Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 841 / 2012    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ερημοδικία αναιρεσείοντος.




Περίληψη:
Συνεκδίκαση τριών αιτήσεων αναιρέσεως κατά της αυτής καταδικαστικής αποφάσεως. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, απόλυτη ακυρότητα, παράβαση των διατάξεων που αφορούν στη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και υπέρβαση εξουσίας. Όταν ο διερμηνέας διορίζεται από τον οικείο πίνακα και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και χωρίς να πάρει το λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις του, ο κατηγορούμενος, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Ακόμη, στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτείται αιτιολογία της διατάξεως του διευθύνοντος τη συζήτηση. Για τη θεμελίωση της ελαφρυντικής περιστάσεως του εδ. α' της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ, δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς ούτε η συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της βιοποριστικής εργασίας, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία. Για τη θεμελίωση του αυτοτελούς ισχυρισμού του άρθρου 84 §2ε ΠΚ, απαιτείται η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου και όχι όταν κρατείται στη φυλακή. Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και καταδικάζονται οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Η αίτηση του δεύτερου αναιρεσείοντος απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη.




Αριθμός 841/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) B. F. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, 2) Σ. Θ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα και 3) Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου για αναίρεση της υπ' αριθ. 2713/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Μαρτίου 2011 του Θ. Σ. του Ι., 17 Μαρτίου 2011 και 21 Μαρτίου 2011 του Χ. Κ. του Ν. αιτήσεις τους αναιρέσεως και στους από 22 Μαρτίου 2011 και 14 Οκτωβρίου 2011 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 538/2011.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως των Θ. Σ. του Ι. και Χ. Κ. του Ν. καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 21 Μαρτίου 2011 αίτηση αναίρεσης του Φ. Μ..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση του απορρίπτεται.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 9 Μαΐου 2011 αποδεικτικό επιδόσεως του Γραμματέως του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Β' Τύπου Μαλανδρίνου Ευθυμίου Παπαδήμα, ο αναιρεσείων B. F. κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής. Όμως, ο αναιρεσείων B. F. του Χ. δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη από 21 Μαρτίου 2011 αίτηση αναιρέσεως του κατά της 2713/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Επειδή, κατά το άρθρο 514 εδ. γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτώς ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ. Κ., διά των πληρεξουσίων του δικηγόρων Γεωργίου Παπαϊωάννου και Ιωάννη Μαντζουράνη άσκησε, αντιστοίχως, στις 17.3.2011 και 21.3.2011 αιτήσεις αναιρέσεως, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ.2 ΚΠΔ) και τους από 14-10-2011 πρόσθετους λόγους (που κατατέθηκαν αυθημερόν), κατά της 2713/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση επιτρεπτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο τηρούμενο από το Εφετείο Αθηνών ειδικό προς τούτο βιβλίο στις 2.3.2011, και πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικασθούν. Επίσης κατά της αυτής αποφάσεως ο Σ. Θ. διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου, Δημήτρη Τσοβόλα άσκησε, στις 14.3.2011 αίτηση αναιρέσεως, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ.2 ΚΠΔ) και τους από 22.3.2011 πρόσθετους λόγους (που κατατέθηκαν αυθημερόν). Η αίτηση αυτή με τους πρόσθετους λόγους, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, με τις αναφερόμενες αιτήσεις και πρόσθετους λόγους που άσκησε ο Χ. Κ., λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
Επειδή, με το άρθρο 1 του Ν. 2928/2001 αντικαταστάθηκε στο σύνολο του το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα και ήδη ορίζεται στη μεν παράγραφο 1 αυτού ότι με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων από τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων και η ληστεία (άρθρο 380 ΠΚ), στη δε παράγραφο 3 ότι, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παρ. 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία) τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 380 παρ. 1 Ποινικού Κώδικα περί της ληστείας, όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαιρεί από άλλον ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση όπου η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητήριου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας), Η αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμον απαιτούνται για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο-συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2713/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, κατ1 έφεση, για εγκληματική οργάνωση, αρπαγή από κοινού, κατά συρροή, ληστεία, διατάραξη κοινής ειρήνης, αντιποίηση αρχής κατ' εξακολούθηση και παράνομη οπλοφορία, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι ενώθηκαν μεταξύ τους με σκοπό τη διάπραξη ληστειών σε βάρος αλλοδαπών υπηκόων Πακιστάν και Μπαγκλαντές και τον προσπορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους, για την επίτευξη δε του σκοπού τους αυτού, προμηθεύτηκαν πιστόλια, χειροπέδες, φορητούς ασυρμάτους και αστυνομικά εμβλήματα, ώστε να εμφανίζονται ως αστυνομικοί ασφαλείας και ενοικίασαν προς τούτο αυτοκίνητα, με τα οποία δήθεν ενεργούσαν περιπολίες και ελέγχους σε αλλοδαπούς και ακολούθως, είτε τους άρπαζαν και τους εξανάγκαζαν να τους οδηγήσουν στις οικίες τους, είτε εισέρχονταν σ' αυτές παράνομα, προσποιούμενοι τους αστυνομικούς για δήθεν διενέργεια ελέγχου και με την απειλή πιστολιών που έφεραν μαζί τους, τους κατακρατούσαν παράνομα στις οικίες τους και τους αφαιρούσαν με τη βία χρήματα, πιστωτικές κάρτες και κάρτες ανάληψης μετρητών, αποσπώντας ταυτόχρονα και τους αριθμούς ΡΙΝ καθώς και κινητά τηλέφωνα και ταξιδιωτικά έγγραφα. Στη συνέχεια εξαναγκάζοντας τους παθόντες να παραμείνουν εντός των οικιών τους για να υποστούν αστυνομικό έλεγχο, αποχωρούσαν, μετέβαιναν σε μηχανήματα αυτόματης ανάληψης μετρητών της αντίστοιχης Τράπεζας και κάνοντας χρήση της αφαιρεθείσης κάρτας και του αριθμού ΡΙΝ, πραγματοποιούσαν αναλήψεις, ανάλογα με τον πιστοποιητικό υπόλοιπο του λογαριασμού των παθόντων. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, πραγματοποίησαν τις εξής αρπαγές και ληστείες σε βάρος υπηκόων Πακιστάν και Μπαγκλαντές, ενώ με τη χρήση των αφαιρεθεισών σε κάθε περίπτωση καρτών πραγματοποίησαν αναλήψεις των παρακάτω χρηματικών ποσών: 1) Στην Παλλήνη Αττικής την 26.1.2006 και περί ώρα 15.00 και οι τρεις κατηγορούμενοι εισήλθαν από κεντρική ανασφάλιστη είσοδο στο επί της οδού Κορίνθου 1 διαμέρισμα, όπου διέμεναν επτά πακιστανοί, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στο διατακτικό και προσποιούμενοι τους αστυνομικούς, ο 1ος κρατώντας χειροπέδες και απειλώντας ότι θα τους δεσμεύσει, ο δε 2ος απειλώντας τους με πιστόλι, τους εξανάγκασαν να σηκώσουν ψηλά τα χέρια, τους ακινητοποίησαν και τους ζήτησαν να εναποθέσουν στο τραπέζι χρήματα, κινητά τηλέφωνα, τιμαλφή και προσωπικά τους έγγραφα. Έτσι, αφαίρεσαν από την κατοχή τους το χρηματικό ποσό των 1.100 ευρώ και δύο κινητά τηλέφωνα και αφού τους κλείδωσαν όλους στην κρεβατοκάμαρα, αναχώρησαν προς άγνωστη διεύθυνση. 2) Στην Πλατεία Κουμουνδούρου της Αθήνας την 21.1.2006 και περί ώρα 18.00 και οι τρεις κατηγορούμενοι, προσποιούμενοι τους αστυνομικούς, που ενεργούν έλεγχο, επιβίβασαν σε ΙΧΕ αυτοκίνητο τον υπήκοο Μπαγκλαντές Τ. A., κάτοικο ..., τον οποίο υποχρέωσαν να τους οδηγήσει στην οικία του, όπου αφού εισήλθαν ακινητοποίησαν με την απειλή πιστολιών αυτόν και τον αδελφό του Τ. M., ερεύνησαν τους χώρους και αφαίρεσαν τα διαβατήρια του τελευταίου και της συζύγου του. Κατά τον χρόνο της παραμονής τους εκεί, προσήλθε στην οικία και τρίτος ομοεθνής τους, ο Μ. M. L., τον οποίο επίσης ακινητοποίησαν και ζήτησαν το διαβατήριο. Όταν αυτός ανέφερε ότι το είχε στην οικία του οι 2ος και 3ος κατηγορούμενοι τον επιβίβασαν στο ΙΧΕ αυτοκίνητο και τον οδήγησαν στην οικία του, ενώ ο 1ος παρέμεινε στην οικία, φυλάσσοντας τους δύο πρώτους παθόντες. Εκεί, ιόν έδεσαν με χειροπέδες, ερεύνησαν τους χώρους και αφαίρεσαν το διαβατήριο του, μία κάρτα ανάληψης μετρητών της Εurobank, μαζί με τον κωδικό της, καθώς και το χρηματικό ποσό των 300 ευρώ από τον παρευρισκόμενο αδελφό του ενοίκου Μ. I.I., τον οποίο επίσης ακινητοποίησαν. Επίσης αφαίρεσαν διάφορα προσωπικά έγγραφα. Στη συνέχεια μετέφεραν τον 3° παθόντα στην αρχική οικία (...), όπου τους υποχρέωσαν όλους, με την απειλή πιστολιών, να παραμείνουν εντός της οικίας, προκειμένου να προσέλθει κλούβα της Αστυνομίας να τους παραλάβει και αποχώρησαν. 3) Στην περιοχή "Γκορυτσά" Ασπροπύργου, την 27.1.2006 και περί ώρα 16.15' ο 1ος και 3ος κατηγορούμενοι, προσποιούμενοι τους αστυνομικούς, εισήλθαν στην οικία όπου διαμένουν οι Μ. I.I. και Μ. A. και προφασιζόμενοι ότι ενεργούν έλεγχο, αφού ο 1ος επέδειξε μεταλλικό σήμα, πλαστική ταυτότητα με ένδειξη "Ροlice", χειροπέδες και κρατώντας πιστόλι τους ακινητοποίησαν στο σαλόνι, ερεύνησαν τους χώρους και τους αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των 400 ευρώ. Κατά το χρόνο αυτό προσήλθε στην οικία ο θείος των παθόντων M. S., τον οποίο επίσης ακινητοποίησαν και του αφαίρεσαν 400 ευρώ. Ακολούθως, οι άνω κατηγορούμενοι, εξανάγκασαν τους παθόντες να παραμείνουν στην οικία, προκειμένου δήθεν να προσέλθουν αστυνομικού του Α.Τ. Ασπροπύργου για να τους μεταφέρουν στο Τμήμα και αποχώρησαν επιβιβασθέντες σε ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου τζιπ ασημί χρώματος, το οποίο οδηγούσε άγνωστος συνεργός τους. 4) Στη Βούλα Αττικής, την 18.1.2006 και περί ώρα 23.30, εισήλθαν στην επί της ... μονοκατοικία, όπου διέμεναν οι υπήκοοι Μπαγκλαντές S. A., S. A. H. και είχε προσέλθει και ο ομοεθνής τους Α. M., τους ακινητοποίησαν και υπό την απειλή πιστολιών τους κλείδωσαν σε δωμάτιο και αφαίρεσαν από τους δύο πρώτους από τους παθόντες το χρηματικό ποσοστών 2000 ευρώ, τρία κινητά τηλέφωνα ΝΟΚΙΑ και μία κάρτα ανάληψης μετρητών Visa της Τράπεζας Εurobank. Στη συνέχεια μετέβησαν σε κατάστημα της Τράπεζας Εurobank επί της ... στο Καλαμάκι, όπου με τη χρήση της προαναφερόμενης κάρτας έκαναν ανάληψη από ΑΤΜ χρηματικού ποσού 980 ευρώ από τον λογαριασμό του παθόντα S. A. S., καθώς και του ποσού των 580 ευρώ από το πιστωτικό όριο της κάρτας. 5) Στην Αρτέμιδα Αττικής την 26.1.2006 και περί ώρα 16.30 στην περιοχή "Γιώργια" οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, επιβαίνοντες σε IX αυτοκίνητο, σταμάτησαν σε στάση λεωφορείου από το οποίο αποβιβάστηκε ο Τ. A. M., κάτοικος ... . Στη συνέχεια οι ανωτέρω κατηγορούμενοι εξήλθαν του οχήματος, τον πλησίασαν και προσποιούμενοι τους αστυνομικούς, ο μεν 1ος του επέδειξε μεταλλικό σήμα της Αστυνομίας, ο δε δεύτερος πιστόλι μαύρου χρώματος, τον ανάγκασαν να τους οδηγήσει στην οικία του. Όταν έφθασαν στην οικία, εισήλθαν και με την απειλή πιστολιού, ακινητοποίησαν επτά διαμένοντες εκεί Πακιστανούς, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στο διατακτικό και τους αφαίρεσαν τα ατομικά τους έγγραφα, όλα τα πορτοφόλια, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ, μία κάρτα αυτόματης ανάληψης μετρητών και το χρηματικό ποσό των 2.580 ευρώ. Οι ανωτέρω παθόντες αναγνώρισαν με απόλυτη βεβαιότητα τους δύο πρώτους κατηγορουμένους. 6) Στον Πειραιά, την 29.1.2006 και περί ώρα 13.30, στην οδό Θηβών και οι τρεις κατηγορούμενοι, μαζί με άγνωστο συνεργό τους, επιβαίνοντες σε ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου τζιπ, πλησίασαν τον υπήκοο Πακιστάν Ρ. A., του δήλωσαν ότι είναι αστυνομικοί και επιδεικνύοντας κάρτα, που έμοιαζε με υπηρεσιακή αστυνομική ταυτότητα, του ζήτησαν να τους ακολουθήσει. Επειδή αρνήθηκε, τον επιβίβασαν με βία στο όχημα και τον εξανάγκασαν να τους οδηγήσει στην οικία του, στην οδό ..., όπου διέμενε με άλλους δώδεκα ομοεθνείς του. Εισερχόμενοι δε στην οικία ακινητοποίησαν τους παθόντες με την απειλή πιστολιών, τους χτύπησαν, τους έκαναν σωματική έρευνα και αφαίρεσαν δώδεκα κινητά τηλέφωνα, εννέα κάρτες ανάληψης διαφόρων Τραπεζών και προσωπικά τους έγγραφα. Τους ανάγκασαν να παραμείνουν ακίνητοι προκειμένου να έρθει το αυτοκίνητο της Αστυνομίας να τους παραλάβει και αποχώρησαν. 7) Στη Νίκαια Αττικής, την 21.1.2006 και περί ώρα 19.30, σε άγνωστη οδό, πλησίον της Πέτρου Ράλλη και οι τρεις κατηγορούμενοι πλησίασαν τον υπήκοο Πακιστάν Μ. A., κάτοικο ..., του επέδειξαν κάρτες δήθεν αστυνομικές και του ζήτησαν το διαβατήριο για αστυνομικό έλεγχο. Τον επιβίβασαν δια της βίας στο όχημα και με την απειλή πιστολιού τον εξανάγκασαν να τους οδηγήσει στην οικία του, όπου διέμενε μαζί με άλλους τέσσερις ομοεθνείς του. Όταν εισήλθαν εντός της οικίας με τα κλειδιά του παραπάνω παθόντος, εντός αυτής υπήρχε ένας ακόμα ομοεθνής του και με την απειλή πιστολιών που κατείχαν και οι τρεις, δέσμευσαν με χειροπέδες τον δεύτερο παθόντα και τους ακινητοποίησαν στο πάτωμα του σαλονιού, υπό την επίβλεψη του τρίτου κατηγορουμένου, ενώ οι άλλοι ερεύνησαν τους χώρους του σπιτιού και αφαίρεσαν από τον ανωτέρω παθόντα το ποσό των 500 ευρώ και δύο κινητά τηλέφωνα. 8) Στη Μεταμόρφωση Αττικής, την 25.1.2006 και περί ώρα 15.30, επιβαίνοντες σε ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., πλησίασαν τους Πακιστανούς υπηκόους N. A. και Z. N. που κινούνταν πεζοί στη Λεωφόρο ... και προσποιούμενοι τους αστυνομικούς, με εικονική χρήση ασυρμάτου που είχαν μαζί τους, τους ζήτησαν αρχικά τα διαβατήρια τους και στη συνέχεια τους επιβίβασαν στο αυτοκίνητο για να πάνε δήθεν σε ασφαλές μέρος για περαιτέρω έλεγχο. Με το τρόπο αυτό τους συνέλαβαν και τους οδήγησαν στο σπίτι που έμεναν στην οδό ... στη ..., που βρίσκονταν και οι ομοεθνείς των παθόντων M. A. και I. A.. Εκεί, με την απειλή όπλων δέσμευσαν με χειροπέδες τον τελευταίο των Πακιστανών και αφού τους έψαξαν, αφαίρεσαν από τον Ζ. N. το ποσό των 60 ευρώ και κάρτες αναλήψεως της ΕΤΕ και της Αlρha Bank και από τον Ι. A. το ποσό των 200 ευρώ και μία κάρτα ανάληψης μετρητών της ΕΤΕ με τον κωδικό της, με την οποία οι κατηγορούμενοι στη συνέχεια πραγματοποίησαν τρεις αναλήψεις χρημάτων από το ΑΤΜ της Τράπεζας, συνολικού ποσού 1200 ευρώ. Στον ίδιο τόπο και χρόνο οι κατηγορούμενοι επιχείρησαν και πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος, αλλά αυτοί δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους αυτή, από εξωτερικά αίτια και λόγους ανεξάρτητους με τη θέληση τους, αφού δεν αφαίρεσαν τελικά χρήματα ή άλλα αντικείμενα αξίας από την κατοχή των ανωτέρω Ν. A. και Μ. A., που είχαν ακινητοποιήσει μαζί με τους υπόλοιπους, επειδή οι τελευταίοι δεν είχαν μαζί τους τέτοια. 9) Στην Αθήνα, την 20.1.2006 και περί ώρα 17.00, οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων εισήλθαν στο επί της οδού ... στην ... διαμέρισμα που κατοικούσαν οι υπήκοοι Μπαγκλαντές Η. M. D. και Α. K., προσποιούμενοι τους αστυνομικούς που διενεργούσαν έρευνα και αφού τους ανάγκασαν να γονατίσουν και να παραμείνουν ακίνητοι, κοιτώντας προς τον τοίχο με την απειλή ενός ξύλου, ερεύνησαν το σπίτι και αφαίρεσαν από τον πρώτο το ποσό των 1400 ευρώ, το διαβατήριο του, δύο άδειες διαμονής στη χώρα, καθώς και τα κλειδιά του σπιτιού, τα οποία χρησιμοποίησαν για να κλειδώσουν την πόρτα πριν φύγουν, αποστερώντας έτσι την δυνατότητα μετακίνησης και προσφυγής στις αστυνομικές αρχές για την καταδίωξη τους. 10) Στην Αθήνα, την 28.5.2005, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ. Κ., συνοδευόμενος από 1 - 2 ακόμα άτομα, αγνώστων λοιπών στοιχείων, φορώντας ολόσωμες φόρμες με την ένδειξη "ΡΟLICE" και προσποιούμενος έτσι τον αστυνομικό, εισήλθε στο επί της οδού ... διαμέρισμα του 4ου ορόφου, όπου διέμεναν οι Πακιστανοί υπήκοοι Α. N. και A. N. και αφού τους ακινητοποίησε με χειροπέδες που είχε μαζί του, ερεύνησε το χώρο και αφαίρεσε το ποσό των 900 ευρώ, δύο κινητά τηλέφωνα, μάρκας ΝΟΚΙΑ και δύο κάρτες ανάληψης μετρητών της ΕΤΕ. Στη συνέχεια εξανάγκασε τον δεύτερο με τη χρήση βίας και παρά τη θέληση του, να τον ακολουθήσει σε υποκατάστημα της ανωτέρω Τράπεζας και με τη χρήση της κάρτας, να κάνουν ανάληψη από το μηχάνημα ΑΤΜ αγνώστου χρηματικού ποσού, το οποίο ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι στη θέληση των πράξεων αυτών σε βάρος των προαναφερομένων παθόντων είχαν συμμετοχή και οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων. 11) Στην Αθήνα την 13.1.2006 οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων, προσποιούμενοι τους αστυνομικούς που διενεργούσαν έρευνα στην Πλατεία της ..., ακινητοποίησαν τον υπήκοο Μπαγκλαντές Η. N. και αφού τον κτύπησαν στο λαιμό με σκοπό να τον εκφοβίσουν, τον οδήγησαν με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο στο σπίτι του στην οδό ... στον ... . Με τη χρήση των κλειδιών του εισήλθαν στο διαμέρισμα, στο οποίο συγκατοικούσε με τους ομοεθνείς του Η. G. και Η. K., που βρίσκονταν εκεί. Στη συνέχεια τους ακινητοποίησαν και αφού τους εξανάγκασαν να υποστούν σωματική έρευνα καθώς και έρευνα των χώρων του σπιτιού, τους αφαίρεσαν το ποσό των 350 ευρώ από το πορτοφόλι του δεύτερου, 1700 ευρώ από το τσαντάκι μέσης, 800 δολάρια ΗΠΑ, το ποσό των 12.800 ευρώ μέσα από ένα σακίδιο ώμου, αλλά 300 ευρώ, καθώς και 300 ζευγάρια κάλτσες, συνολικής αξίας 900 ευρώ. Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι με τις απολογίες τους παραδέχονται ουσιαστικά τις ανωτέρω πράξεις, προβάλλοντας αβάσιμες δικαιολογίες, αλλά και ο τρίτος κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι συμμετείχε από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του στην τέλεση των πράξεων αυτών, όχι μόνο από το γεγονός ότι ο ίδιος ομολογεί την μερική συμμετοχή του σε κάποιες από αυτές, αλλά και διότι αυτός αναγνωρίσθηκε σε πολλές περιπτώσεις από τους παθόντες ως ένας από τους δράστες της σε βάρος τους εγκληματικής συμπεριφοράς, επιβεβαιώνεται δε η συμμετοχή του και από όσα κατέθεσε στην αστυνομική προανάκριση ο δεύτερος συγκατηγορούμενός του. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για τις πιο πάνω ειδικότερα αναφερόμενες πράξεις που τους αποδίδονται και να απορριφθούν οι ισχυρισμοί τους περί μετατροπής των κατηγοριών της εγκληματικής οργάνωσης σε συμμορία, της ληστείας σε διακεκριμένη κακουργηματική κλοπή, της αρπαγής σε παράνομη κατακράτηση, άλλως σε απλή συνεργεία στο αδίκημα της αρπαγής και της ληστείας κατ' εξακολούθηση και της αντιποίησης αρχής σε απόπειρα αντιποίησης ως αβάσιμοι. Τέλος, πρέπει να αναγνωρισθεί στον πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' Π.Κ., διότι αποδείχθηκε ότι μέχρι το χρόνο που διέπραξαν τις άνω αξιόποινες πράξεις, έζησαν έντιμη ατομική και κοινωνική ζωή. Ενώ δεν αποδείχτηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των κατηγορουμένων οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2ε' Π.Κ. και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός τους". Με αυτές τις παραδοχές το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όσον αφορά τα παραπάνω περιγραφόμενα εγκλήματα, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών, για τα οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 42, 45, 94 παρ. 1, 98, 175 παρ. 1, 187 παρ. 1, 322, 334 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όπως το άρθρο 187 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2928/2001 και η παράγραφος 1 τροποποιήθηκε με άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 3064/2002 και άρθρο 1 παρ. 1 α, 10 παρ. 1 και 13 α του Ν. 2168/93,, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να παραβιάσει αυτές ευθέως ή εκ πλαγίου, το δε σκεπτικό δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, όπως αβασίμως ο αναιρεσείων Χ. Κ. ισχυρίζεται, αν και η αντιγραφή του διατακτικού, εφ' όσον αυτό είναι πλήρες δεν συνιστά, όπως εκτίθεται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα, με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα επαρκώς αιτιολογείται η συγκρότηση δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας (οργανώσεως), με αριθμό μελών τουλάχιστον τριών, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, με σκοπό, κατά την προαπόφαση των μελών της οργανώσεως από την ίδρυση της, τη διάπραξη περισσοτέρων ληστειών, καθώς και η εν συνεχεία συμμετοχή σ' αυτήν των αναιρεσειόντων ως μελών της, ήτοι αιτιολογείται η τέλεση του προβλεπόμενου από την παράγραφο 1 του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα εγκλήματος και στη συνέχεια πλήρως περιγράφονται και τα λοιπά εγκλήματα, ήτοι της αρπαγής, αφού με σαφήνεια εκτίθεται ότι οι αναιρεσείοντες, με τον συγκατηγορούμενό τους Β. F. (του οποίου η αίτηση αναιρέσεως κρίθηκε κατά τα άνω απορριπτέα ως ανυποστήρικτη) συνελάμβαναν, απήγαν και κατακρατούσαν τους παθόντες, ώστε να τους αποστερούν από την προστασία της πολιτείας, χρησιμοποιούσαν όπλα, κατά την τέλεση των παραπάνω εγκληματικών τους πράξεων, προέβαιναν σε αντιποίηση της αστυνομικής αρχής, προσποιούμενοι τους αστυνομικούς και δηλώνοντας στους παθόντες την αστυνομική τους δήθεν ιδιότητα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος λόγος της από 17 Μαρτίου 2011 αιτήσεως αναιρέσεως και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ίδιου Κώδικα πρώτος λόγος της από 21 Μαρτίου 2011 αιτήσεως λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων Χ. Κ. ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Απορριπτέος επίσης ως αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεύτερος λόγος αναιρέσεως της από 21 Μαρτίου 2011 αιτήσεως του αυτού ως άνω αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του για μεταβολή των κατηγοριών από ληστεία σε διακεκριμένη κλοπή (374 του Ποινικού Κώδικα) και της αρπαγής του άρθρου 322 σε παράνομη κατακράτηση του άρθρου 325 του Ποινικού Κώδικα, διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας και δεν έχρηζε ειδικής αιτιολογίας, η οποία, άλλωστε, υπάρχει, αφού, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αναφερόμενη παραπάνω αιτιολογία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και ορθώς ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας οι ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για τους παραπάνω λόγους είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και οι τέταρτος, πέμπτος έκτος και έβδομος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αυτός αναιρεσείων, Χ. Κ. αιτιάται έλλειψη νόμιμης βάσεως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος, ενόψει των ανωτέρω απορριπτέος κρίνεται και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Θ. Σ., συμφωνά με τον οποίο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί μετατροπής του αποδιδόμενου σ' αυτόν αδικήματος της εγκληματικής οργανώσεως σε συμμορία, αφού όπως εκτίθεται παραπάνω ο ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δε Δικαστήριο της ουσίας με επαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι από το μνημονευόμενο αποδεικτικό υλικό στοιχειοθετείται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση το αδίκημα της εγκληματικής οργανώσεως στην οποία μετείχε και ο ως άνω αναιρεσείων.
Επειδή κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος, οι συνεδριάσεις κάθε Δικαστηρίου είναι δημόσιες, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 329 παρ.2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 330 παρ. 1,2 του ιδίου Κώδικα, αν η δημοσιότητα της συνεδρίασης είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή συντρέχουν ειδικοί λόγοι να προστατευθεί ο ιδιωτικός ή οικογενειακός βίος των διαδίκων, ιδίως αν η δημοσιότητα σε δίκη εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμεταλλεύσεως της γενετήσιας ζωής έχει ως συνέπεια την ιδιαίτερη ψυχική ταλαιπωρία ή τον διασυρμό του θύματος και μάλιστα ανηλίκου, το δικαστήριο διατάσσει τη διεξαγωγή της ή ενός μέρους της χωρίς δημοσιότητα. Για τον αποκλεισμό της δημοσιότητας κατά την προηγούμενη παράγραφο, το δικαστήριο, αφού ακούσει τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση και την απαγγέλλει σε δημόσια συνεδρίαση. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 331 του ιδίου Κώδικα, η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά, και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140 - 144. Η παράβαση των παραπάνω διατάξεων ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως. Η έλλειψη δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, ενόψει και του άνω άρθρου 331 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, πρέπει να αποδεικνύεται μόνο από τα σχετικά πρακτικά συνεδριάσεως. Όμως για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί να εκτίθεται μόνον ότι "η απόφαση απαγγέλθηκε κεκλεισμένων των θυρών και ουχί δημοσία", αλλά πρέπει να γίνεται επίκληση ότι λήφθηκε σχετική απόφαση του Δικαστηρίου για να γίνει η συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών, τους λόγους για τους οποίους λήφθηκε η σχετική απόφαση, αν τηρήθηκαν ή όχι οι προϋποθέσεις του άνω άρθρου 330 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και συγκεκριμένα, αν η σχετική απόφαση υπήρξε αυθαίρετη ή όχι και αν είναι αιτιολογημένη ή όχι.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, Χ. Κ. με τον δεύτερο λόγο της ως άνω από 17 Μαρτίου 2010 αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλει κατά λέξη ότι "αιτούμαι την αναίρεση της προαναφερόμενης αποφάσεως ... για παράβαση του άρθρου 510 παρ.1 στ. Γ ΚΠΔ, καθόσον "η απόφαση απηγγέλθη κεκλεισμένων των θυρών, δηλαδή ουχί δημοσία". Επομένως ο σχετικός δεύτερος ως άνω λόγος αναιρέσεως, και δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι η απαγγελία της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε κεκλεισμένων των θυρών και όχι δημόσια, πρέπει, ανεξάρτητα του ότι, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η συνεδρίαση όσον και η απαγγελία της αποφάσεως έγιναν στο ακροατήριο του στην αίθουσα συνεδριάσεως με παρόντες όλους τους παράγοντες της δίκης σε δημόσια συνεδρίαση και όχι κεκλεισμένων των θυρών, να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι δε γίνεται επίκληση του λόγου και των προϋποθέσεων που επέβαλαν την κατ' άρθρο 330 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απόφαση του Δικαστηρίου για συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών και όχι δημόσια, αν η ληφθείσα απόφαση είναι αυθαίρετη ή παράνομη ή αναιτιολόγητη, κατά τα αναπτυχθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη.
Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως της από 17 Μαρτίου 2011 αιτήσεως, ο αναιρεσείων, Χ. Κ., ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας υπερέβη την εξουσία του, διότι επέβαλε σ' αυτόν ποινή ισόβιας καθείρξεως, ενώ πρωτοδίκως είχε καταδικασθεί αυτός σε κάθειρξη είκοσι τριών (23) ετών. Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε αναληθείς προϋποθέσεις, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως από τον ’ρειο Πάγο για τον αναιρετικό έλεγχο του ως άνω λόγου, προκύπτει ότι επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι πέντε (25) ετών, δηλαδή όση και πρωτοδίκως.
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, το περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι αναγνώσθηκε, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το έγγραφο που αναγνώσθηκε και τα οποία όμως δεν συμπίπτουν πάντα με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της από 21 Μαρτίου 2011 αιτήσεως αναιρέσεως και τον πρώτο των πρόσθετων λόγων αιτιάται ο αναιρεσείων, Χ. Κ., ότι έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα, διότι για την καταδικαστική του κρίση το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του α)την προανακριτική απολογία του δεύτερου κατηγορουμένου, ο οποίος κατέθεσε για την συμμετοχή του τρίτου κατηγορουμένου και β) τα με στοιχεία καταχωρίσεως στα πρακτικά 20, 22 και 24 έγγραφα (3 φωτογραφίες, φωτοαντίγραφο τριών σελίδων βιβλιαρίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και 52 εκθέσεις αναγνωρίσεως), χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητα τους κι έτσι στερήθηκε των δικαιωμάτων του, τα οποία απορρέουν από το άρθρο 358 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Ομοίως ο αναιρεσείων Σ. Θ., με τον πρώτο και μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αιτιάται ότι έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα, διότι για την καταδικαστική του κρίση το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την προανακριτική απολογία του δεύτερου κατηγορουμένου (Β. F.), ο οποίος κατέθεσε για την συμμετοχή αυτού (αναιρεσείοντος Σ. Θ.) στις ως άνω πράξεις. Οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, και δη αναφορικά μεν ως προς το πρώτο σκέλος τους ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο η προανακριτική απολογία του δεύτερου κατηγορουμένου, η οποία αναφέρεται στη συμμετοχή του τρίτου κατηγορουμένου στις πράξεις που καταδικάστηκε, εκτός του ότι προβάλλεται από μεν τον αναιρεσείοντα Χ. Κ. χωρίς έννομο συμφέρον, διότι δεν τον αφορά, η προανακριτική απολογία του δεύτερου κατηγορουμένου αναφέρεται στην αιτιολογία της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία αναγνώσθηκε και τέθηκε υπόψη και των δύο ως άνω αναιρεσειόντων, χωρίς να αντιλέξουν, κι επομένως δεν έλαβε χώρα καμία ακυρότητα, αναφορικά δε ως προς το δεύτερο σκέλος τα αναφερόμενα έγγραφα πλήρως προσδιορίζονται ως προς την ταυτότητα τους, αφού δεν υπάρχουν στη δικογραφία άλλες φωτογραφίες πλην των τριών που επιδείχθηκαν στο ακροατήριο, ούτε άλλο φωτοαντίγραφο σελίδων του βιβλιαρίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και των πενήντα δύο (52) εκθέσεων αναγνωρίσεως. Εξάλλου ο αναιρεσείων δεν προέβαλε αντίρρηση για την ανάγνωση τους (επισκόπηση φωτογραφιών) και προκύπτει ότι άσκησε το από το άρθρο 358 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δικαίωμα του.
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 138 τταρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β1 και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο Εισαγγελέας και ακουσθούν οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του Εισαγγελέως είτε ειδικώς του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όταν πρόκειται να εξετασθεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέως γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η παράγραφος 2 του ανωτέρω άρθρου. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διορισθεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όχι όμως και όταν διορίζεται διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων. Επίσης, η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποίαν ορίζεται απλώς διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, που καταρτίζεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και εγκρίνεται από το Συμβούλιο Εφετών με τη διαδικασία και τις εγγυήσεις που ορίζει ο νόμος, δε συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και δεν χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, για να εκφράσουν τις απόψεις τους και δεν επέρχεται καμία ακυρότητα από τη μη ακρόαση του Εισαγγελέως ή του κατηγορουμένου, πράγμα που συμβαίνει, αντίθετα, όταν διορίζεται διερμηνέας πρόσωπο εκτός του οικείου πίνακα διερμηνέων, κατά το άρθρο 232 παρ.2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ. Κ. και τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Σ. Θ., πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ειδικότερα διότι η διάταξη του Προέδρου του δικάσαντος Εφετείου περί διορισμού διερμηνέως εκτός του οικείου πίνακα, δεν περιέχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν δικαιολογεί την ανάγκη διορισμού διερμηνέως εκτός του πίνακα διερμηνέων του Δικαστηρίου και β) για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι η διάταξη του Προέδρου του δικάσαντος Εφετείου, περί διορισμού διερμηνέως, εκδόθηκε χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες για να εκθέσουν τις απόψεις τους. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την έναρξη της συζητήσεως, μετά την εκφώνηση των ονομάτων των αλλοδαπών μαρτύρων Μ. A. και Ζ. N. και τη μη απόκριση αυτών, σημειώνονται τα εξής: "Κατόπιν, ο Πρόεδρος εκφώνησε τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας και βρέθηκαν παρόντες οι Α. N., M. A., Z. N.. Ο Πρόεδρος, όταν αντιλήφθηκε ότι οι μάρτυρες Μ. A. και Ζ. N. δεν ομιλούν την ελληνική αλλά την πακιστανική γλώσσα, διόρισε σύμφωνα με το άρθρο 233 Κ.Ποιν.Δ, σαν διερμηνέα τον Μ. K., ο οποίος βρισκόταν στο ακροατήριο, που κατοικεί στην Αθήνα, Μουσουλμάνος, που γνωρίζει την πακιστανική και βρίσκεται στο ακροατήριο, χωρίς να υπάγεται σε καμιά εξαίρεση από αυτές που ορίζει το άρθρο 234 Κ.Ποιν.Δ., ο οποίος ορκίστηκε στο Ιερό Κοράνι, σύμφωνα με το άρθρο 236 Κ.Ποιν.Δ., ότι θα κάνει ακριβή και πιστή διερμήνευση των καταθέσεων των μαρτύρων όπως και την πιστή διερμήνευση αυτών των οποίων θα λεχθούν κατά την παρούσα δίκη προς αυτόν από την πακιστανική στην ελληνική και αντίστροφα". Ο διορισμός του διερμηνέως αυτού έγινε κατά το άρθρο 233 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως ρητά ορίζεται στην απόφαση, χωρίς να αναφέρεται εξειδικευμένα ότι έγινε από τον οικείο πίνακα, συνάγεται όμως σαφώς ότι έγινε από τον ισχύοντα κατά τον χρόνο εκείνο (5.10.2010) οικείο πίνακα διερμηνέων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (όπως προκύπτει και από την επιτρεπτή επισκόπηση του πίνακα αυτού), χωρίς να ασκεί καμία έννομη επιρροή το γεγονός ότι αυτός (ο διερμηνέας) βρισκόταν στο ακροατήριο. Επομένως, αφού ο διερμηνέας διορίστηκε από τον οικείο πίνακα διερμηνέων και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά της δίκης, χωρίς να προτείνει σχετικώς η Εισαγγελεύς της έδρας και χωρίς να πάρουν τον λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις τους, οι κατηγορούμενοι, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι ο Διευθύνων τη συζήτηση δεν ήταν υποχρεωμένος να αιτιολογήσει ειδικά τον διορισμό αυτόν από τον σχετικό πίνακα διερμηνέων, ούτε να δώσει τον λόγο προηγουμένως στους διαδίκους, πράγμα που έπρεπε να κάνει, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, μόνο στην περίπτωση διορισμού διερμηνέως εκτός πίνακα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ως άνω λόγοι αναιρέσεως (τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ. Κ. και δυο πρώτοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Σ. Θ.) με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με τον διορισμό διερμηνέως και συγκεκριμένα, διότι ο διορισμός του διερμηνέως έγινε εκτός του πίνακα των διερμηνέων, χωρίς να προτείνει η Εισαγγελεύς και χωρίς να δοθεί ο λόγος στους κατηγορουμένους, ενώ δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε αιτιολογία για τον διορισμό του διερμηνέως εκτός του πίνακα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Επειδή, όπως παραπάνω εκτίθεται, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμός ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτούς και να αιτιολογήσει την απόρριψη τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του Ποινικού Κώδικα, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, Σ. Θ. δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως αυτοτελείς ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 84 § 2 περ. α και ε του Ποινικού Κώδικα, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης. Ειδικότερα: Α) Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α, επικαλέσθηκε τα ακόλουθα: "Από την ακροαματική διαδικασία και ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, προκύπτει ότι έζησα έως το αδίκημα για το οποίο αδίκως φέρομαι κατηγορούμενος ενώπιόν Σας, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά ζωή. Ειδικότερα είμαι άτομο μεγάλης ηλικίας, ο οποίος πρόλαβα να δώσω "επιτυχημένες εξετάσεις" στην κοινωνική διαβίωση (στο οικογενειακό και επαγγελματικό μου περιβάλλον), χωρίς κηλίδες παραβατικότητας σε ηθικό ή ποινικό επίπεδο. Συγκεκριμένα είμαι συνταξιούχος ιδιωτικός υπάλληλος, ο οποίος εργαζόμουν νυχθημερόν για να συντηρήσω την οικογένειά μου, χωρίς να δώσω ποτέ αφορμή για αρνητικά σχόλια στην τοπική κοινωνία, όπου ζω. Ως εκ τούτου, πρέπει να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' του Π.Κ, γενομένου δεκτού του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού". Πλην, δεν θεμελιωνόταν στα παραπάνω περιστατικά ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος περί προτέρου εντίμου βίου του, καθόσον δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ελαφρυντική περίσταση ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς του, για την οποία να ελέγχθηκε από τις αρμόδιες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές. Δεν αρκεί, ακόμη, για τη θεμελίωση του προτέρου εντίμου βίου η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως αυτού και της οικογενείας του, δεδομένου ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του Ποινικού Κώδικα. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Πενταμελές Εφετείο, ενόψει της επικλήσεως μη επαρκών περιστατικών προς θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτόν και ορθώς τον απέρριψε χωρίς ειδική αιτιολογία και ως εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας τρίτος λόγος της αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Σ. Θ. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του και ο συναφής με αυτόν από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του αυτού Κώδικα τέταρτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, λόγω μη απαντήσεως στον αυτόν ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του, είναι αβάσιμοι. Β) Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. ε του άρθρου 84 παρ 2 του Ποινικού Κώδικα, επικαλέσθηκε τα ακόλουθα: "Μετά την τέλεση της πράξης για την οποία φέρομαι ως κατηγορούμενος, από τον Ιανουάριο του 2006 και ύστερα επέδειξα υποδειγματική συμπεριφορά και προσπάθησα να προσφέρω αυτοβούλως οιαδήποτε συνδρομή ήταν εφικτό να προσφερθεί εκείνη τη στιγμή εκ μέρους μου. Καθόλη τη διάρκεια της προσωρινής μου κράτησης και φυλάκισης στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού και Αλικαρνασσού επέδειξα εξαίσια και άριστη συμπεριφορά, δεν υπέπεσα σε κάποιο πειθαρχικό παράπτωμα, συμμορφώθηκα και τήρησα πιστά τους σωφρονιστικούς κανόνες, συνεργάστηκα με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, επιδεικνύοντας εργατικότητα, προθυμία και συνέπεια, ως μάλιστα προκύπτει από την προσαγόμενη και επικαλούμενη βεβαίωση του Διευθυντή Φυλακών, Μαλανδρίνου και Αλικαρνασσού, βάσει της οποίας πραγματοποίησα 720 ημερομίσθια και συνέβαλα ουσιαστικά στην εύρυθμη λειτουργία των φυλακών, όπου κρατήθηκα. Επίσης τήρησα θετική στάση και συμπεριφορά απέναντι στους συγκροτούμενους μου. Ως εκ τούτου πρέπει να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε' του Π.Κ., γενομένου δεκτού του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού". Όπως διατυπώθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός, δεν περιέχει τα αναγκαία για τη θεμελίωση του περιστατικά και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται σε καλή συμπεριφορά υπό καθεστώς ελευθερίας του κατηγορουμένου και για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού αυτός μετά την πράξη του κρατείται συνεχώς στη φυλακή. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε, κατά τα προαναφερθέντα, υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτού ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του, δεχθέν ορθώς, ότι "δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των κατηγορουμένων οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ. και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός τους" και έτσι ο σχετικός πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του αναιρεσείοντος Σ. Θ. περί αναιτιολόγητης απορρίψεως του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος.
Επειδή, τέλος με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Σ. Θ. αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, διότι στο σκεπτικό και το διατακτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας ενώ δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφαση του κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό του ότι "δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των κατηγορουμένων οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2δ'", εντούτοις, όλως αντιφατικά στο διατακτικό δέχεται ότι "οι κατηγορούμενοι έδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξαν να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες της πράξης τους για όλους τους κατηγορουμένους". Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, για έλλειψη έννομου συμφέροντος, αφού με το διατακτικό της αποφάσεως του το Δικαστήριο δέχθηκε υπέρ του αναιρεσείοντος τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως.
Επειδή, μετά από όλα αυτά, και ενόψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Χ. Κ. και Σ. Θ. πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους ως αβάσιμες, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ α) τις από 17 Μαρτίου 2011 και 21 Μαρτίου 2011 αιτήσεις αναιρέσεως και τους από 14 Οκτωβρίου 2011 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., β) την από 21 Μαρτίου 2011 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου F. B. του Η. και Η. (Φ. Μ. του Χ. και Χ.), κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης τύπου Β' ... και γ) την από 14 Μαρτίου 2011 αίτηση αναιρέσεως και τους από 22 Μαρτίου 2011 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Σ. Θ. του Ι., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ... για αναίρεση της 2713/2010 αποφάσεως του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250 €) για κάθε αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή