Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2161 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Ποινής μετατροπή.




Περίληψη:
Επιταγή. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτονται οι δύο λόγοι της αναιρέσεως, διότι η απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Προς υποβολή εγκλήσεως νομιμοποιείται και ο εξ αναγωγής δικαιούχος. Αναιρείται εν μέρει ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξη.




Αριθμός 2161/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αποστολίδη, περί αναιρέσεως της ΒΤ2545/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΕΠΤΑ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στο Πέραμα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 816/2006.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά την από 4 Ιουνίου 1966 ισχύ του Ν. 2408/1966, ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α ότι στο άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, προστίθεται η παράγραφος 5, κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής, που δεν πληρώθηκε". Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Νόμου 2721/1999, προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παράγραφο 5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ στην παράγραφο 2 εδάφ. α' του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 γ του άρθρου 4 του Νόμου 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 40 - 47 του Νόμου 5960/1933, συνάγεται ότι δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του προηγούμενου κομιστή, που δικαιούται σε έγκληση δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Τέλος η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 2545/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το εν λόγω Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στα πλαίσια αποπληρωμής τιμήματος για αγορά καυσίμων (πετρελαίου κινήσεως) από την εταιρεία με την επωνυμία "ELENCOE MARITAIM SA", προς εφοδιασμό σε καύσιμα, στον ...., τον Μάρτιο 1997, του πλοίου της "Μ...", ο κατηγορούμενος ..., εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον σχετικό τραπεζικό λογαριασμό, από τον οποίο εκδόθηκαν οι κατωτέρω δύο επιταγές, εξέδωσε στον ..., στις 23.4.97 και 26.4.1997, εις διαταγήν της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "SEVEN SEAS SA", τις υπ' αριθ..... και ... επιταγές της Τράπεζας Κρήτης, ΑΕ για ποσό δρχ. 3.708.000 (ήτοι 10.882 ευρώ) η πρώτη και 3.500.000 δρχ. (ήτοι 10.271 ευρώ) η δευτέρα, οι οποίες όμως, όταν εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως (29.4.1997) στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν και σφραγίσθηκαν, διότι όπως αναγράφεται επί του σώματος αυτών, είχαν ανακληθεί, αν και υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο σχετικό τραπεζικό λογαριασμό. Πλην όμως, ενόψει του ότι η μη πληρωμή λόγω ανακλήσεως εξομοιούται προς τη μη πληρωμή ελλείψει υπολοίπου, δεν αίρεται η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου, διότι η τραπεζική επιταγή, σύμφωνα με το όλο πνεύμα του ν. 5960/1933, είναι μέσον πληρωμής, δηλαδή μετρητό χρήμα και όχι μέσο πιστώσεως. Σε κάθε περίπτωση δε, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εκ μέρους του ανακλήσεως των επίδικων επιταγών εξ αιτίας της ελαττωματικότητας του πωληθέντος καυσίμου από την εγκαλούσα και περί μη οφειλής του σ' αυτήν λόγω της πολύ μεγαλυτέρας του ποσού των επιταγών επισυμβάσας ζημίας του, οφειλομένης στο προαναφερθέν ελαττωματικό καύσιμο, δεν αποδείχθηκε, τόσον μάλλον, όσον όταν έγινε η πετρέλευση του ως άνω πλοίου ("Μ...") στον ..., ήδη υπήρχε ποσότητα καυσίμων στις δεξαμενές του και συνεπώς δεν προκύπτει ότι το συγκεκριμένο καύσιμο που του χορήγησε η εγκαλούσα ήταν βαρύτερο και άρα ελαττωματικό, αφ' ετέρου δε το ανωτέρω πλοίο συνέχισε να προμηθεύεται πετρέλαιο από την εγκαλούσα, γεγονός το οποίο αναιρεί την βασιμότητα του προεκτεθέντος ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Κατά συνέπειαν, ο τελευταίος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της διαπράξεως του αδικήματος της κατ' εξακολούθηση εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, γίνεται ειδική αναφορά, στον δόλο και στη γνώση του κατηγορουμένου για την έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, τόσο κατά τον χρόνο της εκδόσεως, όσο και για τον χρόνο εμφανίσεως για την πληρωμή των επιταγών αφού ο ίδιος ανακάλεσε τις επιταγές αυτές,. Περαιτέρω, ορθώς, σύμφωνα με όσα παραπάνω στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρονται, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εγκαλούσα ως υπόχρεος εξ αναγωγής νομιμοποιούνταν να υποβάλει την έγκληση, βάσει της οποίας ασκήθηκε σε βάρος του η ποινική δίωξη για το ως άνω έγκλημα, τα δε αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον σχετικό λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέα. Ενόψει όλων αυτών, είναι φανερό ότι και οι δύο ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2479/1997 "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην απόφαση στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει, χωρίς αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ενώ καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την παραπάνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη, σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1500 €) παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής αυτής, με την αιτιολογία ως προς τον αποκλεισμό της αναστολής, που συνιστά απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως και συγκεκριμένα ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα του κατηγορουμένου και από τις λοιπές περιστάσεις, το δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή της χρηματικής ποινής αρκεί για να τον αποτρέψει από το να τελέσει άλλες αξιόποινες πράξεις. Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παρακάτω αναφερόμενη ποινή σε χρηματική ποινή. Πρέπει ως εκ τούτου, ενόψει και των εν γένει οικονομικών όρων του κατηγορουμένου, να υπολογιστεί η κάθε ημέρα φυλακίσεως προς 4,40 ευρώ την ημέρα". Έτσι, όμως, το Δικαστήριο υπέπεσε στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ πλημμέλειες, της ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας, και πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων αναιρέσεως, τους οποίους το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ερευνά αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 511 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφ' όσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 παρ. 10 του Νόμου 3160/2003.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί εν μέρει την 2545/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την άνω υπόθεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ