Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1764 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας.




Περίληψη:
Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας με παθόντες νεότερους των 12 ετών. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβιάσεως διατάξεων που αναφέρονται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου.




Αριθμός 1764/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή και Αντώνιο Αθηναίο (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ουρούμπεη, για αναίρεση της 1667/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Μαρτίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 550/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι ακόλουθες αιτήσεις αναιρέσεως: 1) υπ' αριθμ.19/2008 του Χ1 και 2) υπ' αριθμ.20/2008 της Χ2, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθμ.1667/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 337 παρ.1 ΠΚ "όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή". Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών τιμωρείται η πράξη της προηγούμενης παραγράφου, αν ο παθών είναι νεότερος των 12 ετών". Από τη διάταξη αυτή, που περιλαμβάνεται στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα με τον τίτλο "εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της προσβολής τη γενετήσιας αξιοπρέπειας αρκεί να λάβουν χώρα ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, προσβλητικές κατά τρόπο βάναυσο της αξιοπρέπειας του άλλου στη σφαίρα της γενετήσιας ζωής. Σε αντίθεση με τις ασελγείς πράξεις "οι ασελγείς χειρονομίες" είναι ελαφρότερες ερωτικές πράξεις που δεν φθάνουν στο σημείο της ασελγούς πράξεως", αλλά πάντως τελούνται με σωματική επαφή, όπως λ.χ. ψαύσεις ή θωπείες στο στήθος, στους μηρούς, η εισαγωγή του δακτύλου στον πρωκτό του παθόντα κλπ. Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού απαιτείται δόλος συνιστάμενος στη γνώση και θέληση πραγματώσεως των στοιχείων της πράξεως.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία, ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία κατ' είδος προσδιορίζει, αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα: "Η εγκαλούσα και ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 τέλεσαν νόμιμο γάμο στη ... την 28-5-1989, από τον οποίο απέκτησαν δύο άρρενα δίδυμα τέκνα, το Α και το Β, που γεννήθηκαν την 11-1-1996. Η έγγαμη συμβίωση του ζεύγους διασπάσθηκε το μήνα Νοέμβριο του 1999, δυνάμει δε της υπ' αριθ. 9327/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ανατέθηκε προσωρινά στην εγκαλούσα η άσκηση της γονικής μέριμνας των δύο ανωτέρω ανηλίκων τέκνων της, ενώ παράλληλα ρυθμίστηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του πρώτου κατηγορουμένου με αυτά κάθε Τρίτη από ώρα 17.00 μ.μ. μέχρι 20.00 μ.μ., κάθε Σαββατοκύριακο από 17.00 μ.μ. του Σαββάτου μέχρι 17.00 μ.μ. της Κυριακής και κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα σύμφωνα με το διατακτικό της ως άνω απόφασης. Σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης η εγκαλούσα το Μάϊο του 2000 εγκαταστάθηκε με τ' ανήλικα τέκνα της στην οικία των γονέων της στην πόλη της ..., ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος μαζί με τους γονείς του μετέβαιναν στην ... παρελάμβαναν τα παιδιά, τα μετέφεραν στη ... κι ακολούθως τα επέστρεφαν στην ... σύμφωνα με το διατακτικό της ως άνω απόφασης. Ωστόσο, τόσο ο πρώτος κατηγορούμενος όσο και οι συγκατηγορούμενοι γονείς του με τους οποίους διέμενε μετά τη διάστασή του με την εγκαλούσα, αλλά και κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους ουδέποτε αποδέχθηκαν ότι η τελευταία θα είχε την επιμέλεια των δύο ανηλίκων τέκνων του ζεύγους, διότι την θεωρούσαν ανίκανη κι' ακατάλληλη προς τούτο, γιαυτό επινόησαν να επιτύχουν δικαστικά την αφαίρεση της γονικής μέριμνας απ' αυτήν με τη δήθεν σεξουαλική κακοποίησή τους από άτομο του οικογενειακού περιβάλλοντος της μητέρας. Για την επίτευξη του ανίερου αυτού σκοπού τους σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία κατά το χρονικό διάστημα από 22 έως 27-8-2000, ήτοι κατά το διάστημα της επικοινωνίας του πρώτου κατηγορουμένου με τ' ανήλικα τέκνα του στην οικία του, ηλικίας τότε πέντε ετών περίπου ενήργησαν ο πρώτος κατηγορούμενος - πατέρας τους και η τρίτη κατηγορουμένη - γιαγιά τους ασελγείς πράξεις σε βάρος τους και συγκεκριμένα ο μεν Χ εισήγαγε στον πρωκτό του ανήλικου Α το δάκτυλο του, ενώ η Χ2 ενήργησε την ίδια πράξη σε βάρος του ανήλικου Β. Τυχόν εμπλοκή του δευτέρου κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της απεχθούς αυτής πράξεως των συγκατηγορουμένων του δεν αποδείχτηκε. Στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος κατήγγειλε ψευδώς στην ασφάλεια Θεσσαλονίκης ότι η μητέρα των ανηλίκων και το άμεσο συγγενικό περιβάλλον της ενεργούν σε βάρος τους ασελγείς πράξεις κι έτσι έλαβαν την υπ' αριθ. 1047/4/28 έγγραφη παραγγελία του Α' τμήματος Ασφαλείας Θεσσαλονίκης για τη διενέργεια ιατροδικαστικής εξέτασης από τον ιατροδικαστή κύριο Γ, ο οποίος με τις υπ' αριθμ. 2378 και 2379/2000 ιατροδικαστικές του εκθέσεις ύστερα από εξέταση των δύο ανηλίκων τέκνων αναφέρει μεταξύ άλλων ότι τα ανήλικα του ανέφερον ενοχλήσεις από άλλα άτομα στον πρωκτό τους, ότι δεν παρατηρούνται σημεία παρά φύση ασέλγειας, πλην όμως δεν μπορεί να διαπιστώσει αν έγιναν ασελγείς προστριβές στο παραπάνω σημείο. Είναι προφανές ότι οι ενέργειες του πρώτου και της τρίτης των κατηγορουμένων με την εισαγωγή του δακτύλου τους στον πρωκτό των ανωτέρω ανηλίκων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν πολύ προσεκτικές για να μην τους προκληθεί κάποια ανήκεστη βλάβη στην υγεία τους, στόχευαν όμως με τον τρόπο αυτό να υπάρχουν ιατροδικαστικά ευρήματα για να μπορέσει ο πρώτος κατηγορούμενος να επικαλεστεί στο Δικαστήριο τη σεξουαλική κακοποίηση των τέκνων του από το οικογενειακό περιβάλλον της εγκαλούσας-μητέρας τους και να επιτύχει την ανάθεση της γονικής μέριμνας αυτών στον ίδιο όπως και πράγματι έπραξε, αφού κατέθεσε την υπ' αριθ. 31441/5-9-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αίτημα την ανάκληση της ανωτέρω απόφασης και την ανάθεση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων του ζεύγους στον ίδιο, επικαλούμενος τις δήθεν ασελγείς πράξεις που διενεργεί το οικογενειακό περιβάλλον της εγκαλούσας σε βάρος αυτών. Το ίδιο χρονικό διάστημα η μητέρα των ανηλίκων όταν πληροφορήθηκε το περιεχόμενο της ανωτέρω αιτήσεις σε σχετική συνομιλία με τα ανήλικα τέκνα της πληροφορήθηκε απ' αυτά ότι ο πατέρας τους κι η γιαγιά τους εισήγαγαν το δάκτυλό τους στον πρωκτό τους, όπως περιγράφεται παραπάνω και μάλιστα τα απειλούσαν ότι αν τολμούσαν να το πουν θα τους συμβεί κάτι κακό, δηλαδή ότι θα πάνε φυλακή κι' άλλα παρόμοια. Τα ανωτέρω επιβεβαίωσε η εγκαλούσα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου καταθέτοντας τα εξής: "Ο Β μου είπε ότι η γιαγιά έβαλε ένα χαλάκι στην τουαλέτα και με έβαλε ένα δάκτυλο. Ο Α μου είπε ότι πόνεσε, το έκανε ο μπαμπάς και του είπε ότι δεν θα ξαναγίνει". Η κατάθεση αυτή της εγκαλούσας ενισχύεται από το από 15-9-2000 έγγραφο του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Κατερίνης, όπου κατέφυγε η ανωτέρω. Στο έγγραφο αυτό, το οποίο επισυνάφθηκε στην έγκληση της εγκαλούσας με βάση την οποία ασκήθηκε η παρούσα ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι εξετάσθηκαν τα ανήλικα. Τα οποία μετά από επίμονες ερωτήσεις αναφέρθηκαν σε σεξουαλική παρενόχληση από μέρους των κατηγορουμένων, οι υπογράφοντες δε το έγγραφο αυτό Δ, ψυχίατρος, υπεύθυνος του ανωτέρω Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής Κατερίνης και η Ε, κοινωνική λειτουργός, σχημάτισαν την πεποίθηση ότι τα παιδιά ήταν ειλικρινή σ' αυτά που τους ανέφεραν. Επίσης, αξιόπιστο κρίνεται και το από 14-9-2000 έγγραφο της ΣΤ-Λογοθεραπεύτριας, η οποία παρακολουθούσε τ' ανήλικα στα πλαίσια λογοπεδικής παρέμβασης και υποστήριξης, λόγω της μη ικανοποιητικής για την ηλικία τους άρθρωσης, η οποία μεταφέρει πρόσφατη τότε δήλωση των παιδιών σχετικά με την μεταχείριση από τον πατέρα τους και τους γονείς του και συγκεκριμένα τη δήλωσή τους, υπό το κράτος φόβου και δισταγμού και μετά από αρκετή συζήτηση μαζί της, ότι ο πατέρας τους τα απειλεί ότι θα τα βάλει φυλακή, αν πούνε ότι τους "έβαλε δάκτυλο στο κωλαράκι τους" και στην ίδια δηλώνουν ότι φοβούνται να πάνε στη ... . Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 5243/2006 παρεμπίπτουσας απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης διατάχθηκε διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης κι ορίσθηκε πραγματογνώμονας η παιδοψυχίατρος Ζ, προκειμένου ν' αποφανθεί αν τα ανήλικα υπέστησαν σεξουαλική κακοποίηση το έτος 2000 ή πράξεις που συνιστούν προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας και από ποιόν και να διαγνωσθεί αν οι διηγήσεις των ανωτέρω ανηλίκων είναι αληθείς, δηλαδή στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα ή είναι προϊόντα επηρεασμού κι' υποβολής από κάποιον από το οικείο περιβάλλον. Η ανωτέρω παιδοψυχίατρος μετά από συνεδρίες που είχε με τα ανήλικα δεν μπόρεσε να βεβαιώσει αν όντως αυτά υπέστησαν σεξουαλική κακοποίηση τον Αύγουστο του 2000, πλην όμως πιστεύει ότι οι καταθέσεις τους είναι όντως αληθείς κι' ότι κατά τη γνώμη της δεν είναι προϊόντα υποβολής από μέρους της μητέρας τους ή άλλου οικείου προσώπου, προκειμένου ν' αποξενώσουν τον πατέρα τους από την επικοινωνία τους μαζί του ή για άλλο λόγο. Εξάλλου, κι οι δύο τεχνικοί σύμβουλοι της εγκαλούσας Η και Θ, παιδοψυχίατροι, που συμμετείχαν μαζί με την τεχνική σύμβουλο που όρισε ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε η ίδια ως άνω παιδοψυχολόγος δυνάμει της από 24-6-2003 διάταξης της ανακρίτριας Κατερίνης στην από 19-1-2004 παιδοψυχιατρική της έκθεση κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ναι μεν η κακοποίηση των ανηλίκων δεν μπορεί να διαπιστωθεί μετά την πάροδο τόσων ετών, τα τραυματικά γεγονότα όμως που βίωσαν και βιώνουν τ' ανήλικα με την εμμονή και τον αυτοσκοπό του πατέρα τους να τα οδηγεί επί δύο χρόνια περίπου σε ειδικούς ιατρούς κι εφημερεύοντα προκειμένου να αποδείξει ότι έχουν υποστεί ψυχολογική, σωματική και σεξουαλική κακοποίηση από το περιβάλλον της μητέρας τους θα έχουν μακροπρόθεσμες πιθανές συνέπειες. Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι τ' ανωτέρω ανήλικα υπέστησαν ασελγείς πράξεις από τους πρώτο και τρίτη των κατηγορουμένων, προέβησαν δε στην πράξη τους αυτή προκειμένου ν' αποδείξουν σεξουαλική κακοποίησή τους από το περιβάλλον της εγκαλούσας μητέρας τους, προκειμένου να υπάρξουν ιατροδικαστικά ευρήματα για να της αποσπάσουν τη γονική τους μέριμνα, μάλιστα δε επειδή δεν το κατάφεραν το επανέλαβαν πιο βίαια το έτος 2002, οπότε να υπάρξουν ιατροδικαστικά ευρήματα (βλ. την από 20-4-2002 ιατροδικαστική εξέταση του ιατροδικαστή Ι). Με βάση τα ευρήματα αυτά και κατόπιν σχετικής καταγγελίας ασκήθηκε κατά της εγκαλούσας ποινική δίωξη για αποπλάνηση ανηλίκων κάτω των 10 ετών κι εκδόθηκε το υπ' αριθ. 92/2005 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που κατέληξε να μην γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα.
Συνεπώς πρέπει ο πρώτος και η τρίτη των κατηγορουμένων να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς αξιόποινης πράξης...σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο διατακτικό". Με αυτό (διατακτικό) κηρύχτηκε ένοχος ο Χ1 του ότι: "στη ..., σε ανεξακρίβωτη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από 22 έως 27 Αυγούστου 2000, με ασελγείς χειρονομίες πρόσβαλλε βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του, είναι δε ο παθών νεότερος των 12 ετών. Συγκεκριμένα, όντας πατέρας του ανηλίκου Α, που διήγε το πέμπτο έτος της ηλικίας του, υιού δικού του και της εγκαλούσας Ψ, κατοίκου ..., εισήγαγε το δάκτυλο του χεριού του στον πρωκτό του πιο πάνω ανηλίκου, προσβάλλοντας βάναυσα την αξιοπρέπειά του στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του". Επίσης κηρύχτηκε ένοχη η Χ2 του ότι : "στη ...σε ανεξακρίβωτη ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από 22 έως 27 Αυγούστου 2000, με ασελγείς χειρονομίες πρόσβαλλε βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του, είναι δε ο παθών νεότερος των 12 ετών. Συγκεκριμένα, όντας γιαγιά του ανηλίκου Β, που διήγε το πέμπτο έτος της ηλικίας του, υιού του πρώτου κατηγορουμένου και της εγκαλούσας Ψ, κατοίκου ..., εισήγαγε το δάκτυλο του χεριού της στον πρωκτό του πιο πάνω ανηλίκου, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό βάναυσα την αξιοπρέπειά του στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σε σχέση με το έγκλημα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του προαναφερόμενου εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 337 παρ.1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση του, μόνο την κατάθεση της εγκαλούσας και το περιεχόμενο μόνο ορισμένων εγγράφων, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αλλά συνεκτίμησε και αξιολόγησε τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν, καθώς και όλα τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν, χωρίς να εξαιρέσει κανένα από αυτά. Εξάλλου, δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας να γίνει χωριστή αναφορά τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή (να γίνει) αξιολογική συσχέτιση αυτών. Με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 337 παρ. 2-1 του ΠΚ, αφού εκτίθεται σ' αυτήν με σαφήνεια ότι ο μεν αναιρεσείων Χ1 εισήγαγε στον πρωκτό του ανηλίκου Α το δάκτυλό του, η δε αναιρεσείουσα Χ2 ενήργησε την ίδια πράξη σε βάρος του ανηλίκου Β, περιστατικά από τα οποία καθαρά προκύπτει ότι προσβλήθηκε βάναυσα η αξιοπρέπεια των ανωτέρω ανηλίκων στο πεδίο της γενετήσιας ζωής τους. Η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση της, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων: α) την από 28-6-2006 τεχνική έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του παιδοψυχιάτρου Κ, η οποία συντάχτηκε με την ιδιότητα αυτού ως τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων, β) την υπ' αριθμ.1350/1351/2002 παιδοψυχιατρική έκθεση της παιδοψυχιατρικής ομάδας του ΓΠΝ "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", Τομέας Ψυχικής Υγείας, Τμήμα παιδιών-εφήβων, η οποία συντάχτηκε ύστερα από αίτηση του Ιδρύματος ΦΙΛΟΞΕΝΕΙΟ, που είχε την προσωρινή επιμέλεια των ανηλίκων παθόντων, γ) την από 22-2-2001 παιδοψυχιατρική έκθεση της Κ, η οποία συντάχτηκε ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος Χ1, και δ) την από 26-1-2004 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου Μ, η οποία συντάχτηκε ύστερα από αίτηση του Χ1, με την ιδιότητα δηλαδή των δύο τελευταίων ως τεχνικών συμβούλων. Σημειώνεται ειδικότερα εδώ ότι οι ως άνω αναγνωσθείσες εκθέσεις, οι οποίες προκαλούνται από τους διαδίκους και συντάσσονται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, αναφορικά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζονται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο ή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, ώστε να μνημονεύονται χωριστά στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά, ως έγγραφα, (άρθρ. 178 εδ. στ του ΚΠοινΔ), συνεκτιμώνται μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του. Ως εκ τούτου δεν είναι ανάγκη, εάν το δικαστήριο καταλήγει σε διαφορετική κρίση από το πόρισμα της γνωμοδοτήσεως, να αιτιολογήσει το αντίθετο προς αυτήν πόρισμά του.
Περαιτέρω, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ανεγνώσθησαν και δύο εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης της Ζ, οι οποίες συντάχτηκαν η μεν μία ύστερα από την από 24-6-2003 Διάταξη του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Κατερίνης, η δε άλλη ύστερα από την υπ' αριθμ. 5243Α/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Οι εκθέσεις αυτές, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, δεν περιλαμβάνονται ως τέτοιο στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τους τα αποδεικτικά μέσα. Εν τούτοις όμως από το σύνολο της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται αναμφίβολο ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις εν λόγω δύο εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αφού ρητώς τις μνημονεύει ως τέτοιες στην αιτιολογία του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι αυτή στερείται νομίμου βάσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που τα προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς διηγηματικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Επίσης, δεν επέρχεται η εν λόγω ακυρότητα όταν τα περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο προκύπτουν όχι μόνον από έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, αλλά και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποίησε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Εφετείο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίση του σε όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα υπ' αύξοντα αριθμό : 1) το υπ' αριθμό 30/2006 Βούλευμα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, 2) η υπ' αριθμό 41800/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 3) η υπ' αριθμό ΕΓ 15-01/91 Εισαγγελική παραγγελία, 4) η από 19-9-2000 μήνυση της Ψ, 5) η υπ' αριθμό 19/2005 Διάταξη Ανακριτή Α Τμήματος Θεσσαλονίκης, 6) το με αριθμό 233/05 γραμμάτιο εγγυοδοσίας, 7) το από 15-9-2000 έγγραφο του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Κατερίνης, 8) το από 14-9-2000 έγγραφο της ΣΤ, Λογοθεραπεύτριας, 9) το με αριθμό 92/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κατερίνης, 10) η με αριθμό 1542/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, Ζ πολιτικό Τμήμα, 11) το με αριθμό 4/20002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κατερίνης, 12) το με αριθμό 97/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κατερίνης, 13) η από 28/6/2006 Τεχνική Έκθεση Ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Κ, Παιδοψυχιάτρου, 14) η από 20-4-2000 ιατρική βεβαίωση του ιατρού νευρολόγου-ψυχιάτρου Ν, 15) η από 24-4-2000 ιατρική γνωμάτευση της ιατρού παιδοψυχιάτρου, Ξ, 16) η από 18-7-2000 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού -παιδοψυχιάτρου Ο, 17) η με αριθμό πρωτ. 1350/1351/2002 Παιδοψυχιατρική έκθεση της παιδοψυχιατρικής ομάδας του ΓΠΝ "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" Τομέας Ψυχικής Υγείας, Τμήμα παιδιών-εφήβων,18) η από 22/2/2001 παιδοψυχιατρική έκθεση της ιατρού- ειδικής παιδοψυχιάτρου Λ, 19) η από 19-7-2000 γνωμάτευση του ιατρού νευρολόγου-ψυχιάτρου Π, 20) η από 18-7-2001 γνωμάτευση του ιατρού νευρολόγου-ψυχιάτρου Π, 21) η από 15-9-2000 βεβαίωση του ΔΕΤΚ, Τμήμα Αρωγής, 22) η από 10-2-2003 έκθεση κοινωνικής έρευνας της Δημοτικής Επιχείρησης Αρωγής Καλαμαριάς, 23) η από 26-1-2004 τεχνική έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου Μ, 24) παιδοψυχιατρική έκθεση των παιδοψυχιάτρων Η και Θ, 25) απόσπασμα της με αριθμό 68533/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 26) απόσπασμα της με αριθμό 2411/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 27) η με αριθμό 16462/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 28) το με αριθμό 563/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, και 29) δύο (2) εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης της Ζ, παιδοψυχιάτρου-πραγματογνώμονος. Υπό τη διατύπωση αυτή επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα των εν λόγω εγγράφων και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν ανεγνώσθησαν, με την πραγματική δε ανάγνωση αυτών, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επ' αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Επίσης προβάλλεται η αιτίαση με τον πρώτο λόγο των ενδίκων αιτήσεων στοιχ. β' ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως τα ακόλουθα έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν, ήτοι? τις με αριθμούς 2377 και 2379/2000 ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατροδικαστή κ. Γ, (η πρώτη από τις ως άνω αιτήσεις από προφανή παραδρομή αναφέρεται με αριθμό 2378), την με αριθμό 31441/5-9-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμ. 5243/2006 παρεμπίπτουσα απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 24-6-2003 διάταξη της Ανακρίτριας Κατερίνης και την από 20-4-2008 ιατροδικαστική εξέταση του ιατροδικαστή Ι. Πράγματι το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά της προσβαλλόμενης 1667/2007 αποφάσεως, δεν ανέγνωσε τα ως άνω έγγραφα. Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων αυτών προκύπτουν τα εξής. Το πόρισμα των υπ' αριθμούς 2377 και 2379/2000 ιατροδικαστικών εκθέσεων με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε παραπάνω δεν είναι καταδικαστικό. Η από 20-4-2002 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Ι δεν αναφέρεται στο επίδικο χρονικό διάστημα από22 έως 27-8-2000 και συνεπώς δεν έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο. Διηγηματικά αναφέρονται η υπ' αριθμ. 5243Α/2006 απόφαση, με την οποία διατάχτηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από την Ζ, η από 5-9-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και η από 24-6-2003 διάταξη της Ανακριτρίας Κατερίνης. Ανεξαρτήτως του ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται στις λοιπές αποδείξεις, εκτός δηλαδή από αυτές που αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβιάσεως διατάξεων που αναφέρονται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου.
Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις υπ' αριθμ.19 και 20/2008 από 5-3-2008 αιτήσεις των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1667/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για καθένα απ' αυτούς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ