Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2101 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 2101/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πάλλη, περί αναιρέσεως της 2872/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 879/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά το άρθρο 59 του ΚΠΔ όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη ποινική δίκη και δεν είναι δυνατή ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από αυτήν ως άνω αναβολή ή αναστολή (όρος ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται όταν στη δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα. Τέτοιο δε νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστού, εκείνο δηλαδή, χωρίς την προηγουμένη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφασή του. Εξ' άλλου κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ΚΠΔ ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου κώδικος, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικώς ο νόμος. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η απόλυτη ακυρότητα, προβλεπομένη από την διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 περ.γ του ΚΠΔ προϋποθέτει την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής διώξεως κι όχι την αναβολή της δίκης και επομένως η παραβίαση των τελευταίων δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α του ιδίου κώδικος λόγ0 αναιρέσεως. Επομένως, ο από το τελευταίο άρθρο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω μη αναβολής της δίκης κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση παρά το ότι εξηρτάτο από άλλη εκκρεμή δίκη στον Άρειο Πάγο, τυγχάνει απαράδεκτος και απορριπτέος.
2. Επειδή η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης υπόκειται μεν στην ανεξέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, οφείλει όμως τούτο να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα, γιατί διαφορετικά προκαλείται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 170 παρ. α ΚΠΔ) και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ΚΠΔ. Εάν όμως απαντήσει το Δικαστήριο και απορρίψει το περί αναβολής αίτημα, πρέπει, σύμφωνα με την προσθήκη που έγινε στο άρθρο 139 του ΚΠΔ με το άρθρο 2 παρ.5 του νόμου 2408/1996, να διαλάβει στην απορριπτική του απόφαση την υπό του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος και του άρθρου 139 του ΚΠΔ, απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, του ιδίου κώδικος προβλεπομένος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα ενσωματούμενα σ' αυτήν πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος υπέβαλε το αίτημα αναβολής της υποθέσεως "προκειμένου να συμπληρωθεί η με αριθμό 273/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, διότι δεν εξετάσθηκαν κάποιοι λόγοι αναίρεσης". Το τριμελές εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε το ανωτέρω αίτημα με την εξής αιτιολογία: "Από την διάταξη του άρθρου 349 παρ.1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, μετά από αίτηση του κατηγορουμένου μπορεί να αναβάλλει την υπόθεση σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για σημαντικά αίτια ... Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, διότι ο κατηγορούμενος έχει υποβάλλει ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 31/3/09 αίτησή του και ζητά την συμπλήρωσή της με αριθμό 273/2009 απόφασής του, διότι δεν εξέτασε κάποιους λόγους της έφεσης. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν συντρέχει λόγος αναβολής για σημαντικά αίτια, διότι ο κατηγορούμενος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος και το δικαστήριο από παραδρομή, κατά την επιμέτρηση της συνολικής ποινής, επέβαλε ποινή για (3) πράξεις, αντί για τις (2), για τις οποίες καταδικάσθηκε. Επομένως το παρόν Δικαστήριο δεν κωλύεται να προβεί σε νέα επιμέτρηση της συνολικής ποινής και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα της αναβολής". Έτσι όπως έκρινε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, απορρίψαν το υποβληθέν από τον αναιρεσειούντα ως άνω αίτημα αναβολής διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την υπό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα το Εφετείο εδέχθη ότι υφίσταται αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση δια τα δύο εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος, διά τα οποία ο αναιρεσείων είχε ήδη καταδικασθεί αμετακλήτως. Η αναφορά στην άνω απορριπτική απόφαση ότι ο αναιρεσείων εζήτησε την "συμπλήρωση της με αριθμ. 273/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου διότι δεν εξέτασε κάποιους λόγους της έφεσης", ενώ κατά το αληθές περιεχόμενο του υποβληθέντος αιτήματος η αναβολή της δίκης εζητήθη γιατί ο Άρειος Πάγος δεν εξήτασε λόγο αναιρέσεως, αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενο υπ' όψιν (εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής), δεν επιφέρει καμία έλλειψη ως προς την αιτιολογία της άνω αποφάσεως, διότι είναι προφανές ότι η αναφορά του δικαστηρίου στους "λόγους εφέσεως" αντί του ορθού, "λόγους αναιρέσεως" είναι απότοκος φραστικής παραδρομής, που δεν μπορεί να οδηγήσει στην αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως δι' έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο αυτού μέρος, διά του οποίου πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση δι' αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., ήτοι δι' έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της ως άνω αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 519 και 523 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι στο δικαστήριο, στο οποίο ο Άρειος Πάγος παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση, δεν επιτρέπεται να μετάσχει δικαστής από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, εάν δε παρά ταύτα, συμμετάσχει ο δικαστής αυτός στο δικαστήριο της παραπομπής, υπάρχει κακή τούτου σύνθεση, επαγομένη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικος. Στην προκειμένη περίπτωση διά της υπ' αριθμ. 273/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 5386/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών εν μέρει και δη ως προς την διάταξη αυτής δια της οποίας επεβλήθη στον αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών διά τρία αδικήματα, ήτοι την ψευδή καταμύνηση, την ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος και την συκοφαντική δυσφήμηση, ενώ έπρεπε να επιβληθεί συνολική ποινή φυλακίσεως μόνο για τα δύο πρώτα αδικήματα και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Μετά την γενομένη παραπομπή και τη νέα εκδίκαση της υποθέσεως, κατά το αναιρεθέν ως άνω μέρος, εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο, όμως, συνεκροτήθη από άλλους δικαστές, σύμφωνα με την σχετική διάταξη της άνω Αρεοπαγιτικής αποφάσεως, και όχι από τους ιδίους οι οποίοι απετέλεσαν την σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσαν την αναιρεθείσα ως άνω υπ' αριθμ. 5386/2008 απόφαση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα ενσωματούμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, της συνθέσεως αυτού δεν συμμετείχε η Εφέτης Φράγκου Ναυσικά ως προεδρεύουσα, η οποία ήταν μέλος της συνθέσεως του ίδιου δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεθείσα ως άνω απόφαση, αλλ' ο Εφέτης Αθηνών, ως προεδρεύων, Δημήτρης Κόκκας γενομένης μάλιστα και ειδικής μνείας στα άνω πρακτικά περί της αντικαταστάσεως της Εφέτου Φράγκου Ναυσικά από τον Εφέτη Δημήτριο Κόκκα, λόγω υπάρξεως κωλύματος στο πρόσωπό της. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως δια του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., συνισταμένη στην απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου κώδικος, διότι της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκδικάσαντος την υπόθεση μετά των διά της υπ' αριθμ. 273/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου γενομένη παραπομπή, μετείχε, ως προεδρεύουσα, η Εφέτης Αθηνών Ναυσικά Φράγκου η οποία, όμως, προήδρευσε του ιδίου δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 5386/2008 απόφαση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ακολούθως προς όλα τα ανωτέρω η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς όλους τους λόγους της και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.

ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-5-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της υπ' αριθμ. 2872/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή