Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1392 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Πλαστογραφία μετά χρήσεως πλαστού εγγράφου. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ακροάσεως (μη εξέταση μάρτυρα), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη όλων των λόγων ως αβασίμων.




Αριθμός 1392/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λέοντα, περί αναιρέσεως της 996/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.10.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1762/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της υπ' αριθ. 996/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Χ1 άσκησε την από 30.10.2008 αίτηση αναίρεσης ενώπιον της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Πατρών. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταχωρισθεί καθαρο-γραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παράγραφος 3 ΚΠΔ τηρούμενο ειδικό βιβλίο την 20.10.2008, όπως προκύπτει από την σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση που υπάρχει στο τέλος της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παράγραφος 2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παράγραφος 2 στοιχ. α του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παράγραφος 7 του ν. 1947/1991 και άρθρο 34 παράγραφος 2 του ν. 2172/1993, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν, σύμφωνα με το άρθρο 352 του ΚΠΔ, υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες στο ακροατήριο. Ανεξαρτήτως του ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αυτού υπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει αυτό να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 996/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων και στη συνέχεια ο τότε συνήγορός του δικηγόρος Πατρών Κων/νος Λέων ζήτησαν την αναβολή της δευτεροβάθμιας δίκης για να κληθεί και εξετασθεί στο ακροατήριο ως μάρτυρας ο δικηγόρος Μ1 συνεργάτης κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (Δεκέμβριο του 2001) του μηνυτή δικηγόρου Ψ1 με την επίκληση ότι ο ως άνω μάρτυρας είναι ουσιώδης για την αποκάλυψη της αλήθειας στην κρινόμενη υπόθεση. Το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναφέρει στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το προαναφερόμενο αίτημα, κατά λέξη: ".... 3) ο δικηγόρος Μ1 για πρώτη φορά στο Δικαστήριο τούτο κατονομάζεται ως το πρόσωπο που έθεσε στο δικόγραφο την υπογραφή και την σφραγίδα του Δικηγόρου Ψ1 ενώ το συγκεκριμένο πρόσωπο ο μάρτυρας Μ2 θα μπορούσε να το κατονομάσει ευθύς εξ αρχής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στον Εισαγγελέα Εφετών να κλητεύσει τον συγκεκριμένο μάρτυρα ως ουσιώδη στον δεύτερο βαθμό ... Ενόψει όλων αυτών, είναι παρελκυστικό το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί και να εξετασθεί ως μάρτυρας ο ως άνω Μ1 και πρέπει για τον λόγο αυτό να απορριφθεί". Στη συνέχεια δε, το Δικαστήριο εκείνο απέρριψε το εν λόγω αίτημα. Με βάση τα προεκτεκτιθέμενα, το Δικαστήριο απάντησε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο ως άνω νόμιμο αίτημα του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, που ορθά κρίνοντας απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παράγραφος 1 Β του ΚΠΔ, σχετικός λόγος της αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού, γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση, το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Ακόμη, κατά το άρθρο 173 παράγραφος 2 του ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 176 παράγραφος 1 του ιδίου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας, είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο. Αν οι ακυρότητες αυτές προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο, δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, αφού τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας. Ούτε έχει εξουσία το δικαστήριο να παραπέμψει πάλι την υπόθεση στην ανάκριση, προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη (Ολ. Α) 1/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με σχετικό λόγο της κρινόμενης αίτησής του ότι δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα στην προδικασία με τη μη εξέτασή του κατά την προανάκριση του μάρτυρα Μ2 που πρότεινε στο Β' Πταισματοδίκη Πατρών. Η τοιαύτη όμως ακυρότητα, και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι προτάθηκε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου, δεν καθιδρύει κάποιο λόγο αναίρεσης, αφού, σύμφωνα με την προεκτιθέμενη σκέψη, αυτή κατά το άρθρο 173 παράγραφος 1 ΚΠΔ έπρεπε να προταθεί μέχρι πέρατος της προδικασίας και όχι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στην προδικασία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι τελικά ο ως άνω μάρτυρας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, εξετάσθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από εκτίμηση και της μαρτυρικής αυτής κατάθεσης σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 996/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, υπάλληλος της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων με βαθμό Β' κλάδου ΤΕ Ηλεκτρολόγων -Υπομηχανικών, με την .... απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας σε εκτέλεση της ... αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Υπηρεσιακού Πειθαρχικού Συμβουλίου Υπαλλήλων Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, τέθηκε σε εξάμηνη προσωρινή παύση με πλήρη στέρηση των αποδοχών του. Κατά της ως άνω αποφάσεως του Νομάρχη Αχαΐας, ο κατηγορούμενος άσκησε την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 14-12-2001 αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Πατρών (Α' Τμήμα Τριμελές Ακυρωτικό) που έχει υπογράψει ο ίδιος, διορίζοντας με αυτήν (αίτηση ακύρωσης) ως αντίκλητο τον δικηγόρο Πατρών Ψ1 Παραπλεύρως της υπογραφής του κατηγορουμένου έχει τεθεί η επαγγελματική σφραγίδα και η υπογραφή του ως άνω δικηγόρου κάτω από την φράση "Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος". Η σφραγίδα και η υπογραφή του δικηγόρου στο ως άνω δικόγραφο τέθηκε από τον κατηγορούμενο εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση εκείνου (δικηγόρου), δοθέντος ότι ο τελευταίος δεν είχε λάβει καμία εντολή από τον κατηγορούμενο να συντάξει και να υπογράψει το συγκεκριμένο δικόγραφο, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο αφ' ενός μεν ένορκη κατάθεση του δικηγόρου, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφετέρου δε έγγραφη δήλωση του ίδιου με ημερομηνία 26-9-2002 προς τον Πρόεδρο του Διοικητικού Εφετείου Πατρών. Ο κατηγορούμενος την 14-12-2001, εκμεταλλευόμενος το ανασφάλιστο της εξωτερικής πόρτας του δικηγορικού γραφείου του Ψ1 αλλά και την απουσία από το δικηγορικό γραφείο του ιδίου ή των συνεργατών του, εισήλθε λαθραία και με κάθε δυνατή προφύλαξη στον εσωτερικό χώρο του δικηγορικού γραφείου και λαμβάνοντας ανά χείρας την επαγγελματική σφραγίδα του δικηγόρου έθεσε αυτήν στο δικόγραφο της αίτησης ακύρωσης και προ αυτής (σφραγίδας) την υπογραφή του δικηγόρου κατ' απομίμηση. Ο κατηγορούμενος την ημέρα εκείνη δεν επισκεπτόταν τυχαίως και για πρώτη φορά το συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο, διότι την ίδια ημέρα ή τις αμέσως προηγούμενες ο κατηγορούμενος είχε επισκεφθεί τον δικηγόρο για να υπογράψει και να καταθέσει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών προσωπική αγωγή τούτου (κατηγορουμένου) κατά της Εμπορικής Τράπεζας που είχε συντάξει γνωστός συνάδελφός του στην Αθήνα για λογαριασμό του κατηγορουμένου (προδήλως για λόγους νομιμοποιήσεως του Δικηγόρου Αθηνών). Εγνώριζε, συνεπώς, αυτός (κατηγορούμενος) σε γενικές γραμμές τον τρόπο της υπογραφής του δικηγόρου αλλά και το σημείο όπου αυτός τοποθετούσε συνήθως την επαγγελματική του σφραγίδα για να του είναι προσιτή ανά πάσα στιγμή. Είναι προφανές ότι με την ως άνω ενέργειά του ο κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστό έγγραφο, εμφανίζοντας το συγκεκριμένο δικόγραφο (αίτηση ακυρώσεως) ότι το υπογράφει ως πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητός του ο Δικηγόρος Πατρών Ψ1 ενώ ο τελευταίος ουδέποτε είχε λάβει από εκείνον εντολή να υπογράψει τούτο ως πληρεξούσιος δικηγόρος του και ούτε είχε θέσει, όπως εμφανίζεται, κάτω από την υπογραφή την επαγγελματική του σφραγίδα. Το πλαστό δε αυτό έγγραφο (δικόγραφο αίτησης ακυρώσεως) ο κατηγορούμενος το κατάρτισε για να παραπλανήσει με τη χρήση του τους δικαστές που συγκροτούσαν τη σύνθεση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Πατρών και θα επιλαμβάνονταν της εκδίκασης της συγκεκριμένης υποθέσεως, ότι η αίτηση ακυρώσεως με ημερομηνία 14 Δεκεμβρίου 2001 έχει ασκηθεί νομίμως κατά το άρθρο 17 παράγραφος 4 του ΠΔ 18/1989, αφού φέρεται να έχει υπογραφεί από τον Δικηγόρο Πατρών και αντίκλητο του κατηγορουμένου Ψ1 και να αποτρέψει έτσι την απόρριψη της αίτησης από το Δικαστήριο ως απαράδεκτης, επιτυγχάνοντας συγχρόνως τη συζήτηση της υπόθεσης στην ουσία της, πράγμα που τελικώς δεν πέτυχε, διότι ο φερόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητος του κατηγορουμένου Ψ1 (του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών), πληροφορηθείς με την επίδοση σ' αυτόν της από 26-4-2002 πράξης προσδιορισμού δικασίμου για συζήτηση της αίτησης ακύρωσης του Προέδρου του ως άνω Διοικητικού Εφετείου ότι έχει ορισθεί χωρίς να το γνωρίζει πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου, υπέβαλε προς το Δικαστήριο την από 26-9-2002 έγγραφη δήλωσή του, η οποία και αναγνώσθηκε, με αποτέλεσμα το Διοικητικό Εφετείο να μην εισέλθει, όπως επιδίωκε ο κατηγορούμενος, στην κατ' ουσίαν συζήτηση της αίτησης ακύρωσης και να απορρίψει αυτήν ως απαράδεκτη. Του παραπάνω πλαστού εγγράφου ο κατηγορούμενος στη συνέχεια έκανε χρήση, καταθέτοντας τούτο την 17 Δεκεμβρίου 2001 στον γραμματέα του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, συνταχθείσης της υπ' αριθμ. 360/17-12-2001 εκθέσεως καταθέσεως για να ορισθεί δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς επίσης και Εισηγητής. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ο κατηγορούμενος τέλεσε αντικειμενικώς και υποκειμενικώς την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και πρέπει γι' αυτήν να κηρυχθεί ένοχος". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παράγραφος 1α, 27 παράγραφος 1 και 216 παράγραφος 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένη). από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης Μ2 και ... .
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της ελλείψεως νόμιμης βάσης και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους οποίους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Μετά από αυτά, το Δικαστήριο αυτό δεν κρίνει αναγκαίο όπως αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με σκοπό να συνεκδικασθεί με την από 31.3.2009 αίτηση αναίρεσης του ίδιου αναιρεσείοντος κατά της αυτής προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και της υπ' αριθ. 541/2008 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 30.10.2008 αίτησή του για διόρθωση των πρακτικών της υπ' αριθ. 996/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, αφού τα στοιχεία της προκειμένης υποθέσεως που υπάρχουν στη δικογραφία κρίνονται επαρκή για την εξέταση των λόγων της κρινομένης αιτήσεως, χωρίς να απαιτείται κάποια περαιτέρω έρευνα ή διασάφησή τους. Γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το υποβαλλόμενο με την από 1.4.2009 έγγραφη αίτηση του αναιρεσείοντος σχετικό αίτημα περί αναβολής της συζητήσεως της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Στη συνέχεια δε, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Οκτωβρίου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 39/2008) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 996/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ