το οποίο έφερε βολίδα επίσης διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών, ένα φυσίγγιο αγνώστου διαμετρήματος με την ένδειξη "270" στον πυθμένα αυτού, ένα ανενεργό φυσίγγιο με βολίδα με την ένδειξη "ΗΧΠ68" στον πυθμένα αυτού, ένα φυσίγγιο ενεργό διαμετρήματος 9X9, μία δερμάτινη θήκη μεταφοράς κυνηγετικών φυσιγγίων με 14 ενεργά φυσίγγια κυνηγίου με κάλυκα, ένα ενεργό φυσίγγιο πολεμικού διαμετρήματος με την ένδειξη "SL53" στον πυθμένα αυτού, επτά κάλυκες φυσιγγίων αγνώστου διαμετρήματος με την ένδειξη "3ΥΚζ6" στον πυθμένα τους και ένα δίκαννο τυφέκιο με ξύλινο κοντάκιο και αριθμό κάννης ..., διαμετρήματος 12 Χ 70 και στην οικία του κατηγορουμένου Χ5 ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης πάνω σε απόκομμα εφημερίδας, συνολικού μικτού βάρους 11 γραμμαρίων, μία συσκευασία μάρκας DRUM με χαρτάκια - φύλλα περιτυλίγματος καπνού και μία σακούλα νάιλον με ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης μικτού βάρους 102 γραμμαρίων". Κατά του βουλεύματος αυτού η ανωτέρω άσκησε την υπ' αριθμ. 231/2009 έφεση και το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1479/2009 βούλευμά του απέρριψε αυτή ως αβάσιμη στην ουσία της. Συγκεκριμένα το άνω συμβούλιο με το άνω βούλευμά του και με αναφορά στις σκέψεις του Εισαγγελέως Εφετών και με δικές του συμπληρωματικές σκέψεις δέχθηκε - αφού " μελέτησε όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων (ανακριτικές και προανακριτικές), τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών ενώπιον του ανακριτή, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας (μεταξύ των οποίων και οι 23-6-08 και 3-6-2008 εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ... που διορίσθηκε από τον ανακριτή) η από 17-9-2008 κατ' αντιπαράσταση εξέταση των κατηγορουμένων Χ1 και Χ4 και η από 21-5-2008 έκθεση εργαστηριακής απομαγνητοφώνησης, τις απολογίες των κατηγορουμένων και όλων των ισχυρισμών τους που εμπεριέχονται στα απολογητικά της υπομνήματα, στις κρινόμενες εφέσεις, στους ισχυρισμούς που ανέπτυξαν ενώπιον του Συμβουλίου οι εκκαλούσες πολιτικώς ενάγουσες κατά τη συνεδρίαση της 7-7-2009 και τα έγγραφα που αυτές προσκόμισαν ενώπιον του Συμβουλίου κατά την ανωτέρω συνεδρίαση". Ότι "προκύπτουν πράγματι επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατ/νων Χ1 και Χ2, καθώς και των τριών ανωτέρω συγκατηγορουμένων τους Χ3, Χ4 και Χ5, για την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, ενδείξεις δηλαδή σύμφωνα με τις οποίες οι αποδιδόμενες σε βάρος τους κατηγορίες θα προκαλέσουν τη σοβαρή απασχόληση του Δικαστηρίου, γεγονός το οποίο συμβαίνει, όταν η κατηγορία εμφανίζει ίσες πιθανότητες για την ενοχή ή την αθωότητα του κατ/νου (Ι. Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, γ' έκδοση, Β' τόμος, σελ. 381, Χρ. Γιώτη Τα Δικαστικά Συμβούλια, Α σελ.40-41). Ειδικότερα, πέραν των διαλαμβανομένων στο σκεπτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος και αφού τονιστεί ότι η απαγόρευση της διάταξης του άρθρου 21 ΙΑ ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", ισχύει μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα όταν το Δικαστήριο άγεται σε καταδικαστική κρίση και ως μόνο αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο λαμβάνεται η μαρτυρία αυτή, δεν έχει, δε, εφαρμογή η απαγόρευση αυτή στο ενδιάμεσο στάδιο κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη (ΑΠ 1302/2004 σε Συμβ. Ποιν.Λογ. 2004/1584, ΑΠ 1450/2006 Ποιν.Λογ. 2006/1339, ΑΠ 560/2007 σε Συμβ.), σημειώνονται τα ακόλουθα: α) Εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι τα αναφερθέντα από τον κατ/νο Χ4 είναι χαλκευμένα και υποβολιμαία σε βάρος, κυρίως, της εκκαλούσας κατ/νης Χ1 ή οφείλονται στη "μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας", από την οποία διαγνώσθηκε ότι αυτός πάσχει (και η οποία, πάντως, δεν αξιολογείται ως αιτία ψευδών καταγγελιών, μυθομανίας κλπ.), δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί κατά τους κανόνες της λογικής το γεγονός ότι ο εκκαλών κατ/νος Χ2, αλλά και ο κατ/νος Χ3 ενέταξαν τα αναφερθέντα στις προανακριτικές απολογίες τους πραγματικά περιστατικά της προκειμένης υπόθεσης στο αυτό με τον ανωτέρω κατ/νο (Χ4) πλαίσιο και μάλιστα τα περιστατικά του τρόπου της δολοφονικής επίθεσης κατά του ΩΩ. Εάν, δε, μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το περιεχόμενο της προανακριτικής απολογίας του κατ/νου Χ3 είναι απότοκο της εκ μέρους του χρήσης ναρκωτικών ουσιών (η οποία, πάντως, δεν είναι δυνατόν να δικαιολογήσει την κατάθεση γεγονότων που αναφέρονται και από άλλα πρόσωπα, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, τους κατ/νους Χ4 και Χ2), τούτο δεν μπορεί να λεχθεί και για την προανακριτική απολογία του κατ/νου Χ2, ο οποίος ανέφερε γεγονότα που συγκροτούσαν και σε βάρος του εγκλήματα ιδιαίτερης κοινωνικής απαξίας και βαρύτητας. Είναι, δε, αξιοσημείωτο ότι στην ανακριτική απολογία του δεν επιβεβαιώνει την προανακριτική του, χωρίς, όμως, να αναφέρει ευλογοφανή λόγο, για τον οποίο είχε προβεί σ' αυτήν ("Φοβήθηκα" [;] "και υπέγραψα την προανακριτική μου κατάθεση"), αλλά και να εξηγεί τον τρόπο γνώσης από τον ίδιο όσων γεγονότων είχε αναφέρει σ' αυτήν και μάλιστα λεπτομερώς, β) Εάν, επίσης, ήθελε υποτεθεί ότι τα αναφερθέντα από τον κατ/νο Χ4 είναι ψευδή, δεν θα ήταν δυνατόν να εξηγηθεί ο λόγος της πραγματοποίησης από τον εκκαλούντα κατ/νο Χ2 τηλεφωνικών κλήσεων, με τη χρήση της προαναφερόμενης ανευρεθείσας στην οικία του τηλεκάρτας που του είχε χορηγήσει (ο κατ/νος Χ4), προς την ΑΑ (αδελφή της εκκαλούσας κατ/νης Χ1) και τον κατ/νο Χ6, με τους οποίους εξ ουδενός στοιχείου της δικογραφίας προκύπτει ότι είχε οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία ο εκκαλών κατ/νος Χ2, όπως, επίσης, δεν προκύπτει ότι είχε οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία με τον κατ/νο Χ6 ο κατ/νος Χ4, σε αντίθεση με την εκκαλούσα κατ/νη Χ1, με την οποία γνωριζόταν από πολλών ετών και είχε μάλιστα αναπτύξει την προαναφερόμενη επιχειρηματική συνεργασία μαζί της (μέσω της κόρης της Ψ2). γ) Η εκκαλούσα κατ/νη Χ1 υποστηρίζει ότι οι σχέσεις της με τον δολοφονηθέντα εν διαστάσει σύζυγο της ΩΩ ήταν αρμονικότατες και δεν υπήρχαν μεταξύ τους προσωπικές ή οικονομικές διενέξεις. Ο ισχυρισμός της, όμως, αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, με βάση αντίθετα κατατεθέντα από μάρτυρες και συγκεκριμένα τον αδελφό του θύματος ΒΒ, ο οποίος στην από 22-5-2008 ανακριτική κατάθεση του ανέφερε ότι "... Ξέραμε ότι δεν είχαν καλές σχέσεις ο αδελφός μου με τη σύζυγο του ... Δεν ξέρω αν η Χ1 είχε σχέση με τη δολοφονία, δεν θέλω να το σκέπτομαι και δεν το αποκλείω...", την κόρη του θύματος και της ίδιας Ψ2, η οποία στην από 1-8-2007 προανακριτική κατάθεση της ανέφερε ότι "... Αν και μένουν τόσο κοντά δεν έχουν εντάσεις μεταξύ τους, εκτός από κάποια αντιδικία σχετικά με οικονομικά θέματα για την έκδοση του διαζυγίου ...", τον πρώτο εξάδελφο εξ αγχιστείας του θύματος ΓΓ, ο οποίος στην από 13-5-2008 ανακριτική κατάθεση του ανέφερε ότι "... Εγώ πιστεύω ότι αυτή τον μισούσε ...", την πρώτη εξαδέλφη του θύματος ΔΔ, η οποία στην από 13-5-2008 ανακριτική κατάθεση της ανέφερε ότι"... Πιστεύω ότι πίσω από τη δολοφονία του ξαδέλφου μου είναι η σύζυγος του ... Ίσως, επειδή άκουσε η Χ1 ότι θα παντρευόταν ο ΩΩ με την κα ΕΕ, μπορεί να ζήλεψε ...", καθώς και την ΕΕ, με την οποία είχε συνάψει δεσμό το θύμα και η οποία στην από 6-5-2008 ανακριτική κατάθεση της ανέφερε ότι "... Είμαι σίγουρη 100% ότι η Χ1 είναι πίσω από τη δολοφονία του ΩΩ, το έκανε τώρα γιατί θα έπαιρναν διαζύγιο ... Της κόρης του της Ψ1 της ξέφυγε και μου είπε ότι μισούνται οι γονείς της, ήταν με τον φίλο της τον ... και ήμασταν για φαγητό μαζί ...", δ) Δημιουργεί ερωτηματικά η ανάληψη (συμπτωματική;) κατά την προαναφερόμενη χρονική περίοδο από την εκκαλούσα κατ/νη Χ1 του ποσού των 15.000 € σε τρεις δόσεις από τον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε από κοινού με την αδελφή της ΑΑ. Η ανάληψη του ποσού αυτού αιτιολογείται ατελώς από την ανωτέρω αδελφή της εκκαλούσας κατ/νης, η οποία σε έγγραφο της απευθυνόμενο στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών τιτλοφορούμενο "δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και αίτημα" και κατατεθέν την 13-3-2009 (όταν η διενέργεια της κύριας ανάκρισης είχε περαιωθεί και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών είχε εκδώσει την 17-2-2009 το υπ' αριθμ. 562/2009 βούλευμα του, με το οποίο είχε απόσχει να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης, μέχρι να αποφανθεί ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών για την ύπαρξη ή ανυπαρξία επαρκών ενδείξεων ενοχής και του κατ/νου Χ6) ανέφερε χωρίς περαιτέρω διασαφήνιση ότι οι πραγματοποιηθείσες τρεις κινήσεις στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό από την εκκαλούσα κατ/νη έγιναν για λογαριασμό της ... και σχετικά, δε, με την ανωτέρω δήλωση παράσταση πολιτικής αγωγής της επισημαίνονται τα εξής : "Η Χ1 αντιδρούσε στη λύση του γάμου της με τον ΩΩ με συναινετικό διαζύγιο γι' αυτό και ο τελευταίος ζήτησε με αγωγή του τη λύση του γάμου λόγω παρέλευσης 4ετίας σε διάσταση. Μετά τη λύση του γάμου και την σύναψη νέου γάμου του ΩΩ με την ΕΕ, η εκκαλούσα θα έφευγε από το σπίτι που έμενε, δεν θα εισέπραττε το εφάπαξ του συζύγου, υπήρχε ο (αβάσιμος) φόβος ότι, ενόψει και της επισφαλούς κατάστασης της υγείας της, τα τέκνα της δεν θα είχαν την οικονομική στήριξη που είχαν μέχρι τότε από τον πατέρα τους, έτρεφε αισθήματα μίσους κατά του συζύγου της και γι' αυτό όταν επρόκειτο αυτός τον Οκτώβριο 2004 να ταξιδέψει στην Ιταλία με την ΕΕ, η εκκαλούσα του αφαίρεσε το διαβατήριο και την αστυνομική του ταυτότητα για να αποτρέψει τη μετάβαση του στην Ιταλία, όπως τα ανωτέρω προκύπτουν με σαφήνεια από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΕΕ, ..., ΓΓ ενώπιον του. "Επίσης ... επειδή, περαιτέρω, η εκκαλούσα κατ/νη Χ1 με την έφεσή της και με το από 15-5-2009 (κατατεθέν την 18-5-2009) υπόμνημα - αίτησή της ζήτησε να παραστεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου σας, προκειμένου να εκθέσει και προφορικά τους λόγους της έφεσής της, καθώς επίσης πληρέστερα και εκτενέστερα τις απόψεις της. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα κατ/νη Χ1 έχει αναπτύξει αρκούντως τις απόψεις της και διατυπώσει τους υπεραστικούς ισχυρισμούς της με την ενώπιον τη ανωτέρω Ανακρίτριας απολογία της, το από 25-2-2008 απολογητικό υπόμνημα, τους από 4-3-2008 λόγους προσφυγής της κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησής της, το από 28-7-2008 υπόμνημά της για τη μη παράταση της προσωρινής κράτησής της, το από 13-2-2009 υπόμνημά της, την από 24-4-2009 έκθεση της έφεσής της και το προαναφερόμενο από 15-5-2009 υπόμνημα - αίτησή της και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισής της ενώπιον του Συμβουλίου σας ...". Επί πλέον το αυτό συμβούλιο με το αυτό βούλευμά του δέχθηκε ότι "Επειδή στο σκεπτικό μέρος του εκκαλουμένου βουλεύματος διαλαμβάνεται ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις ενοχής του κατ/νου Χ6 για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης και παρατίθενται τα προαναφερθέντα και αιτιολογούντα την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστικού Συμβουλίου πραγματικά περιστατικά, από προφανή παραδρομή, όμως: α) Στο σκεπτικό μέρος του προσβαλλόμενου βουλεύματος και ειδικότερα στον έβδομο στίχο της σελ. 36 μετά τις λέξεις "ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως" δεν γράφηκε: "τελεσθείσα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση" (δεδομένου ότι υπό αυτή τη μορφή αποδίδεται η ανθρωποκτονία στον φερόμενο φυσικό αυτουργό της κατ/νο Χ3) και πρέπει να συμπληρωθεί κατά τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 317§1 περ. α', 318 και 481§1 ΚΠΔ. β) Στο διατακτικό μέρος του προσβαλλόμενου βουλεύματος δεν περιελήφθη σχετική διάταξη και κατά συνέπεια, πρέπει, σύμφωνα με τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις, να συμπληρωθεί αυτό από το Συμβούλιό σας και ειδικότερα στη σελίδα 42 του εκκαλουμένου βουλεύματος, μετά τον δέκατο πέμπτο στίχο να τεθεί η πρόταση "Αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Χ6, κατοίκου ..., για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση τελεσθείσα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης, που φέρεται ότι τέλεσε στον ... την 28-7-2007 και στις ,,, την 4-9-2007 αντιστοίχως - ". Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 22-10-2009 [με θυροκόλληση] και κατ' αυτού άσκησε στις 26-10-2009 ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της - με βάση του υπ' αριθμ. ..../22-10-2009 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου - την υπ' αριθμ. 198/2009 αίτηση αναίρεσης, προβάλουσα ως λόγους αναίρεσης : α) Απόλυτη ακυρότητα-υπέρβαση εξουσίας, διότι παράνομα προέβη στις ρηθείσες διορθώσεις, διότι απάλλαξε τον Χ6 χωρίς να έχει ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη. β) Απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης της ανακρίτριας - που είχε συμμετάσχει στη σύνθεση του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που εξέδωσε το υπ' αριθμ. 2693/2007 βούλευμα στην ίδια υπόθεση και διότι το βούλευμα δεν απάντησε στα αιτήματά της που είχε υποβάλλει με την έφεσή της και αναιτιολόγητα απέρριψε το αίτημά της για αυτοπρόσωπη εμφάνισή στο συμβούλιο. γ)Έλλειψη αιτιολογίας διότι δεν διευκρινίζει τη πράξη της και δη με ποιες ακριβώς πράξεις πραγμάτωσε την ηθική αυτουργία και πως οι συγκατηγορούμενοί της τέλεσαν κατά συναυτουργία την ηθική αυτουργία.
ΙΙ) Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και αναφέρονται στην αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και οι λόγοι με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και κρίθηκε ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορούμενου και την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο - βλ. Α.Π. 923/2008, Α.Π. 156/2007,Α.Π. 1468/2007, Α.Π. 1/2005 Ολ., κ.α. - Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 46§1 εδ. α Π.Κ. για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται και α) πρόκληση [από τον ηθικό αυτουργό] σε κάποιον άλλον, τον αυτουργό, της απόφασης να τελέσει ορισμένη άδικη πράξη. Η πρόκληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο π.χ. υπόσχεση, ή παροχή αμοιβής βλ. Α.Π. 592/87, Α.Π. 332/92, Α.Π. 156/95, Α.Π. 434/95, Α.Π. 2271/2002, Α.Π. 1585/2005 κ.α. β) Η πρόκληση να γίνει με πρόθεση γ) ο άλλος να επιτελέσει την άδικη πράξη ή να επιχειρήση απόπειρα αυτής δ)δόλος [βλ. Α.Π. 811/2001, Α.Π. 1303/2002, Α.Π. 1585/2005, Α.Π. 601/2006, Α.Π. 949/2007, Α.Π. 1646/2008 κ.α. - Εξ άλλου η πρόκληση κ.λ.π. μπορεί να γίνει και από από κοινού, κατά συναυτουργία βλ. Α.Π. 523/84, Α.Π. 1318/80 κ.α., Μπουρόπουλο Ερμ. Π.Κ. τομ. Α σελ. 144, 133 σημ. 2, Μυλωνόπουλο Ποινικό Δίκαιο ΓενΜ. σελ. 228, Κοτσαλη Ποινικό Δίκαιο σελ. 824-5 Χωραφά Ποινικό Δίκαιο (1978) σελ. 343. Τέλος ηθική αυτουργία είναι δυνατή και σε έγκλημα που παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας - βλ. περιπτώσεις Α.Π. 540/2006, Α.Π. 815/2006, Α.Π. 90/94 κ.α. Επειδή κατά το άρθρο 463 Κ.Ποιν.Δ. ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον όχι μόνο για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης αλλά και για κάθε λόγο αυτής - βλ. Α.Π. 1378/2001, Α.Π. 580/2001, Α.Π. 1244/86 Ολ. Α.Π. 611/2006, Α.Π. 1626/2006 κ.α. Έτσι λείπει τέτοιο συμφέρον όταν προβάλλεται λόγος που αφορά αποκλειστικά άλλον διάδικο - βλ. Α.Π. 1003/85, Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ. β σελ. 133, Παπαδαμάκη Ποινική Δικονομία (2006) σελ. 490, Δέδε Ποινική Δικονομία (1990) 532, - ή όταν από το παραδεκτό του σχετικού λόγου δεν αναμένεται όφελος [βλ. Α.Π. 1355/88, Α.Π. 422/2006]. Επειδή η κατά τα άρθρα 317§1, 318 Κ.Π.Δ. δικαιοδοσία του συμβουλίου Εφετών περιλαμβάνει την εντός των ορίων των λόγων της εφέσεως σε σχέση με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής έρευνα της ουσιαστικής και νομικής ορθότητας της υποθέσεως [βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ. Α σελ. 428-9, Α.Π. 397/81, Α.Π. 1281/85 κ.α.]. Επειδή η λεγόμενη αρχή του "νομίμου" δικαστή αναφέρεται αποκλειστικά σε δικαστήριο [ή ενδεχομένως σε συμβούλιο] δηλ. στα πρόσωπα που απονέμουν δικαιοσύνη κατά το Σύνταγμα. Επομένως δεν ισχύει στους ανακριτικούς υπαλλήλους. Έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για "νόμιμο" Εισαγγελέα - ανακριτή [βλ. Καρρά Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο (2007) σελ. 238 Νο 271, Δαλακούρας, Ποινική Δικονομία (2007) σελ. 112] για τους οποίους, ισχύουν τα άρθρα 14 ΕΠ Κ.Π.Δ. Η κακή σύνθεση ως λόγος αναίρεσης περιλαμβάνεται μεν στην έννοια της απόλυτης ακυρότητας, αναφέρεται όμως σε σύνθεση συλλογικού οργάνου [συμβουλίου], και πρέπει να συγκεκριμενοποιείται ο σχετικός λόγος. Επειδή, ναι μεν κατά το άρθρο 309§2 Κ.Π.Δ. - 474§2 Κ.Π.Δ. ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την ενώπιον του συμβουλίου αυτοπρόσωπη εμφάνισή του "για να δώσει κάθε διευκρίνιση" πλην όμως η σχετική αίτηση θεωρείται ότι νόμιμα απορρίπτεται όταν αναφέρονται σαφώς οι σχετικοί λόγοι αυτής [απορρίψεως]. Τέτοιος λόγος είναι π.χ. ότι ο αιτών έχει ήδη αναπτύξει επαρκώς τις απόψεις του με υπόμνημα, την έφεση, απολογία κ.λ.π. - βλ. Α.Π. 1847/2008, Α.Π. 1683/2007, Α.Π. 1724/2007, Α.Π. 4/2001, Α.Π. 1007/85, Α.Π. 300/2001 κ.α. αιτιολογία που δεν έρχεται σε αντίθεση με υπερ-νομοθετική πηγή βλ. Α.Π. 1226/2008. Βέβαια υποτίθεται ότι πρέπει να αναφέρεται στη σχετική αίτηση και το σχετικό θέμα - βλ. Α.Π. 1936/2008, Α.Π. 816/98, Α.Π. 1664/84 κ.α. - και γιατί απαιτείται προς τούτο αυτοπρόσωπη εμφάνιση βλ. Α.Π. 816/98. Επειδή απάντηση και δη ειδική και εμπεριστατωμένη δεν απαιτείται για κάθε ισχυρισμό των διαδίκων που άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, αλλά μόνο για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς [βλ. Α.Π. 1617/85, Α.Π. 1187/88, Α.Π. 1128/77 κ.α.]. Οι άνω ισχυρισμοί που αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης απορρίπτονται από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά που είναι αντίθετα με αυτούς. Η εκτίμηση δε πραγματικών περιστατικών, η φερόμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ο τρόπος αξιολογήσεως αυτών κ.λ.π. δεν ελέγχεται, ούτε μπορεί να ελεγχθεί από τον ’ρειο Πάγο, αφού αυτός δεν αποτελεί δικαστήριο ουσίας. Επειδή από την οικεία έκθεση εφέσεως - που επιτρεπτά επισκοπείται, διότι συνάπτεται με λόγους αναίρεσης - προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα έχει επικαλεσθεί ως λόγους εφέσεως εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων [π.χ. διότι υιοθετεί αυθαίρετα την εκδοχή του Χ4, αγνοεί τις καταθέσεις των Ψ2 και Ψ1, ΑΑ κλ.π.] ζήτησε δε την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο συμβούλιο "προκειμένου να εκθέσει και διαζώσης τους λόγους της εφέσεώς της, στο δε υπόμνημά της "προκειμένου να εκθέσει πληρέστερα και εκτενέστερα τις απόψεις της και να δοθεί η δυνατότητα να εκτιμηθεί η προσωπικότητά της". Να σημειωθεί εδώ ότι στο από 15-5-2009 υπόμνημά της προς το συμβούλιο Εφετών αναφέρει ορισμένα, κατά τη κρίση της, κενά της ανάκρισης [έχουν σχέση με τη μεταχείριση του Χ4 κ.λ.π.] κυρίως δε με την φερόμενη ανυπαρξία ενδείξεων ενοχής κατ' αυτής και την εκτίμηση των αποδείξεων και ότι η στήριξη της παραπομπής της γίνεται στην κατάθεση του Χ4. Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι λόγοι της υπό κρίση αναίρεσης είναι απαράδεκτοι και αβάσιμοι. Ειδικώτερα : Ο πρώτος διότι δεν αφορά την αναιρεσείουσα, ούτε επηρεάζεται από την τυχόν παραδοχή του η δικονομική θέσης και δη υπέρ αυτής. ’λλωστε η φερόμενη διόρθωση από το συμβούλιο έγινε ορθά στα πλαίσια των άρθρων 317§1, 318 Κ.Ποιν.Δ ενόψει των εφέσεων πολιτικώς εναγόντων και εντός των ορίων των άνω άρθρων. Ο δεύτερος είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται τι αφορά το υπ' αριθμ. 2693/2007 βούλευμα του συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και, τι σχέση έχει με το εδώ παραπεμπτικό υπ' αριθμ. 1198/2009, του αυτού συμβουλίου, που συμμετείχε η ανακρίτρια ανεπίτρεπτα και με ποινή ακυρότητας κ.λ.π. Είναι επίσης απαράδεκτος καθό σημείο αναφέρεται σε φερόμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και σε μη απάντηση στους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς της. Εξ άλλου είναι αβάσιμος διότι με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απάντησε [και απέρριψε] επί της αιτήσεώς της για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο συμβούλιο, και μάλιστα η σχετική αίτηση δεν ήταν και ορισμένη. Ο τρίτος λόγος είναι αβάσιμος αφού τούτο περιέχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά για όλα τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειωθετούν τις πράξεις για τις οποίες η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε, αναφέρει επίσης τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά [και μάλιστα ότι δεν στηρίχτηκε μόνο στην κατάθεση του Χ4], καθώς επίσης τους λόγους για τους οποίους τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά υπάγονται στις ουσιαστικές διατάξεις που εφάρμοσε και ότι υπάρχουν οι απαιτούμενες αποχρώσες ενδείξεις ενοχής αυτής. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ' αριθμ. 198/2009 αναίρεση της Χ1 κατά του υπ' αριθμ. 1479/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να καταδικαστεί δε αυτή στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 30-11-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής"
Αριθ. 98α/17.3.10.
"Σε συνέχεια της από 30-11-2009 προτάσεώς μας προσθέτουμε και τα εξής: Με την από 26-10-2009 υπ' αριθμ. 198 εκθέσεως αναιρέσεως της Χ1η τελευταία ζήτησε "να διατάξει το Συμβούλιο την αυτοπρόσωπη ενώπιόν του εμφάνισή της κατ' άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ" - δηλαδή ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Επειδή η άνω αίτηση είναι εντελώς αόριστη και μάλιστα σε σχέση με τους λόγους αναίρεσης - δεδομένου ότι ο ’ρειος Πάγος δεν ερευνά την ουσία της υπόθεσης και συνεπώς δεν μπορεί το περιεχόμενο της σχετικής αιτήσεως να αναφέρεται σ' αυτή (ουσία της υπόθεσης) βλ. και ΑΠ 307/2004, ΑΠ 2251/2002 κ.α. - οι οποίοι και αναπτύσσονται στην οικεία έκθεση και δεν χρήζουν άλλης διασάφησης - Πρ. βλ. ΑΠ 1638/83- Έτσι πρέπει να απορριφθεί αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως απορριφθεί και η 26-10-2009 αίτηση της Χ1 περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης αυτής στο συμβούλιο του Αρείου Πάγου κατά την εκδίκαση της υπ' αριθμ. 198/2009 αιτήσεως αναιρέσεώς της κατά του υπ' αριθμ. 1479/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Αθήνα 16-3-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής"
Αφού άκουσε
Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση η από 26 Οκτωβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης, Χ1, κατά του υπ'αριθμ.1479/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεσή της (αναιρεσείουσας) κατά του υπ'αριθ.1198/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών δια του οποίου αυτή παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικασθεί: α)για ηθική αυτουργία από κοινού με τους συγκατηγορουμένους της: αα) Χ4 και ββ) Χ2, σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως του (εν διαστάσει) συζύγου της, ΩΩ, από το συγκατηγορούμενό της, Χ3 και β)ηθική αυτουργία από κοινού με το (συγκατηγορούμενό της), Χ4, σε κακουργηματική εκβίαση σε βάρος της ΑΑ, που διέπραξε ο συγκατηγορούμενός της, Χ2.
Από τις διατάξεις του άρθρου 299 παρ.1 ΠΚ, σύμφωνα με τις οποίες, "όποιος με πρόθεση σκοτώσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", προκύπτει οτι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται αντικειμενικά μεν η αφαίρεση ξένης ανθρώπινης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος είναι είτε άμεσος και περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής άλλου ανθρώπου, είτε ενδεχόμενος, που συνίσταται στο ότι, παρά το γεγονός οτι ο δράστης θεώρησε ως πιθανό αποτέλεσμα της ενέργειας ή παράλειψης του το θάνατο άλλου, προχώρησε και αποδέχτηκε έτσι το ενδεχόμενο αυτό αποτέλεσμα της πράξης του. Από τη διατύπωση εξάλλου της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 299 ΠΚ, κατά την οποία αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης, προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη του προκειμένου εγκλήματος γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητά στη διάταξη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας εφόσον, αν λείπει ο βρασμός της ψυχικής ορμής σε ένα από αυτά τα στάδια, δεν συντρέχουν οι όροι της παραγρ.2 του αρθρ. 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη. Ως βρασμός ψυχικής ορμής νοείται η ψυχική υιιερδιέγερση που προκαλείται από την απότομη και αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος ή πάθους, όπως οργής, φόβου κλπ., η οποία ψυχική υπερδιέγερση χωρίς να φθάνει μέχρι τη διατάραξη της συνείδησης, ώστε να αποκλείει ή να ισιώνει την ικανότητα για καταλογισμό, αποκλείει τη σκέψη δηλαδή τη στάθμιση των αιτίων που ωθούν στην τέλεση της πράξης και συγκρατούν από αυτή .
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46§1α ΠΚ προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κ.ά., β) διάπραξη από τον άλλο της πράξης αυτής, γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενού εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 385§1α ΠΚ, όπως ισχόει μετά την τροποποίηση τσο με το άρθρο 1§10 Ν. 2408/1996, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380§§1, 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης με την ανωτέρω κακούργηματική μορφή του, απαιτείται: α) αντικειμενικώς: 1) Εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, 2) ο εξαναγκασμός να γίνεται με σωματική βία ή με απειλές, οι οποίες εκλαμβάνονται ως σοβαρές (πραγματοποιήσιμες) από τον απειλούμενο, είναι δε ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, με την έννοια ότι, όταν ο κίνδυνος είναι διαρκής, η πραγματοποίηση του προαγγελθέντος κακού επίκειται ανά πάσα στιγμή, αν ο εξανάγκαζα μένος δεν ήθελε προβεί στην επιζητούμενη επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς (αν δηλαδή ο εξαναγκασμός δεν επιτυγχάνεται με σωματική βία ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιότητας ή της ζωής), πρόκειται για εκβίαση, τιμωρούμενη, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφ. γ' της πρώτης παραγράφου του ίδιου ως άνω άρθρου, σε βαθμό πλημμελήματος, β) Υποκειμενικώς: Αόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του προκειμένου εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγμάτωσης του (βασικός δόλος) και, επιπλέον, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής δόλος), ανεξάρτητα από την επίτευξη ή μη του οφέλους. Τέτοιος σκοπός υπάρχει, όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει, δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση του κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή η παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται, δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2§1 και 5§1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βούλησης του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, με την οποία περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται, δε, η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί, είτε ο ίδιος είτε άλλος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφόσον εκβίαση συνιστά, όχι αυτή καθεαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησης τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο ανωτέρω άρθρο, δηλαδή την κάμψη της θέλησης του εξαναγκαζομένου, ώστε δι' αυτής να αχθεί ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβασθεί και με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδήλωσης και συμπεριφοράς του δράστη, είναι, δε, αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή, ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι με την απειλή εξαναγκάσθηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή, ενώ η πράξη, παράλειψη ή ανοχή μπορεί να απορρέει είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο είτε από άλλον, στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμένος επενήργησε υπό το κράτος της απειλής. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, είναι, δε, δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 42§1 ΠΚ, να επιχειρήσει ο δράστης πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του, δηλαδή να προβεί σε ενέργεια η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατευθείαν στην ίφαγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια συνάφεια και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, αν η απειλή αυτή δεν προκάλεσε στον απειλούμενο φόβο και αυτός δεν ενέδωσε, προβαίνοντας, εξανάγκαζα μένος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή ή δεν επέφερε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβίασης δεν είναι τετελεσμένο και η βία ή η απειλή που ασκήθηκαν, συνιστούν απόπειρα εκβίασης, κατά το άρθρο 42§1 ΠΚ, εφόσον περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος. Περαιτέρω έλλείψη της από τα άρθρα 93 τταρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 ττορ. 1 εδ. ε ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, ττου προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με, την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον Λόγο αναιρέσεως του'άρθροο 484 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ. υπάρχεί όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη δίεξσχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με δικές τους σκέψεις, και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρύρων (ανακριτικές και προανακριτικές), τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών ενώπιον του ανακριτή, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας (μεταξύ των οποίων και οι από 23-6-08 και 3-6-2008 εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ... που διορίσθηκε από τον ανακριτή, η από 17-9-2008 κατ' αντιπαράσταση εξέταση των κατηγορουμένων Χ1 και Χ4 και η από 21-5-2008 έκθεση εργαστηριακής απομαγνητοφώνησης), τις απολογίες των κατηγορουμένων και όλων των ισχυρισμών τους που εμπεριέχονται στα απολογητικά της υπομνήματα, στις κρινόμενες εφέσεις, τους ισχυρισμούς που ανέπτυξαν προφορικά ενώπιον του Συμβουλίου οι εκκαλούσες πολιτικώς ενάγουσες κατά τη συνεδρίαση της 7-7-2009 και τα έγγραφα που αυτές προσκόμισαν ενώπιον του Συμβουλίου κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή από την εισαγγελική πρόταση, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο δολοφονηθείς ΩΩ, καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης (μαθηματικός) και εν διαστάσει σύζυγος της εκκαλούσας κατ/νης Χ1, έχοντας διακόψει την έγγαμη συμβίωση του με αυτήν από πολλών ήδη ετών (από το έτος 1999), διέμενε μόνος του στο ισόγειο οικίας στην οδό ... του ... (πυλωτή, την οποία είχε διαμορφώσει σε κατοικία), στον πρώτο όροφο της οποίας διέμενε η ανωτέρω κατ/νη με τις (εκκαλούσες πολιτικώς ενάγουσες) κόρες τους Ψ1 και Ψ2. Τον Φεβρουάριο 2007 είχε προσδιορισθεί δικάσιμος για τη συζήτηση αγωγής που είχε καταθέσει για τη λύση του γάμου του με την εκκαλούσα κατ/νη, λόγω τετραετούς διάστασης, η υπόθεση, όμως, δεν εκδικάστηκε για τυπικούς λόγους. Τις βράδυνες ώρες της 27-7-2007 ο θανών και η κόρη του Ψ2 μετέβησαν σε θέατρο, για να παρακολουθήσουν την παράσταση του και στη συνέχεια δείπνησαν, περί ώρα, δε, 01.20' επέστρεψαν στις οικίες τους με το οδηγούμενο από τον πρώτο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΕΧΕ αυτοκίνητο του μάρκας Renault Clio, στη θέση του συνοδηγού του οποίου επέβαινε η προαναφερόμενη κόρη του, ο ίδιος, δε, στάθμευσε προσωρινά το αυτοκίνητο έξω από την είσοδο της οικίας, μέχρι να ανοίξει η τηλεχειριζόμενη αυλόπορτα της, προκειμένου να εισέλθει με το αυτοκίνητο στο προαύλιο της και να το σταθμεύσει εκεί. Τη στιγμή εκείνη δέχθηκε πυροβολισμό στο κεφάλι από την πλευρά του (κλειστού) παραθύρου της πόρτας του οδηγού (δηλαδή από την πλευρά του αυτοκινήτου στην οποία καθόταν), με αποτέλεσμα η βολίδα (που εισήλθε από την αριστερή πλευρά της μύτης του) να του προκαλέσει θλαστικό τραύμα σπλαχνικού κρανίου ηθμοειδών κυψελών, κάταγμα των ρινικών οστών, των οστών της ρινικής κοιλότητας και ρωγμώδες κάταγμα της περιοχής του δεξιού ινιακού κονδύλου, αιμορραγική διήθηση των τοιχωμάτων της δεξιάς σφαγίτιδος φλεβός κατά τόπους, αιμορραγική διήθηση των τοιχωμάτων της δεξιάς καρωτίδος αρτηρίας κατά τόπους και αιμορραγική διήθηση των μαλακών μορίων τον τραχήλου, ιδίως δεξιά. Αφού μεταφέρθηκε αρχικά στο νοσοκομείο "Κ.Α.Τ.", διακομίσθηκε στη συνέχεια στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" και νοσηλευθείς στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του μέχρι την 9-8-2007, απεβίωσε την ημεροχρονολογία αυτή λόγω πολυοργανικής ανεπάρκειας ΑRDS, εξαιτίας σηπτικής κατάστασης σε έδαφος σπλαχνικού κρανίου. Η προκειμένη ανθρωποκτονία παρέμενε ανεξιχνίαστη από τις αστυνομικές αρχές μέχρι την 19-2-2008, ημεροχρονολογία κατά την οποία ο εκ των κατ/νων Χ4 μετέβη στη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, για να καταθέσει συμπληρωματικά (σε συνέχεια των από 22-12-2007, 27-12-2007 και 9-1-2008 καταθέσεων του) σχετικά με τη δράση εγκληματικής οργάνωσης, της οποίας ήταν μέλος και η οποία είχε σκοπό την παράνομη κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από αλλοδαπούς, τους οποίους προσέλκυαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα όχι ως λαθρομετανάστες, αλλά με το τέχνασμα της απευθείας κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας, κυρίως με την αναγνώριση τους από Έλληνες γεννήτορες ως δήθεν εξώγαμων, γεννηθέντων στην αλλοδαπή, τέκνων τους, έναντι αμοιβής 8.000 - 9.000 € ανά άτομο περίπου. Στη δοθείσα την 19-2-2008 κατάθεση του ο ανωτέρω κατ/νος ανέφερε ότι γνώριζε για τη δολοφονία του ΩΩ, ισχυρισθείς ότι αυτή σχεδιάστηκε από την εκκαλούσα κατ/νη Χ1 και εκτελέστηκε από τον ίδιο και τους κατ/νους Χ3 και Χ2 (δεύτερο εκκαλούντα κατ/νο).
Με το εκκαλούμενο βούλευμα του το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών παρέπεμψε στο ανωτέρω Δικαστήριο τους εκκαλούντες κατ/νους, καθώς και τους προαναφερομένους τρεις συγκατηγορουμένους τους για να δικαστούν για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, αφού δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Χ4, διατηρούσε με'την οικογένεια του ΩΩ (τη σύζυγο και τις δύο κόρες του) οικογενειακές σχέσεις από δεκαετίας, όταν είχε συνάψει ένα σύντομο ερωτικό δεσμό με την κόρη του ζεύγους ΩΩ-Χ1, Ψ1. Με την συγκατηγορουμένη του, δε, Χ1 ανέπτυξε και επαγγελματική συνεργασία, ανοίγοντας μαζί της τον Φεβρουάριο του 2006, ένα γραφείο τελετών στο όνομα της δεύτερης κόρης του ζεύγους ΩΩ-Χ1, Ψ2, το οποίο έκλεισε την άνοιξη του 2007. Εκείνο, δε, το διάστημα και ειδικότερα περί το Πάσχα του 2007, η Χ1 άρχισε να ζητά από τον Χ4, ο οποίος πάσχει από μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας, σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να ανεχθεί τη μοναξιά και προτιμά μανιωδώς συντροφιά, ανεξάρτητα από πόσο λίγο τον ικανοποιεί, δεχόμενο να προσφέρει εξυπηρετήσεις σε γνωστούς για να τους έχει κοντά του, χωρίς σημαντικό προσδοκώμενο αποτέλεσμα (βλ. την από 23-6-2008 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την αριθμ. 369/2008 διάταξη της 26ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών), να τη βοηθήσει, να "βγάλει από τη μέση" τον εν διαστάσει σύζυγο της ΩΩ, διότι της δημιουργούσε πολλά προβλήματα, με εξυβρίσεις, χειροδικίες, άσχημη συμπεριφορά στην ίδια και στις δύο κόρες τους, επικαλούμενη ακόμη και απόπειρα δολοφονίας σε βάρος της. Για να τον πείσει, δε, να τη βοηθήσει, του έλεγε ότι είναι ο μόνος άνθρωπος που θα έσωζε τη ζωή της και τη ζωή των παιδιών της. Ζητούσε, δε, συγκεκριμένα, να βρει άνθρωπο να αναλάβει "να κάνει αυτή τη δουλειά", δηλαδή να δολοφονήσει τον εν διαστάσει σύζυγο της. Έτσι, ο Χ4 απευθύνθηκε στον συγκατηγορούμενό του Χ2, τον οποίο γνώριζε προ οκταμήνου, όταν ο τελευταίος με πρόταση του Χ4 είχε ενταχθεί στην εγκληματική οργάνωση που προαναφέρθηκε και αναγνώρισε σαν δικά του τέσσερα αλλοδαπά τέκνα από τον ’γιο Δομίνικο, αντί αμοιβής 5.000 ευρώ. Ο τελευταίος, έπειτα από διαπραγματεύσεις για το ύψος της αμοιβής (ζητούσε αρχικά 40.000 - 50.000 €), δέχθηκε να αναλάβει τη δολοφονία, αντί του ποσού των 30.000 €. Έφερε, δε, ο Χ4 σε επαφή την Χ1 με τον Χ2, δύο φορές, σε καφετέρια στον ..., όπου η Χ1 επανέλαβε και στον Χ2 τους λόγους για τους οποίους ήθελε "να βγάλει από τη μέση" τον εν διαστάσει σύζυγο της. Στη δεύτερη συνάντηση τους η Χ1 έδωσε στον Χ2 το ποσό των 4.000 €, προκειμένου αυτός να βρει όπλο για τη δολοφονία. Ο Χ2 επικοινώνησε με τον συγκατηγορούμενό του Χ5, επίσης εμπλεκόμενο στην εγκληματική οργάνωση της παράνομης ελληνοποίησης αλλοδαπών τέκνων με πλαστά πιστοποιητικά, αφού και αυτός είχε αναγνωρίσει αλλοδαπά τέκνα σαν δήθεν δικά του, αντί αμοιβής, ο οποίος δέχθηκε να του προμηθεύσει όπλο, αντί του ποσού των 3.000 €. Το όπλο παραδόθηκε στον Χ2 από τον Χ5 στη Λεωφόρο ... στο ..., σε μία αλάνα δίπλα σε ένα βουλκανιζατέρ. Ακολούθως, ο Χ4 ξενάγησε τον Χ2 στους χώρους γύρω από την κατοικία ΩΩ στον ..., του έδωσε και φωτογραφία του ΩΩ και του είπε ότι η Χ1 το υπόλοιπο ποσό των 26.000 € θα του το έδινε μετά τη δολοφονία. Ο Χ2 απευθύνθηκε στον συγκατηγορούμενό του Χ3, φίλο του γιου του ... και χρήστη ναρκωτικών ουσιών και του πρότεινε να αναλάβει να δολοφονήσει τον ΩΩ, αντί του ποσού των 500 €. Ο Χ3 δέχθηκε, αφού με το ποσό αυτό θα εξασφάλιζε αρκετές δόσεις ναρκωτικών ουσιών. Ακολούθως, στις 27-7-2007, η Χ1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Χ4 και του είπε ότι ο ΩΩ, με τη κόρη τους Ψ2, θα πήγαιναν το βράδυ να παρακολουθήσουν θεατρική παράσταση και ότι έπρεπε να ειδοποιήσει τον Χ2 να "κάνει τη δουλειά" εκείνο το βράδυ. Ο Χ2, οδηγώντας το με αριθμητικό μέρος πινακίδας 8086 αυτοκίνητο του, παλαιού μοντέλου, μάρκας FΙΑΤ, μετέβη μαζί με τον Χ3 στην οικία ΩΩ στον ... (οδός ...) και ανέμεναν έξω από αυτή την επιστροφή του ΩΩ. Κατά την άφιξη του και ενώ ανέμενε το άνοιγμα της τηλεχειριζόμενης αυλόπορτας, ο Χ3 πλησίασε το αυτοκίνητο και από το κλειστό παράθυρο του αυτοκινήτου τον τυροβόλησε, όπως περιγράφεται παραπάνω. Μεταφέρθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο "ΚΑΤ" και εν συνεχεία στο Νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ", όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι 9-8-2007, που απεβίωσε. Αμέσως μετά το θάνατο του ΩΩ, ενώ ακόμη η Χ1 βρισκόταν στο Νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ" ζήτησε από τον Χ4 να μεταβεί εκεί, μαζί με τον Χ2, για να παραδώσει στον τελευταίο τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει. Αυτοί μετέβησαν εκεί και η Χ1 παρέδωσε στον Χ2 σε κλειστό φάκελο το ποσό των 16.000 € . Ο Χ2 συνέχιζε να ζητά τα υπόλοιπα χρήματα από την Χ1. Τότε αυτή ζήτησε από τον Χ4 να του μεταφέρει ένα σχέδιο, ώστε να πάρει τα υπόλοιπα χρήματα από την αδελφή της ΑΑ, δηλαδή να τηλεφωνήσει σ' αυτή και να της ζητήσει το ποσό των 30.000 €, λέγοντας της ότι, εάν δεν του τα έδινε, θα σκότωνε την ίδια (Χ1). Από τα χρήματα αυτά θα έπαιρνε αυτός το ποσό των 10.000 € για το υπόλοιπο της αμοιβής του και τα υπόλοιπα θα τα μοιράζονταν ο Χ4 με την ίδια. Ο Χ2 δέχθηκε και έτσι ο Χ4, σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες της Χ1, του έδωσε δύο τηλεκάρτες από τις οποίες θα τηλεφωνούσε στην ΑΑ, του είπε δε με την ίδια κάρτα να τηλεφωνήσει και στον αριθμό κλήσης ... που ανήκε στον Χ6, προς τον οποίο η Χ1επεδίωκε, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, να στρέψει τις έρευνες της αστυνομίας. Ο Χ2 στις 28-8-2007, χρησιμοποιώντας τη με αριθμό ... τηλεκάρτα από καρτοτηλέφωνο του ΟΤΕ, πραγματοποίησε κλήση στον ανωτέρω αριθμό τηλεφωνικής σύνδεσης που ανήκε στον Χ6 και στις 4-9-2007, περί ώρα 13.37', με την ίδια τηλεκάρτα από καρτοτηλέφωνο του ΟΤΕ με αριθμό ..., τηλεφώνησε στην ΑΑ στο κινητό της τηλέφωνο με αριθμό ..., λέγοντας της "κυρία ..., θα μου δώσεις 35.000 € για να μη δεις την αδελφή σου και τα παιδιά της, όπως τον άλλον". Η ανωτέρω δεν υπέκυψε στον εκβιασμό και την ίδια ημέρα μετέβη στη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, όπου κατήγγειλε το γεγονός. Μετά την εξέλιξη αυτή η Χ1 ζήτησε από τον Χ2, μέσω του Χ4, να μη συνεχίσει την εκβίαση σε βάρος της αδελφής της". Το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα προεκτεθέντα προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατ/νων και των ανωτέρω τριών συγκατηγορουμένων τους δεχθέν τα ακόλουθα: "Η προανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου Χ4, η απολογία του ενώπιον της 26ης Τακτικής Ανακρίτριας, η κατ' αναπαράσταση εξέταση του με την συγκατηγορουμένη του Χ1, αλλά και οι προανακριτικές απολογίες των συγκατηγορουμένων του Χ3 και Χ2, ενισχύονται και από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ2, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας και περιγράφει ως ύποπτο αυτοκίνητο, μάρκας FΙΑΤ, παλαιού μοντέλου, σκούρου χρώματος, που ταιριάζει με το αυτοκίνητο του Χ2, περιγράφει ακόμη τη σκηνή της δολοφονίας όπως ακριβώς την περιέγραψαν προανακριτικώς και οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3, γεγονός που εάν δεν είχαν ιδία γνώση της σκηνής της δολοφονίας, δεν θα ήταν σε θέση να την περιγράψουν, παρά μόνο εάν τους το μετέφερε η ίδια, με την οποία όμως δεν προέκυψε καμία σύνδεση. Εξάλλου, στην κατοικία του Χ2 ανευρέθηκε και κατασχέθηκε η υπ' αριθμ. ... τηλεκάρτα με την οποία έγινε η κλήση προς την αδελφή της Χ1, ΑΑ και τον Χ6. Ακόμη, προσφωνήθηκε κατά την κλήση η ΑΑ, ως "κυρία ...", όνομα που δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ο Χ2, εάν δεν του το μετέφερε η Χ1 ή ο Χ4, αφού με το όνομα αυτό ήταν γνωστή μόνο στο στενό οικογενειακό της περιβάλλον. Επιπλέον, αξιοσημείωτο είναι, ότι η κατηγορουμένη Χ1 πραγματοποίησε ανάληψη συνολικού χρηματικού ποσού 15.000 € κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-2007 έως 12-7-2007, από τον κοινό με την αδελφή της, ΑΑ, τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό ..., με τρεις αναλήψεις ποσού 5.000 € η καθεμία, στις 6-7-2007, 10-7-2007 και 12-7-2007. Το χρηματικό ποσό των 15.000 € συμφωνεί με το ποσό των 15.000 € που η Χ1, σύμφωνα με την προανακριτική κατάθεση του Χ4, είχε δώσει σ' αυτόν για να το παραδώσει στον Χ2, πριν από τη δολοφονία του, στις 28-7-2007, όταν μία ακόμη φορά είχαν επιχειρήσει (μαζί με τον Χ3) να τον δολοφονήσουν την ώρα που αυτός θα βρισκόταν μέσα στην κατοικία του, αλλά απέτυχαν, διότι το θύμα δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι του, το δε χρηματικό ποσό επεστράφη από τον Χ4 στην Χ1. Αγγίζει, επίσης, και το ποσό των 16.000 € που τελικά παρέδωσε στον Χ2 μετά το θάνατο του ΩΩ. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της ότι έκανε τις αναλήψεις για λογαριασμό της αδελφής της από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιβεβαιώθηκε. Ο ισχυρισμός της Χ1 ότι τα όσα καταθέτει ο Χ4 είναι ψευδή, εξαιτίας της ψυχικής του νόσου, κρίνεται αβάσιμος, διότι από την προαναφερόμενη ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε, δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω, εξαιτίας της νόσου του, καταθέτει ψευδή γεγονότα, αντίθετα προκύπτει ότι θέλει να λυτρωθεί από τις τύψεις που τον βασανίζουν και ομολογεί. Αυτό εξάλλου, επιβεβαιώνεται και από την καταγγελία του για την εγκληματική οργάνωση παράνομης ελληνοποίησης αλλοδαπών με πλαστά πιστοποιητικά, την ύπαρξη της οποίας επιβεβαιώνει τόσο ο Χ2, λέγοντας ότι αναγνώρισε αλλοδαπά παιδιά σαν δήθεν δικά του γεννηθέντα εκτός γάμου, αντί αμοιβής 5000 €, όσο και ο Χ3, λέγοντας ότι ο Χ4 του πρότεινε να αναγνωρίσει αλλοδαπά παιδιά σαν δικά του, αντί αμοιβής 700 € για κάθε τέκνο που θα αναγνώριζε. Επιπλέον, η Χ1 ενώπιον του Συμβουλίου, κατέθεσε ότι ο Χ4 είναι αναμεμειγμένος στην υπόθεση της δολοφονίας του εν διαστάσει συζύγου της, αφού τον Φεβρουάριο του 2007, όταν η κόρη της Ψ1 αρνήθηκε να επανασυνδεθεί ερωτικά μαζί του, αυτός της είπε "θα μετανιώσεις, θα φτύσεις αίμα, όχι γάμος δεν θα γίνει, θα γίνουν κηδείες". Τούτο, ανεξαρτήτως ότι δεν το ανέφερε ουδέποτε στις αρμόδιες αρχές, αν και θα αποτελούσε σημαντικό στοιχείο για την εξιχνίαση της δολοφονίας, τη στιγμή που η ίδια έδιδε κάθε πληροφορία για διάφορα πρόσωπα που πιθανόν να είχαν εμπλοκή στη δολοφονία του εν διαστάσει συζύγου της, έρχεται σε αντίθεση με την επιμονή της να ερευνηθεί από τις αρχές τυχόν. συμμετοχή του Χ6 στη δολοφονία, δεδομένου ότι ούτε η ίδια γνωρίζει εάν μεταξύ Χ4 και Χ6 υπάρχει γνωριμία. Ακόμη, ο ισχυρισμός της ότι τα οικονομικά ζητήματα, μεταξύ αυτής και του συζύγου της, ήταν τακτοποιημένα είναι αντιφατικός με την αρχική της κατάθεση, στην οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, τα "κληρονομικά τους" θα τα συζητούσαν μετά το διαζύγιο τους, αλλά και με την αρχική κατάθεση της κόρης της Ψ2, κατά την οποία οι γονείς της είχαν αντιδικίες για τα οικονομικά τους, ενόψει του διαζυγίου τους. Περαιτέρω, από τις κατ' οίκον έρευνες που διενεργήθηκαν από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές στις 21-2-2008, ανευρέθησαν στην οικία του κατηγορουμένου Χ3 τρία φυσίγγια πολεμικού διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών, ένα φυσίγγιο ανενεργό το οποίο έφερε βολίδα επίσης διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών, ένα φυσίγγιο αγνώστου διαμετρήματος με την ένδειξη "270" στον πυθμένα αυτού, ένα ανενεργό φυσίγγιο με βολίδα με την ένδειξη ΉΧΠ68" στον πυθμένα αυτού, ένα φυσίγγιο ενεργό διαμετρήματος 9X9, μία δερμάτινη θήκη μεταφοράς κυνηγετικών φυσιγγίων με 14 ενεργά φυσίγγια κυνηγίου με κάλυκα, ένα ενεργό φυσίγγιο πολεμικού διαμετρήματος με την ένδειξη SL53" στον πυθμένα αυτού, επτά κάλυκες φυσιγγίων αγνώστου διαμετρήματος με την ένδειξη "3ΥΚζ6" στον πυθμένα τους και ένα δίκαννο τυφέκιο με ξύλινο κοντάκιο και αριθμό κάννης ..., διαμετρήματος 12 Χ 70 και στην οικία του κατηγορουμένου Χ5 ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης πάνω σε απόκομμα εφημερίδας, συνολικού μικτού βάρους 11 γραμμαρίων, μία συσκευασία μάρκας DRUM με χαρτάκια - φύλλα περιτυλίγματος καπνού και μία σακούλα νάιλον με ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης μικτού βάρους 102 γραμμαρίων".
Τέλος, το εκκαλούμενο βούλευμα, του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών δέχθηκε ότι για τον κατηγορούμενο Χ6 δεν προέκυψαν ενδείξεις ενοχής για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης αναφέροντας ότι "παρά την προσπάθεια της κατηγορουμένης Χ1 να καταστήσει αυτόν ύποπτο για τη δολοφονία του συζύγου της, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος, που ήταν καθηγητής και παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα έκθεσης στην κόρη του ζεύγους ΩΩ-Χ1, Ψ1, όταν ήταν μαθήτρια τρίτης Λυκείου, την παρενόχλησε σεξουαλικά κατά την ώρα του μαθήματος, δείχνοντας της πορνογραφικό υλικό, γεγονός για το οποίο η Ψ1 ενημέρωσε τους γονείς της και μαγνητοφώνησε, εν αγνοία του καθηγητή, σχετική συνομιλία κατά την ώρα του μαθήματος, που έχει επισυναφθεί στη δικογραφία απομαγνητοφωνημένη. Εξάλλου, η ανωτέρω κατηγορουμένη με τις καταθέσεις της κατέβαλε κάθε προσπάθεια να αποπροσανατολίσει τις έρευνες της αστυνομίας και να καταστήσει υπόπτους άλλα άτομα, όπως τον υπεύθυνο του ομόρου τους κτήματος "...", τον "αλουμινά" που κατασκεύαζε κουφώματα σε ανεγειρόμενη οικοδομή του θύματος και του αδελφού του ..., αλλά και τον διευθυντή του σχολείου των φυλακών ..., με τον οποίο το θύμα είχε μία αντιπαράθεση σχετικά με τη διδασκαλία των κρατουμένων. Επισημαίνεται δε, ότι σε μία, από τις αρχικές καταθέσεις της, ανέφερε ότι την επομένη της δολοφονίας βίωσε στην αυλή του σπιτιού της περιστατικό, κατά το οποίο άγνωστος άνδρας της έβαλε όπλο στην κοιλιά, λέγοντας της ότι "εκτελέσαμε συμβόλαιο θανάτου, το οποίο απέτυχε, κλπ.", στο οποίο στη συνέχεια ουδέποτε αναφέρθηκε".
Από την αξιολογική εκτίμηση του προαναφερομένου και συλλεγέντος κατά την αστυνομική προανάκριση και την κύρια ανάκριση αποδεικτικού υλικού συνάγεται ότι στην προκειμένη περίπτωση προκύπτουν πράγματι επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατ/νων, Χ1 και Χ2, καθώς και των τριών ανωτέρω συγκατηγορουμένων τους Χ3, Χ4 και Χ5, για την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, ενδείξεις δηλαδή σύμφωνα με τις οποίες οι αποδιδόμενες σε βάρος τους κατηγορίες θα προκαλέσουν τη σοβαρή απασχόληση του Δικαστηρίου, γεγονός το οποίο συμβαίνει, όταν η κατηγορία εμφανίζει ίσες πιθανότητες για την ενοχή ή την αθωότητα του κατ/νου (Ι. Ζησιάδη Ποινική Δικονομία, γ' έκδοση, Β' τόμος, σελ. 381, Χρ. Γιώτη Τα Δικαστικά Συμβούλια, Α σελ.40-41). Ειδικότερα, πέραν των διαλαμβανομένων στο σκεπτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος και αφού τονιστεί ότι η απαγόρευση της διάταξης του άρθρου 211Α ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", ισχύει μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα όταν το Δικαστήριο άγεται σε καταδικαστική κρίση και ως μόνο αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο λαμβάνεται η μαρτυρία αυτή, δεν έχει, δε, εφαρμογή η απαγόρευση αυτή στο ενδιάμεσο στάδιο κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη (ΑΠ 1302/2004 σε Συμβ. ΠοινΛογ 2004/1584, ΑΠ 1450/2006 ΠοινΛογ 2006/1339, ΑΠ 560/2007 σε Συμβ.), σημειώνονται τα ακόλουθα: α) Εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι τα αναφερθέντα από τον κατ/νο Χ4 είναι χαλκευμένα και υποβολιμαία σε βάρος, κυρίως, της εκκαλούσας κατ/νης Χ1 ή οφείλονται στη "μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας", από την οποία διαγνώσθηκε ότι αυτός πάσχει (και η οποία, πάντως, δεν αξιολογείται ως αιτία ψευδών καταγγελιών, μυθομανίας κλπ.), δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί κατά τους κανόνες της λογικής το γεγονός ότι ο εκκαλών κατ/νος Χ2, αλλά και ο κατ/νος Χ3 ενέταξαν τα αναφερθέντα στις προανακριτικές απολογίες τους πραγματικά περιστατικά της προκειμένης υπόθεσης στο αυτό με τον ανωτέρω κατ/νο (Χ4) πλαίσιο και μάλιστα τα περιστατικά του τρόπου της δολοφονικής επίθεσης κατά του ΩΩ. Εάν, δε, μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το περιεχόμενο ης προανακριτικής απολογίας του κατ/νου Χ3 είναι απότοκο της εκ μέρους του χρήσης ναρκωτικών ουσιών (η οποία, πάντως, δεν είναι δυνατόν να δικαιολογήσει την κατάθεση γεγονότων που αναφέρονται και ιπό άλλα πρόσωπα, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, τους κατ/νους Χ4 και Χ2), τούτο δεν μπορεί να λεχθεί και για την προανακριτική απολογία του κατ/νου Χ2, ο οποίος ανέφερε γεγονότα που συγκροτούσαν και σε βάρος του εγκλήματα ιδιαίτερης κοινωνικής απαξίας και βαρύτητας. Είναι, δε, αξιοσημείωτο ότι στην ανακριτική απολογία του δεν επιβεβαιώνει την προανακριτική του, χωρίς, όμως, να αναφέρει ευλογοφανή λόγο, για τον οποίο είχε προβεί σ' αυτήν ("Φοβήθηκα" [;] "και υπέγραψα την προανακριτική μου κατάθεση"), αλλά και να εξηγεί τον τρόπο γνώσης από τον ίδιο όσων γεγονότων είχε αναφέρει σ' αυτήν και μάλιστα λεπτομερώς, β) Εάν, επίσης, ήθελε υποτεθεί ότι τα αναφερθέντα από τον κατ/νο Χ4 είναι ψευδή, δεν θα ήταν δυνατόν να εξηγηθεί ο λόγος της πραγματοποίησης από τον εκκαλούντα κατ/νο Χ2 τηλεφωνικών κλήσεων, με τη χρήση της προαναφερόμενης ανευρεθείσας στην οικία του τηλεκάρτας που του είχε χορηγήσει (ο κατ/νος Χ4), προς την ΑΑ (αδελφή της εκκαλούσας κατ/νης Χ1) και τον κατ/νο Χ6, με τους οποίους εξ ουδενός στοιχείου της δικογραφίας προκύπτει ότι είχε οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία ο εκκαλών κατ/νος Χ2, όπως, επίσης, δεν προκύπτει ότι είχε οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία με τον κατ/νο Χ6 ο κατ/νος Χ4, σε αντίθεση με την εκκαλούσα κατ/νη Χ1, με την οποία γνωριζόταν από πολλών ετών και είχε μάλιστα αναπτύξει την προαναφερόμενη επιχειρηματική συνεργασία μαζί της (μέσω της κόρης της Ψ2). γ) Η εκκαλούσα κατ/νη Χ1 υποστηρίζει ότι οι σχέσεις της με τον δολοφονηθέντα εν διαστάσει σύζυγο της ΩΩ ήταν αρμονικότατες και δεν υπήρχαν μεταξύ τους προσωπικές ή οικονομικές διενέξεις. Ο ισχυρισμός της, όμως, αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, με βάση αντίθετα κατατεθέντα από μάρτυρες και συγκεκριμένα τον αδελφό του θύματος ..., ο οποίος στην από 22-5-2008 ανακριτική κατάθεση του ανέφερε ότι "... Ξέραμε ότι δεν είχαν καλές σχέσεις ο αδελφός μου με τη σύζυγο του ... Δεν ξέρω αν η Χ1 είχε σχέση με τη δολοφονία, δεν θέλω να το σκέπτομαι και δεν το αποκλείω ...", την κόρη του θύματος και της ίδιας Ψ2, η οποία στην από 1-8-2007 προανακριτική κατάθεση της ανέφερε ότι "... Αν και μένουν τόσο κοντά δεν έχουν εντάσεις μεταξύ τους, εκτός από κάποια αντιδικία σχετικά με οικονομικά θέματα για την έκδοση του διαζυγίου ...", τον πρώτο εξάδελφο εξ αγχιστείας του θύματος ΓΓ, ο οποίος στην από 13-5-2008 ανακριτική κατάθεση του ανέφερε ότι "... Εγώ πιστεύω ότι αυτή τον μισούσε ...", την πρώτη εξαδέλφη του θύματος ΔΔ, η οποία στην από 13-5-2008 ανακριτική κατάθεση της ανέφερε ότι".. .Πιστεύω ότι πίσω από τη δολοφονία του ξαδέλφου μου είναι η σύζυγος του ... Ίσως, επειδή άκουσε η Χ1 ότι θα παντρευόταν ο ΩΩ με την κα ΕΕ, μπορεί να ζήλεψε ...", καθώς και την ΕΕ, με την οποία είχε συνάψει δεσμό το θύμα και η οποία στην από 6-5-2008 ανακριτική κατάθεση της ανέφερε ότι "... Είμαι σίγουρη 100% ότι η Χ1 είναι πίσω από τη δολοφονία του ΩΩ, το έκανε τώρα γιατί θα έπαιρναν διαζύγιο ... Της κόρης του της Ψ1 της ξέφυγε και μου είπε ότι μισούνται οι γονείς της, ήταν με τον φίλο της τον ... και ήμασταν για φαγητό μαζί ...", δ) Δημιουργεί ερωτηματικά η ανάληψη (συμπτωματική;) κατά την προαναφερόμενη χρονική περίοδο από την εκκαλούσα κατ/νη Χ1 του ποσού των 15.000 € σε τρεις δόσεις από τον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε από κοινού με την αδελφή της ΑΑ. Η ανάληψη του ποσού αυτού αιτιολογείται ατελώς από την ανωτέρω αδελφή της εκκαλούσας κατ/νης, η οποία σε έγγραφο της απευθυνόμενο στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών τιτλοφορούμενο "δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και αίτημα" και κατατεθέν την 13-3-2009 (όταν η διενέργεια της κύριας ανάκρισης είχε περαιωθεί και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών είχε εκδώσει την 17-2-2009 το υπ' αριθμ. 562/2009 βούλευμα του, με το οποίο είχε απόσχει να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης, μέχρι να αποφανθεί ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών για την ύπαρξη ή ανυπαρξία επαρκών ενδείξεων ενοχής και του κατ/νου Χ6) ανέφερε χωρίς περαιτέρω διασαφήνιση ότι οι πραγματοποιηθείσες συγκεκριμένες τρεις κινήσεις στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό από την εκκαλούσα κατ/νη έγιναν για λογαριασμό της.
Σχετικά, δε, με την ανωτέρω δήλωση παράσταση πολιτικής αγωγής της ΑΑ πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 84 ΚΠΔ, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής είναι απαράδεκτη, αν δεν περιέχει, μεταξό των άλλων και το διορισμό αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου, αν αυτός που κάνει τη δήλωση δεν διαμένει μόνιμα εκεί. Ως δικαστήριο στην έδρα του οποίου πρέπει να γίνει ο διορισμός αντικλήτου, νοείται το κατά το άρθρο 122 ΚΠΔ αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο στο οποίο διεξάγεται η ανάκριση, ως έδρα, δε, του δικαστηρίου νοείται η πόλη στην οποία εδρεύει το εν λόγω δικαστήριο κατά τα φυσικά της όρια με τους συνοικισμούς της, που αποτελούν συνέχεια ή προέκταση της, κατά τρόπο ώστε μαζί με αυτούς να εμφανίζεται ως μία πόλη, άσχετα αν οι συνοικισμοί έχουν αναγνωρισθεί ως ιδιαίτεροι δήμοι ή κοινότητες. Περαιτέρω, στην περίπτωση απαράδεκτης δήλωσης πολιτικής αγωγής, ο δηλώσας αυτήν δεν αποκτά την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος (ΑΠ 481/2002 σε Συμβ. ΠοινΛογ 2002/594, ΑΠ 1302/2002 σε Συμβ. ΠοινΛογ 2002/1399, ΑΠ 1364/2004 σε Συμβ. ΠοινΛογ 2004/1622, ΑΠ 1653/2004 σε Συμβ. ΠοινΛογ 2004/2165). Στην προκειμένη περίπτωση η δηλώσασα παράσταση πολιτικής αγωγής ΑΑ κατοικεί εκτός της έδρας του κατά τα ανωτέρω αρμοδίου δικαστηρίου και συγκεκριμένα στη ..., η οποία δεν αποτελεί προέκταση της πόλης της ..., ώστε να εμφανίζεται με αυτήν ως μία πόλη, με την ανωτέρω, δε, δήλωση της δεν διόρισε αντίκλητο στην ..., με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτη η προαναφερόμενη δήλωση της και η ίδια να μην έχει αποκτήσει την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας.
Περαιτέρω, για τον κατ/νο Χ6, για τον οποίο η κύρια ανάκριση περατώθηκε με έκδοση τυπικής κλήσης του από την Ανακρίτρια του 26ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 270§1 εδ. β ΚΠΔ, το εκκαλούμενο, δε, βούλευμα, δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις ενοχής του για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και της ηθικής-αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης, πέραν του προαναφερθέντος ότι εξ ουδενός στοιχείου της δικογραφίας προκύπτει ότι είχε οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία με τον εκκαλούντα κατ/νο Χ2, αλλά και με τον κατ/νο Χ4, σημειώνονται τα ακόλουθα: α) Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η πραγματοποιηθείσα την 28-8-2007 (και ώρα 14:03:27) από τον εκκαλούντα κατ/νο Χ2 τηλεφωνική κλήση, με τη χρήση της προαναφερόμενης τηλεκάρτας, προς το σταθερό τηλέφωνο της οικίας του κατ/νου αυτού (Χ6) είχε διάρκεια μόνο οκτώ δευτερολέπτων, σύμφωνα με τα παρασχεθέντα από τον ΟΤΕ στοιχεία, το χρονικό, δε, αυτό διάστημα δεν αρκεί, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, για τη μεταξύ δύο προσώπων συνομιλία συγκεκριμένου και ουσιώδους περιεχομένου. Εξάλλου, δεν μπορεί να μην εκτιμηθεί ως στοιχείο επιστηρικτικό της κρίσης του πρωτοβαθμίου Δικαστικού Συμβουλίου για τον συγκεκριμένο κατ/νο το γεγονός ότι η τηλεφωνική αυτή κλήση έγινε μετά διάστημα ενός μηνός από τη σε βάρος του ΩΩ δολοφονική επίθεση, χωρίς να έχει διαπιστωθεί ότι προηγήθηκε,,αλλά και ότι ακολούθησε, οποιαδήποτε άλλη τηλεφωνική επικοινωνία του εκκαλούντος κατ/νου Χ2 με τον ανωτέρω κατ/νο. β) Το γεγονός της ανακύψασας κατά το παρελθόν διένεξης μεταξύ του δολοφονηθέντος ΩΩ και του συγκεκριμένου κατ/νου, εξαιτίας της σεξουαλικής παρενόχλησης του τελευταίου προς την κόρη του θύματος Ψ1, με την επίδειξη προς αυτήν πορνογραφικού υλικού κατά τη διάρκεια του ιδιαίτερου μαθήματος που της έκανε, δεν είναι δυνατόν να συνδεθεί με την προκειμένη ανθρωποκτονία, δημιουργώντας υπόνοιες και πολύ περισσότερο ενδείξεις σε βάρος του, δεδομένου ότι από το προαναφερόμενο γεγονός είχε παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα περίπου ετών, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν προκύπτει ότι ο κατ/νος αυτός είχε απειλήσει το θύμα ή είχε εκφρασθεί σε βάρος του με οποιονδήποτε τρόπο ή εν πάση περιπτώσει είχε εκδηλώσει εκδικητική διάθεση, γ) Ο μάρτυρας ΒΒ ανέφερε στην από 3-8-2007 προανακριτική κατάθεση του ότι "... Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σας πω δύο περιστατικά που πληροφορήθηκα μετά την επίθεση στον αδελφό μου από τη νύφη μου Χ1 ... Το άλλο είναι ότι πληροφορήθηκα τη σεξουαλική παρενόχληση που δέχθηκε η κόρη του Ψ1 από συνάδελφο του καθηγητή από το γυμνάσιο ..., γεγονός το οποίο είχε καταγράψει σε κασέτα. Επίσης, όπως μου είπε, ο συγκεκριμένος καθηγητής θα τοποθετούνταν ως διευθυντής, που ήδη υπηρετεί ο αδελφός μου, στο σχολείο του ... . Και μου είπε η Χ1 ότι, όπως της είπε ο ΩΩ, με τον καθηγητή συναντήθηκαν σε ένα βαθμολογικό κέντρο στις Πανελλήνιες Εξετάσεις που πέρασαν και ότι του είπε ο ΩΩ "αν τολμήσεις να εμφανιστείς στο σχολείο, θα βάλω την κασέτα να παίζει στην πλατεία του ... "...". Επιπλέον, η Ψ1 ανέφερε στην από 4-8-2007 προανακριτική κατάθεση της ότι "... Δεν γνωρίζω ποιες ήταν οι κινήσεις του πατέρα μου τότε όσον αφορά το σχολείο και τον συγκεκριμένο καθηγητή, ξέρω όμως, ότι φέτος τον Ιούνιο του 2007 ο πατέρας μου έμαθε ότι ο άνθρωπος αυτός θα έρχονταν ως διευθυντής στο λύκειο του ..., όπου σήμερα υπηρετεί στο ίδιο σχολείο και ο πατέρας μου. Αυτά τα έμαθα από τον πατέρα μου και μάλιστα ο ίδιος με ρώτησε αν έχω ακόμα την κασέτα αυτή και του είπα ότι την έχω ακόμα φυλαγμένη και δεν την έχω πετάξει...". Πέραν του ότι ύπαρξη "απειλής" του θύματος προς τον συγκεκριμένο κατ/νο για δημόσια ακρόαση της ανωτέρω κασέτας στην πλατεία ... αναφέρεται μόνον από την εκκαλούσα κατ/νη Χ1 (η Ψ1 ανέφερε μόνο για πληροφόρηση του πατέρα της ΩΩ περί επικείμενης τοποθέτησης του ανωτέρω κατ/νου ως διευθυντή στην προαναφερόμενη σχολική μονάδα και όχι για την ανωτέρω "απειλή"), η τοποθέτηση (είτε αποφασισθείσα είτε ενδεχόμενη) του ανωτέρω κατ/νου ως διευθυντή του λυκείου ... δεν επιβεβαιώνεται από τρίτα πρόσωπα, τα οποία, μάλιστα, λόγω της ιδιότητας τους θα ήταν σε θέση να γνωρίζουν κάτι σχετικό. Ειδικότερα, ο μάρτυρας ..., διευθυντής του Λυκείου ..., καθώς και οι μάρτυρες ..., ..., ... και ..., καθηγητές στο ίδιο λύκειο, στις προανακριτικές καταθέσεις τους (την 6-9-2007 ο πρώτος και την 25-10-2007 οι λοιποί) δεν αναφέρουν τίποτε για τοποθέτηση του ανωτέρω κατ/νου ή επιθυμία του για τοποθέτηση του ως διευθυντή του προαναφερόμενου λυκείου, σύμφωνα, δε, με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../2008 έγγραφο της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής, δεν είχε υποβάλει αίτηση για διευθυντής σχολικής μονάδας της περιοχής αυτής, δ) Η ύπαρξη τηλεφωνικών κλήσεων από και προς το σταθϊρό τηλέφωνο της οικίας του κατ/νου Χ6 κατά το χρονικό διάστημα που ο ίδιος και η σύζυγος του ... ανέφεραν ότι βρίσκονταν σε διακοπές στην ... με την κόρη τους ..., δεν είναι ικανή να ανατρέψει τον ισχυρισμό τους αυτό, εφόσον στην οικία τους είχε παραμείνει ο υιός τους ..., όπως προκύπτει από την από 1-11-2007 κατάθεση του, η οποία επιβεβαιώνεται από την επίσης από 1-11-2007 κατάθεση της φίλης του ... . Τούτο, δε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η απουσία του ανωτέρω κατ/νου από τον ... ή, αντιθέτως, η παρουσία του εκεί την ημέρα της δολοφονικής επίθεσης κατά του ΩΩ δεν είναι δυνατόν ούτε να στηρίξει ούτε να αποδυναμώσει ενδείξεις τέλεσης από αυτόν ηθικής αυτουργίας στις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της κακουργηματικής εκβίασης, ε) Επιπλέον, πέραν του ότι δεν είναι δυνατόν, επίσης, να στηρίξουν ή να αποκλείσουν ενδείξεις ενοχής του ανωτέρω κατ/νου, δεν μπορούν να κριθούν ως αντιφατικά τα αναφερθέντα από τον ανωτέρω κατ/νο και τη σύζυγο του σχετικά με το χρόνο κατά τον οποίο έλαβαν γνώση της σε βάρος του ΩΩ ανθρωποκτονίας, δηλαδή την ημέρα της κηδείας του, σύμφωνα με τον κατ/νο ,και μία ή δύο ημέρες πριν από τον Δεκαπενταύγουστο του 2007, σύμφωνα με τη σύζυγο του, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται η ημέρα της κηδείας, προφανώς όμως αυτή τελέστηκε μετά την 10-8-2007, ημέρα διενέργειας της νεκροψίας - νεκροτομής, ενώ, εξάλλου, ο αναφερόμενος τρόπος γνώσης από τον ανωτέρω κατ/νο του συγκεκριμένου εγκλήματος επιβεβαιώνεται από τον υιό του ...και εμμέσως από την προαναφερόμενη μάρτυρα ... ("Κάποιο απόγευμα λοιπόν, ενώ βρισκόμασταν στο εξοχικό, η ... μίλησε τηλεφωνικά με κάποια φίλη της και αυτή της είπε ότι εκείνη την ημέρα γινόταν η κηδεία του ΩΩ, γιατί τον είχαν σκοτώσει. Μου το είπε η ... και αμέσως τηλεφώνησα στο κινητό του πατέρα μου που βρισκόταν με τη μητέρα μου για διακοπές στην ...." ο πρώτος, "Μια μέρα, πριν το Δεκαπενταύγουστο, με πήρε τηλέφωνο μια φίλη μου, η ... αν δεν κάνω λάθος, και μεταξύ των άλλων μου είπε ότι τον πυροβόλησαν. Στεναχωρήθηκα όταν το άκουσα και το είπα στους γονείς μου και στον ..." η δεύτερη).
Επειδή από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ορθώς το προσβαλλόμενο βούλευμα παρέπεμψε τους εκκαλούντες κατ/νους Χ1 και Χ2 , καθώς και τους σογκατηγορουμένους τους Χ3, Χ4 και Χ5 στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, για να δικασθούν για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους οι υπό κρίση εφέσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων".
Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης για τις αξιόποινες πράξεις: α)της ηθικής αυτουργίας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους της: αα) Χ4 και ββ) Χ2, σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως του συζύγου της (εν διαστάσει), ΩΩ, με φυσικό αυτουργό το συγκατηγορούμενό της, Χ3 και β)ηθικής αυτουργίας από κοινού με το (συγκατηγορούμενό της-μη διάδικο στην παρούσα δίκη), Χ4, σε κακουργηματική εκβίαση σε βάρος της ΑΑ, που διέπραξε ο (συγκατηγορούμενός της-μη διάδικος στην παρούσα δίκη), Χ2.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης
και παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, για να δικαστεί για τις άνω κακουργηματικές πράξεις, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς την παραπομπή της κατηγορουμένης άνω διάταξη του, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες παραπέμφθηκε η κατηγορουμένη στο ακροατήριο του άνω Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ενεργώντας από κοινού με τους άνω συγκατηγορουμένους της προσέφεραν χρηματική αμοιβή 500 € στο συγκατηγορούμενό τους, Χ3 προκειμένου να σκοτώσει τον ΩΩ, εν διαστάσει σύζυγό της άνω κατηγορουμένης, υποδεικνύοντας σε αυτόν τον τόπο και το χρόνο που έπρεπε να δράσει και έτσι, τον έπεισαν να εκτελέσει την άδικη πράξη της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, την οποία αυτός διέπραξε, όπως στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιγράφεται. Επίσης, υπάρχει ειδική αιτιολογία και ως προς το ότι η αναιρεσείουσα και ο άνω συγκατηγορούμενος της, με παραινέσεις και πειθώ παρότρυναν και ενθάρρυναν τον άλλον συγκατηγορούμενό τους, Χ2, να εκτελέσει σε βάρος της ΑΑ την πράξη της κακουργηματικής εκβίασης, που αυτός διέπραξε, όπως στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται. Κατόπιν αυτών, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και, συγκεκριμένα, ότι: 1) Το αναιρεσιβαλλόμενο με ασαφείς και αδιευκρίνιστες σκέψεις και ανύπαρκτη αιτιολογία, επικυρώνει την παραπομπή της αναιρεσείουσας για ηθική αυτουργία κατά συναυτουργία σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και σε απόπειρα εκβίασης, χωρίς να αποσαφήνιζει και να προσδιορίζει με τρόπο ευκρινή τι ακριβώς της αποδίδεται ως πράξη συμμετοχής, καθόσον, με πλήρη σαφήνεια στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αναφέρονται και διευκρινίζονται οι επιμέρους εγκληματικές ενέργειες της αναιρεσείουσας. 2)το αναιρεσιβαλλόμενο δεν απάντησε ειδικά, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 139 Κ.Π.Δ. σε καμμία από τις ανωτέρω αιτιάσεις και λόγους εφέσεως της (εκκαλούσας). Με τον τρόπο αυτό παραβίασε το υπερασπιστικό δικαίωμα της σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, αλλά και την υποχρέωση ειδικής αιτιολόγησης που πρέπει να καλύπτει όλες τις προβαλλόμενες στην έκθεση εφέσεως αιτιάσεις.
Εξάλλου, επίσης αναιτιολόγητα το αναιρεσιβαλλόμενο απέρριψε το δις διατυπωθέν αίτημα της (εκκαλούσης) περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεως της, ενώ αντιπαρήλθε εντελώς και επίσης αναιτιολόγητα το επικουρικώς υποβληθέν, δια του από 15/5/2009 υπομνήματος της προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών (Αρ. Πρωτ. 29636/18-5-2009), αίτημα περί συνεχίσεως της ανακρίσεως. Για τον αυτό λόγο κρίνονται ως αβάσιμες και οι άνω αιτιάσεις, καθόσον υπάρχει η ειδική αιτιολογία στο προαναφερόμενο βούλευμα και δεν παραβιάστηκε υπερασπιστικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, με πλήρη και σαφή αιτιολογία απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα το αίτημά της για συνέχιση της ανακρίσεως με την αιτιολογία ότι νομότυπα περαιώθηκε η κυρία ανάκριση και δεν υπάρχει κανένας λόγος να διαταχθεί περαιτέρω κυρία ανάκριση, σύμφωνα με το αίτημα των εκκαλουσών, για να απαγγελθεί σε βάρος του Χ6 κατηγορία για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας στην άνω ανθρωποκτονία και την εκβίαση. Επίσης, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, απορρίφθηκε και το αίτημά της για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο άνω Συμβούλιο, κατά λέξη ως εξής: "η κατ/νη Χ1 έχει αναπτύξει αρκούντως τις απόψεις της και διατύπωσει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς της με την ενώπιον της ανωτέρω Ανακρίτριας απολογία της, το από 25-2-2008 απολογητικό υπόμνημα, τους από 4-3-2008 λόγους προσφυγής της κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης της, το από 28-7-2008 υπόμνημα της για τη μη παράταση της προσωρινής κράτησης της, το από 13-2-2009 υπόμνημα της, την από 24-4-2009 έκθεση της έφεσης της και το προαναφερόμενο από 15-5-2009 υπόμνημα - αίτηση της και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης της ενώπιον του Συμβουλίου". Εξάλλου, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι μη νόμιμα για την παραπομπή της στο ακροατήριο λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των συγκατηγορουμένων της, είναι αβάσιμη, διότι η απαγόρευση της διάταξης του άρθρου 211Α' ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", ισχύει μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα όταν το Δικαστήριο άγεται σε καταδικαστική κρίση και ως μόνο αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο λαμβάνεται η μαρτυρία αυτή, δεν έχει, δε, εφαρμογή η απαγόρευση αυτή στο ενδιάμεσο στάδιο κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορούμενου σε δίκη. Τέλος, το άνω Συμβούλιο απάντησε σε όλους τους προβαλλόμενους από τους εκκαλούντες λόγους εφέσεως. 3) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών υπέπεσε επίσης στην νομική πλημμέλεια της θετικής υπέρβασης εξουσίας διότι απάλλαξε τον Χ6 από κατηγορία η οποία ουδέποτε του αποδόθηκε, για δίωξη, που ουδέποτε ασκήθηκε εναντίον του, εκδόθηκε δε από την Ανακρίτρια τυπική κλήση για τον ίδιο, πριν από το πέρας της κυρίας ανακρίσεως.
Ως εκ τούτου, ακύρως και καθ' υπέρβαση της εξουσίας της Ανακρίσεως εκδόθηκε η προς αυτόν απευθυνόμενη τυπική κλήση και αποδόθηκε σε αυτόν η ιδιότητα του κατηγορουμένου στο στάδιο πέρατος της ανακρίσεως, ενώ ουδέποτε η ανάκριση τον περιέλαβε μεταξύ των κατηγορουμένων.
Από τα ανωτέρω παρήχθη θετική υπέρβαση εξουσίας του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο απάλλαξε τον Χ6 επί μηδέποτε ασκηθείσης εναντίον του ποινικής διώξεως. Η αιτίαση αυτή για υπέρβαση εξουσίας του Συμβουλίου είναι αβάσιμη, διότι εκτός του ότι παρατίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που αιτιολογούν την άνω κρίση του Συμβουλίου, η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον κατ'άρθρο 463 ΚΠΔ να προβάλλει το λόγο αυτό, που αφορά αποκλειστικά άλλον διάδικο, αλλά και διότι από το παραδεκτό του λόγου αυτού, δεν αναμένεται όφελος γι'αυτήν. 4)Επίσης το αναιρεσιβαλλόμενο υπέπεσε στην νομική πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, και δη τόσο θετικής όσο και αρνητικής, υπό την έννοια ότι σε καμμία περίπτωση δεν προβλέπεται στο νομό εξουσία του δευτεροβάθμιου συμβουλίου να συμπληρώνει ή να διορθώνει το αιτιολογικό ή το διατακτικό του εκάστοτε εκκαλουμένου βουλεύματος, η δε πραγματοποίηση της συνιστά θετική υπέρβαση εξουσίας. "Διόρθωση" ή "συμπλήρωση" -επιτρέπεται μόνο μετά την εξαφάνιση, ακύρωση του εκκαλουμένου, ή διάταξης αυτού, ή της παράλειψης του εκκαλουμένου να διαλάβει την οιαδήποτε απαραίτητη αιτιολογία ή διάταξη. Η μη ακύρωση του πρωτοβάθμιου βουλεύματος που το Συμβούλιο Εφετών κρίνει ότι έπασχε σε πλείστα μέρη κατά τα ανωτέρω,συνιστά αρνητική υπέρβαση εξουσίας, δηλαδή τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' αναιρετικό λόγο. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν αφορά την αναιρεσειουσα, ούτε επηρεάζεται από την τυχόν παραδοχή του λόγου αυτού η δικονομική θέση και δη υπέρ αυτής. ’λλωστε η φερόμενη διόρθωση από το συμβούλιο έγινε ορθά στα πλαίσια των άρθρων 317§ 1, 318 ΚΠΔ, ενόψει των εφέσεων πολιτικώς εναγόντων και εντός των ορίων των άνω άρθρων. Και 5)Περαιτέρω, παρήχθη απόλυτη ακυρότητα της,ανάκρισης λόγω κακής σύνθεσης (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α'), του εν λόγω Συμβουλίου, διότι η 26η Τακτική Ανακρίτρια, Μαρία Παπαδογρηγοράκου, είχε συμμετάσχει στη σύνθεση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που εξέδωσε το υπ' αρ. 2693/2007 Βούλευμα στην ίδια υπόθεση και είχε, ως εκ τούτου, κώλυμα διεξαγωγής της ανακρίσεως. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται τι αφορά το υπ' αριθμ. 2693/2007 βούλευμα του συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και, τι σχέση έχει με το εδώ παραπεμπτικό υπ' αριθμ. 1198/2009, του αυτού συμβουλίου, που συμμετείχε η ανακρίτρια ανεπίτρεπτα και με ποινή ακυρότητας, κατά την αιτίαση αυτή.
Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες οότε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστό υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν αττό την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκληματών, για τα οποία κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί η αναιρεσείουσα. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει η αναίρεσείουσα ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έγινε με αυτό δεκτή η έφεσή της κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, οι προβαλλόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.α' ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα (αρθρ. 171 παρ.1), καθώς και ο από το στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όπως και ο από το αυτό άρθρο στοιχ.ε'του αυτού Κώδικα για υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμο και πρέπει να απορριφθούν.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση των άνω λόγων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Οκτωβρίου 2009 (αριθμ. 198/2009) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, αίτηση της Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1479/2009 βολεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή