Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 148 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Αναίρεση μερική, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Κακουργηματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία και ψευδής βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση. Αναίρεση μόνον για την πρώτη πράξη για έλλειψη αιτιολογίας. Αναγνώσθηκε έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης την οποία διέταξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν την μνημονεύει μεταξύ των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του, αλλ’ ούτε από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού προκύπτει ότι εκτιμήθηκε και αξιολογήθηκε. Επαρκής αιτιολογία και απόρριψη αιτήσεως για την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 148/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νιζάμη και 2. Ψ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ - Μάριο Βαρότσο, περί αναιρέσεως της 125/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Βασίλειος Κουρούμανης.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20/6/2008 και 24/6/2008 αιτήσεις αναιρέσεως, αντιστοίχως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1195/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν εν μέρει δεκτές και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Με την υπ' αριθμ. 125/2008 αποφάση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, καταδικάσθηκαν για κακουργηματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία οι κατηγορούμενοι Χ και Ψ, ο τελευταίος δε και για ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση. Κατά της αποφάσεως αυτής νομοτύπως και εμπροθέσμως άσκησαν τις από 20-6-2008 και 1-7-2008, αντιστοίχως, αιτήσεις αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει οι αιτήσεις να γίνουν τυπικά δεκτές, να συνεκδικασθούν και να εξετασθούν και κατ' ουσίαν.
ΙΙ- Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την πραγματογνωμοσύνη, η οποία όμως διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας που την εξέδωσε, για να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του κατά των κατηγορουμένων για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, διέλαβε στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκαν " από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας,τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και τη συζήτηση γενικά της υποθέσεως". Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων εγγράφων αναγνώσθηκε και η από 8-6-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, την οποία, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι την διέταξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο,με την υπ' αριθμ.499/2005 αναβλητική για κρείσσονας αποδείξεις απόφασή του. Περί της εκθέσεως αυτής, η οποία αποτελεί κατά την προαναφερόμενη διάταξη ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνει καμία μνεία, ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια στο κυρίως σκεπτικό, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας στην καταδικαστική για τους κατηγορούμενους κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση, για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, για την οποία καταδικάσθηκαν και οι δύο αναιρεσείοντες, στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω κρίση του. Επομένως, κατά τούτο, ο κοινός λόγος αναιρέσεως και των δύο αναιρεσειόντων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε μετά ταύτα η έρευνα για την ίδια πράξη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

ΙΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) απαιτείται α) δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α του Π.Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' Π.Κ. και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες αναγόμενες στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως ή καταστάσεως. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι' αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Στην προκείμενη περίπτωση και αναφορικά με την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως για την οποία το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Ψ, δέχθηκε η απόφαση, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, ότι από το προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα επόμενα. " ...Ειδικότερα στο ..., με την ιδιότητά τους, ως υπάλληλοι του Εθνικού Οργανισμού Καπνού της Δ/σεως Περιφερείας Θεσσαλίας, ο μεν πρώτος ως υπάλληλος του λογιστηρίου, ο δε έτερος ως ταμίας ιδιοποιήθηκαν παράνομα ...... Πλέον τούτων ο δεύτερος κατηγορούμενος (νοείται ο Ψ) με την ανωτέρω ιδιότητά του και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανήγετο η έκδοση ή σύνταξη δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε ψευδώς με πρόθεση σ' αυτά περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και δη στο ... στην ίδια υπηρεσία, κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα, βεβαίωσε ψευδώς στα αναφερόμενα χρηματικά εντάλματα πληρωμής προς το ΙΚΑ που αφορούσαν εξέταστρα ασφαλισμένων υπαλλήλων του ΕΟΚ .... ότι είχαν εξοφληθεί, ενώ το παραπάνω γεγονός ήταν ψευδές, με αποτέλεσμα να υπάρχει οφειλή του Οργανισμού Καπνού προς το ΙΚΑ....". Με τις παραδοχές του αυτές και την παραδεκτή συμπλήρωση του σκεπτικού από το διατακτικό της αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 242 του Π.Κ την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλειπείς και ασαφείς αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφασή του νομίμου βάσεως. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς την άνω πράξη, δεν ήταν αναγκαία η λήψη υπόψη και συνεκτίμηση της προαναφερθείσας εκθέσεως λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, αφού από την επισκόπηση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως με την οποία διετάχθη η πραγματογνωμοσύνη, προκύπτει ότι αυτή διετάχθη για θέματα τα οποία ανάγονται και αφορούν μόνο στην πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και ειδικότερα στο αν κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ανέλαβε προϊστάμενος του λογιστηρίου ο Χ υπήρχε έλλειμμα και σε ποια έκταση ανερχόταν αυτό. Περαιτέρω, από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την απολογία του κατηγορουμένου, χωρίς, ενόψει της ύπαρξης δύο κατηγορουμένων, να διευκρινίζεται ποίου εκ τούτων την απολογία συνεκτίμησε, ουδεμία ασάφεια δημιουργείται, αφού, στη συνέχεια, στο κύριο σκεπτικό της αποφάσεως, το δικαστήριο ειδικώς αναφέρεται στις απολογίες και των δύο κατηγορουμένων διαλαμβάνοντας, κατά λέξη "... η κρίση του δικαστηρίου περί των αποδεικνυομένων αυτών πραγματικών γεγονότων στηρίζεται όχι μόνον επί των μαρτυρικών καταθέσεων αλλά και επί των απολογιών των κατηγορουμένων. ...", συναγομένου εντεύθεν ότι οφείλεται σε προφανή παραδρομή κατά τη σύνταξη των πρακτικών η αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού " της απολογίας του κατηγορουμένου." Κατά τούτο, η για έλλειψη αιτιολογίας σχετική αιτίαση του κατηγορουμένου Ψ προβαλλόμενη με τον 1ο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμη. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση περιεχόμενη στον 3ο λόγο αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για τυπική αιτιολογία, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το σκεπτικό και το διατακτικό αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυπληρώνονται, στην προκείμενη περίπτωση δε, δεν είναι τυπική η αιτιολογία της αποφάσεως με τις αναφερθείσες παραδοχές της. Η αιτίαση που προβάλλεται με τον 5ο λόγο, ότι δηλαδή το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την από 12-9-2002 πορισματική έκθεση της Οικονομικής Επιθεωρήτριας ..... είναι αβάσιμη ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενη, αφού από την επισκόπηση των πρακτικών δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε και αναγνώσθηκε το παραπάνω έγγραφο. Εξάλλου για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, αρκεί η μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και δεν είναι αναγκαίο να γίνεται σ' αυτήν συγκριτική στάθμιση και αξιολόγηση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και να αναφέρεται ειδικώς τι προέκυψε από καθένα από αυτά.
Συνεπώς και ο 7ος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια της μη συγκριτικής αξιολόγησης της αναφερόμενης μαρτυρικής καταθέσεως σε συσχετισμό με αναγνωσθέντα έγγραφα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Παρέλκει η έρευνα των 6ου 8ου λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας γιατί οι λόγοι αυτοί αναφέρονται στο έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία για το οποίο αναιρείται η απόφαση κατά τα προεκτεθέντα και κατά παραδοχή του 4ου λόγου αναιρέσεως του κατηγορουμένου τούτου. IV.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ ως άνω δικαιώματά του, ως προς το περιεχόμενό του. Η αναγραφή όμως στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητος και το περιεχόμενό τους, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεδομένου μάλιστα ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο παρατίθενται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά από το εάν ανεγνώσθησαν πράγματι ή όχι. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων Ψ επικαλείται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα ήτοι α) Το από 30-7-2001 έγγραφο του EOK β) Το από 5-2-2002 έγγραφο και γ) το έγγραφο του ΕΟΚ ,των οποίων δεν προκύπτει η ταυτότητα, καθόσον δεν διαλαμβάνεται ο εκδότης αυτών, το περιεχόμενο αυτών και ημερομηνία έκδοσης ως προς το τελευταίο. Η αιτίαση αυτή του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί διότι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, τα αναγνωσθέντα έγγραφα προσδιορίζονται με απόλυτη σαφήνεια, ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους και περί του ότι αυτά ανεγνώσθησαν και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους.
Συνεπώς και ο 2ος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'του Κ.Ποιν.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. V.- Μετά από αυτά και καθόσον αφορά την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, κατά παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσίοντος Χ και κατά μερική παραδοχή της αιτήσεως του Ψ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). Καθόσον, όμως, αφορά την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, η αίτηση αναιρέσεως κατά της αυτής αποφάσεως του Ψ πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει και μόνον για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, την υπ' αριθμ.125/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει την από 1-7-2008 αίτηση του Ψ, για αναίρεση της παραπάνω αποφάσεως κατά το μέρος που τον κήρυξε ένοχο για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή