Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 562 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Τραπεζική επιταγή.




Περίληψη:
Έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση. 1) Έλλειψη αιτιολογίας. 2) Μη αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 99 ΠΚ, σε περίπτωση που κάποιος καταδικαστεί σε ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη. Δεκτή αναίρεση για μη αυτεπάγγελτη εφαρμογή αρ. 99 ΠΚ (για αναστολή της ποινής). Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.





Αριθμός 562/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ηρειώτη, για αναίρεση της ΒΤ7120/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 843/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ'αριθ. 7120/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύονται ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ, για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ'εξακολούθηση, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στον Πειραιά, στις .... και ......, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις υπ'αρ....... και ........ επιταγές της "ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", ποσού 5.800.000 δραχμών και 3.000.000 δραχμών αντίστοιχα, εις διαταγή του εγκαλούντος ........, οι οποίες, αν και εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα στις 9-10-2000 και 3-11-2000, αντίστοιχα, δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που ο κατ/νος γνώριζε. Τα πιο πάνω περιστατικά προέκυψαν από την κατάθεση του εγκαλούντος, σύμφωνα με την οποία ο κατ/νος δεν έχει καταβάλει μέχρι σήμερα κανένα ποσό έναντι των ως άνω επιταγών που εκδόθηκαν από τον ίδιο, ως αντάλλαγμα για τις εκτελεσθείσες εργασίες επισκευής πλοίου. Οι ισχυρισμοί του κατ/νου, ότι δεν υπέγραψε ο ίδιος τις επίδικες επιταγές δεν αποδεικνύονται ως ουσία βάσιμοι, αφού δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο, πλην της αόριστης και γενικόλογης κατάθεσης του μάρτυρά του. Πρέπει, συνεπώς, ο κατ/νος να κηρυχθεί ένοχος για την παραπάνω πράξη".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ'εξακολούθηση, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του Ν.5960/1933. Η περαιτέρω αιτίαση, σύμφωνα με την οποία, με το να χαρακτηρίσει η προσβαλλόμενη την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως "γενικόλογη και αόριστη", αναφορικά με τον αρνητικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ότι δεν υπέγραψε αυτός τις επίδικες επιταγές, στερείται αυτή (απόφαση) αιτιολογίας, είναι απαράδεκτη, διότι προσβάλλει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος, εκ του αρ. 510 παρ.1 περ.Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 99 παρ.1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.3 του Ν. 2479/1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα η πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη. το δικαστήριο, με την απόφασή του, διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα (3-5 έτη), εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι, αν ο κατηγορούμενος καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δυο έτη, το δικαστήριο υποχρεούται να αποφασίσει συγχρόνως, πριν από κάθε μετατροπή, για την αναστολή της ποινής, αφού διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως αν υπάρχει, προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου σε στερητική της ελευθερίας ποινή (ή ποινές) πάνω από έξι μήνες και αποφανθεί για τη συνδρομή ή όχι της προϋποθέσεως αυτής. Διαφορετικά, αν το δικαστήριο αποφασίσει τη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και να αποκλείσει την αναστολή αυτής, υπερβαίνει την εξουσία του. Στην ένδικη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, ενώ καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την ανωτέρω παράβαση σε ποινή φυλακίσεως 20 μηνών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει για την αναστολή ή όχι αυτής, με αυτεπάγγελτη έρευνα αν ο αναιρεσείων, βαρύνεται ή όχι με προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη σε ποινές άνω των έξι μηνών. 'Ετσι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και, συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' του ΚΠΔ πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της για μετατροπή της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό μόνο, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί εν μέρει την υπ'αρ.7120/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξη της για μετατροπή της ποινής. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2008.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ