Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1581 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1581/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λιβανό, περί αναιρέσεως της 5843/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1941/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 321 παρ. 1δ του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξης με την οποία (ο κατηγορούμενος) κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου, που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται η διάταξη, που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη για αυτό ποινή. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η τήρηση των διατάξεων των παρ. 1 και 2 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 του ΚΠΔ, σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και εκείνων των άρθρων 170 παρ. 1 και 174 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δύναται να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής για αυτόν αποφάσεως, διατυπώνοντας ως ειδικό λόγο αυτής ότι παρά το νόμο απορρίφθηκε η παραδεκτώς κατά την έναρξη της διαδικασίας προβληθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος για λόγο που στηρίζεται στην μη τήρηση των με ποινή ακυρότητας, διατυπώσεων που επιβάλλουν οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άνω άρθρου 321 ΚΠΔ. Στην περίπτωση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του ειδικώς εκκληθέντος τούτου μέρους της πρωτόδικης απόφασης, υποπίπτοντας διαφορετικά σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 2370/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το 93306/28-12-2005 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 3-5-2007 προκειμένου να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις της απρόκλητης έργω εξύβρισης, της απρόκλητης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος της Ψ, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361 Α, 381 παρ. 1 - 382 παρ. 1 και 309 ΠΚ. Κατά τη δικάσιμο εκείνη, ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας δια του συνηγόρου του προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς ακυρότητα του άνω κλητηρίου θεσπίσματος για το λόγο, ότι, ενώ στην αρχή αυτού εκτίθεται ότι δια περισσοτέρων πράξεων τέλεσε περισσότερα εγκλήματα (ήτοι τα ανωτέρω τρία πλημμελήματα), στο τέλος μνημονεύει γενικώς το άρθρο 94 ΠΚ χωρίς όμως να ορίζεται με ποια παράγραφο του άρθρου αυτού εισάγονται οι άνω κατηγορίες, ήτοι δεν μνημονεύει την παρ. 1 ή την παρ. 2, δηλαδή αν πρόκειται περί εγκλημάτων που συρρέουν πραγματικώς κατά την παρ. 1 ή συρρέουν κατ' ιδέαν κατά την παρ. 2, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει το ύψος της απειλούμενης σε βάρος του συνολικής ποινής, αφού αυτή διαφέρει κατά το νόμο ως προς το απειλούμενο συνολικό ύψος. και έτσι να στερείται της δυνατότητας να αντιτάξει τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς. Ο ισχυρισμός του αυτός απορρίφθηκε με την παρεμπίπτουσα και κατ' αριθμό ταυτάριθμη με την οριστική 28241/ 2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τριμ. Πλημ.), το οποίο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της απρόκλητης έργω εξύβρισης και του επέβαλε φυλάκιση έξι μηνών, ενώ τον αθώωσε για τις υπόλοιπες πράξεις. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση με λόγους α) την κακή εκτίμηση των αποδείξεων και β) την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος για τον άνω λόγο με τον οποίο έβαλε κατά της παρεμπίπτουσας απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Το δευτεροβάθμιο Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 5843/2008 απόφαση του δέχθηκε τυπικά την έφεση και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της απρόκλητης έργω εξύβρισης, ενώ δεν ερεύνησε καθόλου το δεύτερο ειδικό λόγο της έφεσης περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Το δευτεροβάθμιο τούτο δικαστήριο όμως δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του επαναπροβληθέντος τούτου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος διότι η μη αναγραφή του άρθρου 94 του ΠΚ, ως αναγομένου στο γενικό μέρος του ΠΚ, δεν δημιουργεί ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος (ΑΠ 1263/2007), στο οποίο περιέχεται ο ακριβής καθορισμός των άνω τριών αξιοποίνων πράξεων, και επιπλέον αναφέρεται ότι τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και έτσι αποσαφηνίζεται ότι εισήχθησαν κατηγορίες για πραγματικώς συρρέοντα εγκλήματα και όχι κατ' ιδέαν, τις οποίες (κατηγορίες), ο αναιρεσείων τις γνώριζε αφού του επιδόθηκε το θέσπισμα αυτό και μπορούσε συνεπώς να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Συνεπώς, το Τριμελές Εφετείο δεν υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του δια της παραλείψεως του να ερευνήσει το δεύτερο ειδικό λόγο της εφέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Επομένως, ο μόνος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-11-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 5843/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή