Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2326 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ελαφρυντικές περιστάσεις, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πολιτική αγωγή, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Ποινής μετατροπή, Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Σωματική βλάβη από αμέλεια. Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών. Χρήση ουσιών που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα κατά την οδήγηση οδικού οχήματος. Υπέρβαση εξουσίας διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στην πρωτοδίκως μόνο, παραστάσα πολιτικώς ενάγουσα, χρηματική ικανοποίηση. Ποινή. Βάση αμετάτρεπτη. Δεν μετατρέπονται οι συγχωνευθείσες ποινές, ανεξάρτητα ότι μόνες τους ήταν μετατρεπτέες. Αόριστη υποβολή αιτήματος για χορήγηση ελαφρυντικού. Αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας για στέρηση μετατροπής και αναστολής της ποινής. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 2326/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρούμπη, και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πάζιο, περί αναιρέσεως της 400/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 865/08.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το αρ. 502 παρ. 1εδ. ε' του ΚΠΔ, το κεφάλαιο της αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως που αφορά τις πολιτικές απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως, όχι μόνο όταν απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων, αλλά και όταν εμφανίζεται αυτός ενώπιον του Εφετείου, υπό την ιδιότητα του μάρτυρα, χωρίς να παραιτείται με σχετική δήλωσή του της πολιτικής αγωγής και δίχως να επαναλαμβάνει την περί παραστάσεώς του ως πολιτικώς ενάγοντος δήλωση που έκανε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το εφετείο στην περίπτωση αυτή, ερευνώντας το κεφάλαιο αυτό, αποφαίνεται για τη βασιμότητά του, χωρίς να δικαιούται μόνο να αυξήσει το ποσό που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας, που συνίσταται στο ότι το Δικαστήριο επιδίκασε στη ..., χήρα του αποβιώσαντος στο επίδικο ατύχημα, ..., την πρωτοδίκως αιτηθείσα από αυτή, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του συζύγου της, παρά το γεγονός ότι ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου εμφανίστηκε μόνο με την ιδιότητα της μάρτυρα και, ως τέτοια, εξετάστηκε μάλιστα στο ακροατήριο, χωρίς να επαναλάβει τη δήλωση της παραστάσεως αυτής ως πολιτικώς ενάγουσας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε ουσιαστική ποινική διάταξη και οδηγήθηκε σε λανθασμένη κρίση, θεωρώντας την ανίχνευση και την παρουσία στο αίμα διαζεπάμης και του μεταβολίτη αυτής νορδιαζεπάμης σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις, ως ναρκωτικές ουσίες και έτσι, τον καταδίκασε σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών και αφαίρεση κρατικών πινακίδων και άδειας κυκλοφορίας τριάντα (30) ημερών του με αριθμ. .... αυτ/του, παραθέτοντας το άρθρο 43 παρ. 2 Ν. 2696/1999 εσφαλμένα αντί του ορθού άρθρου 42 παρ. 1 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 2963/2001, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι οι ουσίες αυτές χορηγούνται κατόπιν ιατρικής γνωμάτευσης και είναι ηρεμιστικά - κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), σε καμία δε περίπτωση δεν είναι ναρκωτικές ουσίες, που μπορούν να έχουν επίδραση στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Στην προκειμένη περίπτωση, το άνω Δικαστήριο τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό του, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων οδηγούσε οδικό όχημα και συγκεκριμένα, το άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, υπό την επίδραση τοξικών ουσιών, που επηρεάζουν την ικανοποίηση του οδηγού, αφού στο αίμα του ανιχνεύθηκαν οι ουσίες διαζεπάμη και νορδιαζεπάμη, που είναι ναρκωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 1 πίνακας Δ' αριθμοί 16 και 35 του Ν. 3459/2006. Επομένως, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Σημειωτέο, ότι με το άρθρο 50 § 4 Ν. 3160/2003, καταργήθηκε ως λόγος αναιρέσεως η μη παράθεση στην απόφαση του προβλέποντος και τιμωρούντος την αξιόποινη πράξη άρθρου.
Συνεπώς, ο άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι στην απόφαση δεν παρατίθεται το άρθρο 42 του Ν. 2696/1999, που προβλέπει και τιμωρεί την οδήγηση οχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, φαρμάκων ή τοξικών ουσιών, αλλά παρατίθεται εσφαλμένα το άρθρο 43 του νόμου αυτού, είναι απαράδεκτος και έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στο σύνολό του πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλει το Σύνταγμα, ως προς τη στέρηση της αναστολής της ποινής και τη μετατροπή αυτής, ερμηνεύοντας λανθασμένα τα άρθρα 82, 94, 99 και 100 του ΚΠΔ, καθώς και ως προς την απόρριψη αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2β' ΠΚ και έτσι, κατέστησε το Δικαστήριο την απόφαση αυτή αναιρετέα κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 94-97 Ποινικού Κώδικα και 551 ΚΠΔ προκύπτει ότι επί συρροής περισσότερων αδικημάτων εκδικασθέντων δια της αυτής αποφάσεως επιβάλλεται να καθορίζεται μία συνολική ποινή μετά την επιβολή της προσηκούσης ποινής σε κάθε ένα από τα αδικήματα δια τα οποία εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος. Ο θεσμός της συγχωνεύσεως των μη εκτελεσθεισών ποινών ευνοεί τον καταδικασθέντα, αφού δεν αναγνωρίζεται η συνέκτι-ση ποινών, αποσκοπεί δε να μειώσει τα δυσμενή αποτελέσματα της διαδοχικής εκτέλεσης των καταγνωσθεισών ποινών δια συρρέοντα εγκλήματα.
Συνεπώς επί εκδικασθέντων περισσότερων αδικημάτων και επιβολής χωριστής ποινής για κάθε ένα από τα αδικήματα δια τα οποία ο κατηγορούμενος εκηρύχθη ένοχος είναι υποχρεωτική η προσμέτρηση των επί μέρους ποινών από το δικαστήριο, το οποίον εξεδίκασε τα συρρέοντα αδικήματα και εξέδωσε μία απόφαση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 1240/1982 (ΦΕΚ 26/20.3.1982) "σε περίπτωση επιμετρήσεις ή συνεπιμετρήσεως ποινών της ελευθερίας επιβληθησών ή επιβαλλομένων δια μιας ή περισσότερων αποφάσεων που έχουν μετατραπεί σε χρηματικές ποινές ή τυχόν καθοριζομένη συνολική ποινή και όταν υπερβαίνει το έτος, ακόμη και αν υπάρχουν αμετάτρεπτες ποινές, μετατρέπεται σε χρηματική, εφ' όσον η ποινή - βάση έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή. Η μετατροπή της συνολικής ποινής γίνεται σύμφωνα με τους όρους της ποινής - βάσης. Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 82 Ποινικού Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του, με το άρθρο 2 Ν. 1941/1991 (ΦΕΚ 41/18.3.1991) επιτρέπει την μετατροπή σε χρηματική της στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία επεβλήθηκε στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο και εφ' όσον δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, ήδη, μετά το άρθρο 13 § 1 του Ν. 2721/1999, με το οποίο, στην § 2 του άρθρ. 82 του ΠΚ, προστέθηκε εδάφιο, κατά το οποίο, η ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο (2) και δεν υπερβαίνει τα τρία έτη μπορεί με απόφαση του δικαστηρίου να μετατραπεί (αν αυτό κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων) και το δικαστήριο αποφασίζει συγχρόνως με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του την μετατροπή ή μη σε χρηματική, αν κρίνει ότι η ποινή αυτή αρκεί για να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 1240/1982 έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 2 Ν. 1941/1991 και το άρθρο 13 § 1 του Ν. 2721/1999 μόνον ως προς το ύψος της ποινής, η οποία μετατρέπεται σε χρηματική. Δηλαδή αφού το άρθρο 82 ΠΚώδικα αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1941/1991 και το άρθρ. 13 § 1 του Ν. 2721/1999, και επιτρέπει την μετατροπή σε χρηματική της ποινής φυλακίσεως, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο, και ήδη, κατά τα άνω λεχθέντα, τα τρία (3) έτη, παρέπεται ότι το ύψος της ποινής του ενός έτους που αναφέρεται στο άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 1240/1982 έχει αυξηθεί στα δύο και ήδη, στα τρία έτη. Κατά τα λοιπά η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 1240/1982 ισχύει και μετά τον νόμο 1941/1991 και το Ν. 2721/1999 (άρθρο 82 Ποινικού Νόμου), δεδομένου ότι κάθε μία από τις ανωτέρω διατάξεις ρυθμίζει διάφορο θέμα χωρίς να υπάρχει αντίθεση μεταξύ τους και η μία να αποκλείει την άλλη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη του επέβαλε φυλάκιση τριάντα (30) μηνών για την ανθρωποκτονία από αμέλεια, χωρίς μετατροπή, φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών για την οδήγηση υπό την επίδραση ουσιών φυλάκιση οκτώ (8) μηνών για κάθε μία από τις δύο (2) σωματικές βλάβες και φυλάκιση δέκα (10) μηνών για τη διατάραξη της ασφάλειας συγκοινωνιών. Ακολούθως προέβη σε συγχώνευση των επί μέρους ποινών και επέβαλε συνολική ποινή σαράντα τεσσάρων (44) μηνών, επαυξάνοντας την βασική ποινή των τριάντα (30) μηνών, που επιβλήθηκε για την ανθρωποκτονία από αμέλεια, που κρίθηκε με αιτιολογημένη και μη υποκείμενη στον αναιρετικό έλεγχο, απόφαση, ως αμετάτρεπτη, κατά τέσσερες (4) μήνες για κάθε σωματική βλάβη από αμέλεια, καθώς και για τη διατάραξη ασφαλείας των συγκοινωνιών και δύο (2) μήνες από τη συντρέχουσα ποινή της οδήγησης υπό την επίδραση ουσιών.
Συνεπώς, αφού η ποινή-βάση ήταν αμετάτρεπτη ούτε και οι συντρέχουσες ποινές δεν ήταν επιτρεπτό να μετατραπούν σε χρηματική, παρά το γεγονός ότι η κάθε μία εξ αυτών υπέκειτο σε μετατροπή κατ' άρθρο 82 Ποινικού Κώδικος, λαμβανομένου υπόψει ότι δεν επιτρέπεται η μετατροπή μέρους μόνο της επιβληθείσης συνολικής ποινής. Κατόπιν αυτών, ο λόγος αυτός κατά το σκέλος του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς τη μη μετατροπή της ποινής που του επιβλήθηκε, είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο β' ήτοι ο υπαίτιος ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας με ειδική αιτιολογία απέρριψε το αίτημα περί αναστολής υπό επιτήρηση (άρθρο 100 Α' ΠΚ της επιβληθείσας συνολικής ποινής των σαράντα τεσσάρων μηνών, παρόλον ότι δεν είχε υποχρέωση προς τούτο, αφού το προβληθέν από τον εκπροσωπήσαντα τον κατηγορούμενο συνήγορό του, ήταν αόριστο, χωρίς να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά και οι λόγοι που δικαιολογούσαν την αναστολή. Επίσης, η αιτίαση που προβλήθηκε από τον ίδιο συνήγορο, πριν απαγγελεθεί η ενοχή, για χορήγηση στον κατηγορούμενο του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 β' ΠΚ, ήταν επίσης αόριστο και απορρίφθηκε και αυτό από το Δικαστήριο, αν και δεν είχε προς τούτο υποχρέωση. Επομένως, και κατά το σκέλος του αυτό ο άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει ως αβάσιμος να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Απριλίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σοφάδων, 1/2008) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 400/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή